το στήθος ανεφίκτων επιθυμιών ταμείον

/φωτεινή οικονομίδου

 

 

 


 

 

Ανυμέναιος και μοναχούλα, μόλις στα τριαντατρία της, έφυγε η Φωτεινή Οικονομίδου, η σημαντικότερη ίσως ποιήτρια του Ελληνικού Ρομαντισμού. Γεννημένη στα 1849, θα εγκαταλείψει στα 1883. Αιτία θανάτου η κλασσική της γενιάς της-εκ μελαγχολίας κι αυτή.  Το παρθενικό της λείψανο θα  αποχαιρετήσουν μια χούφτα άνθρωποι- εξαφανισμένοι συγγενείς,φίλοι λογοτέχνες, εκδότες περιοδικών.Ένα μόνο στεφάνι. 'Ηξερε αυτή όταν έγραφε το Ματαίως.

 

 


 

 

Ο Βλάσης Γαβριηλίδης στο Μη χάνεσαι σημειώνει τις απουσίες. Εν μέσω εκτάκτου παγερότητας, θα ταξιδέψει η ποιήτρια Οικονομίδου. Η κάπως υπέρμετρως του σώματος αυτής ευσαρκία περιέργως αντετίθετο προς την ρωμαντικήν φθισικότητα των στίχων της, συμπληρώνει.

 

 

 

 

Η  εύσαρκη Φωτεινούλα, μεγαλοαστή και μοναξιάρα, θα γράψει σπαρακτικά μελαγχολικά ποιήματα. Ο ερωτικός πόνος και η απόλυτη αίσθηση της ματαιότητας της ύπαρξης διατρέχουν την στιχουργία της. Η Οικονομίδου μόνο από την ποίηση προσδοκά- Θεός και άνθρωποι την έχουν προ πολλού εγκαταλείψει.

 

Γράφω μόνον μικρόν ίνα την οδύνην μου πραύνω
Δεν επιδιώκω δόξαν, ουδέ ποιητρίας φήμην
Αποθνήσκουσα γνωρίζω ότι ίχνη δεν αφήνω,
Και μηδέν ότι θα ήμαι όπως πριν υπάρξω ήμην (...)

 

 

Ο δεκαεξάχρονος Κωστής Παλαμάς θα της στείλει μια θερμή επιστολή,  ζητώντας τη γνώμη της για τα πρωτόλειά του. Η Οικονομίδου θα του απαντήσει μ' ένα ποίημα- Πρώτη φορά μ' έγραφαν με τον τίτλο που ονειρευόμουνα: Ποιητής. Μια γυναίκα των μουσών με καθιέρωνε,θα γράψει στο ημερολόγιό του.

Δε θα μπορέσει, όμως,να παρευρεθεί στην κηδεία της...

 

Tω νεαρώ ποιητή Κ.Π.

 

Οποίος πόνος μύχιος το στήθος μου βαρύνει,
Τι προκαλεί το δάκρυ μου ακράτητο να ρέη,
Πώς η ζωή μου ως λαμπάς προ του καιρού της φθίνει,
Οποίον την ψυχή μου πυρ φλογίζει και εκκαίει,
Μη ερωτάς,ηρώτησαν προ σου πολλοί και άλλοι.
Το μυστικόν μου άφησε σιγή να περιβάλλη.

 

Εντός στενής που φυλακής δεσμώτης αν στενάζη,
Πτηνόν κλεισθέν εντός κλωβού εάν πενθίμως ψάλλη,
Αρνίον αν εις λέοντος τους όνυχας σφαδάζη,
Πνιγόμενος εάν κραυγάς απελπισίας βάλλη,
Θα ερωτήσης διατί ; αλλ'οίμοι ! τι χαράττω!
Αφίν'ο χάρτης να λαλή,ενώ τα χείλη φράττω!

 

Σιγή και πλέον μη ποτέ κανείς με ερωτήση
Συνέχω μόλις την ψυχήν να ανοιχθή ετοίμην...
Φοβούμαι ,ναι,την σιωπήν μη αιφνηδίως λύση
Και ειπή ποία φαίνομαι...και ειπή ποία ήμην...
Μη μ'ερωτάτε,άκουσα το παν θ' αποκαλύψω..
Αφήσατε ως έκρυπτον τους πόνους μου να κρύψω.

 

Με λέξεις δεν εκφράζεται η της ψυχής οδύνη
Είνε κακός διερμηνεύς η γλώσσα της καρδίας
Το χείλος άφες άφωνον ως έμενε να μείνει,
Εις βαθύ σκότος δεν αρκεί φως αμυδράς λυχνίας
Ναο ό,τι είπω,ασθενώς τι έχω θα εκφράση
Σιγή,σιγή καλλίτερον τα πάντα ας σκεπάση.

 

Αθήναι,28 Νοεμβρίου 1875

 

 

Σήμερα,παγκόσμια ημέρα ποίησης,είπα να την θυμηθώ την Φωτεινούλα

και να της ανάψω ένα κεράκι.


Να χαρεί λιγάκι η ψυχούλα της,

να ξέρει ότι δεν είναι μοναχούλα.