Τέτοιες μέρες, συγκεκριμένα στις 18 Αυγούστου του 1850, πεθαίνει σε ηλικία μόλις 51 ετών. Έζησε μέσα στην υπερβολή. Ένας καταραμένος που βίωνε τις ιστορίες του και τα άγρυπνα βράδια τις κατέγραφε περικυκλωμένος από άδεια φλιτζάνια καφέ...
Τέτοιες μέρες, συγκεκριμένα στις 18 Αυγούστου του 1850, πεθαίνει σε ηλικία μόλις 51 ετών. Έζησε μέσα στην υπερβολή. Ένας καταραμένος που βίωνε τις ιστορίες του και τα άγρυπνα βράδια τις κατέγραφε περικυκλωμένος από άδεια φλιτζάνια καφέ...

 

«Να προεξοφλείς το Θεό, να μια εμπορική ιδέα», «Η αποπληξία είναι μια πιστολιά που δεν αστοχεί», «Ένας άνθρωπος είναι πολύ ισχυρός όταν ομολογεί την αδυναμία του», «Οι ιδέες μας ήταν οργανωμένες ζωές», «Με το χρυσάφι μπορούμε να δημιουργούμε αισθήματα που μας είναι απαραίτητα για την ευτυχία μας», «Η ασωτία είναι ένα πολιτικό σύστημα», «Ήταν ένας μιγάς της ηθικής». 

 

Να μια ακόμα μεγάλη απόλαυση πέρα από το ίδιο το διάβασμα. Τα μολύβια να παίρνουν φωτιά από τις υπογραμμίσεις.  Διαβάζοντας αυτές τις μέρες «Το μαγικό δέρμα» του Μπαλζάκ σημειώνω φράσεις που δεν θέλω να ξεχάσω. Και ελπίζω ότι τις κατάλαβα και κάποια στιγμή θα ξεπροβάλλουν από μέσα μου την κατάλληλη στιγμή, και θα με βοηθήσουν να τα βγάλω πέρα. Όποιο βιβλίο του Μπαλζάκ έχω διαβάσει μέχρι σήμερα μου δημιουργεί αυτή την ανάγκη. Να σταματήσω για λίγο την ιστορία και να σκεφτώ πάνω σε μια φράση, σε έναν διάλογο, σε μια περιγραφή. Είναι τόσο επίκαιρος σήμερα όσο ήταν πριν εκατό χρόνια, όσο θα είναι μετά από έναν αιώνα. Διότι τι ακριβώς αλλάζει με τον χρόνο που θα έκανε τον Μπαλζάκ να μοιάζει ανεπίκαιρος; Λίγο το σκηνικό. Πιο εκκωφαντικός ο σημερινός πλούτος, πιο καμουφλαρισμένη η σημερινή φτώχεια. Το δράμα όμως παίζεται ίδιο μέσα στον κόσμο των φτωχών και των πλούσιων. Μέσα στις σοφίτες και τα σαλόνια. «Η φτώχεια του πλούτου και τα πλούτη της φτώχειας» γράφει, μια βοήθεια  για όσους θέλουν γρήγορα να δραπετεύσουν από την παγίδα της σύγκρισης.

 

Είναι τόσο επίκαιρος σήμερα όσο ήταν πριν εκατό χρόνια, όσο θα είναι μετά από έναν αιώνα.

 

Ένας άλλος λόγος που αγαπώ τον Μπαλζάκ είναι ότι  μέσα στην καθημερινότητα, καθώς σου διηγούνται μια ιστορία (a.k.a κουτσομπολιό)  για κάποιον που «κλωτσάει» τους γονείς του ενώ εκείνοι εξακολουθούν να τον έχουν σαν Θεό, μπορεί να σου έρθει στο μυαλό ένας από τους ήρωες των βιβλίων του. Και σκέφτεσαι από μέσα σου «Κάτσε να δεις που αυτός θα έχει ίδιο τέλος. Θα καταλήξει πάνω από τον νεκροκρέβατο να παρακαλάει τον γιό του να του κλείσει τα μάτια όπως παρακαλούσε ο μπάρμπα Γκοριό τις κόρες του, και στο τέλος θα το κάνει ένας άγνωστος». Και υποψιάζεσαι ότι αυτή η σκέψη έχει πολλές πιθανότητες να την δεις να γίνεται πραγματικότητα. Διότι ο Μπαλζάκ είναι πάνω από όλα μαθηματικά. Τον παρακολουθείς να λύνει την εξίσωση. Η φαντασία του είναι στην υπηρεσία της λογικής και το αποτέλεσμα είναι ολόσωστο.

 

Τέτοιες μέρες, συγκεκριμένα στις 18 Αυγούστου του 1850, πεθαίνει σε ηλικία μόλις 51 ετών. Έζησε μέσα στην υπερβολή. Ένας καταραμένος που βίωνε τις ιστορίες του και τα άγρυπνα βράδια τις κατέγραφε περικυκλωμένος από άδεια φλιτζάνια καφέ. Η Ανθρώπινη Κωμωδία του είναι η κωμωδία της ύπαρξης μας. Το έργο του ένα διαμάντι που λάμπει μέσα στους αιώνες.