Φωτο: Konstantinos Tsakalidis / SOOC
Φωτο: Konstantinos Tsakalidis / SOOC

 

Τα πέντε τούτα «μνημονιακά» χρόνια ήτανε βαριά κι ασήκωτα για όσους ζούμε στην πρωτεύουσα και τα μεγάλα αστικά κέντρα και δεν ανήκουμε στα λίγο ή πολύ προνομιούχα εκείνα κοινωνικά στρώματα που, ακόμα κι αν δυσκολεύτηκαν κάπως, δεν είδανε δα τη ζωή τους να αλλάζει δραματικά. Δεν ήταν απλά η ανεργία, η ακρίβεια, τα χρέη, η ανέχεια, οι απανωτές εκπτώσεις στο εισόδημα, τα όνειρα, τις προσδοκίες, τις συνθήκες διαβίωσης, ακόμα και στη στοιχειώδη προσωπική μας ευχαρίστηση. Είναι και η ψυχολογία που διαμορφώσαμε παρακολουθώντας φίλους, γνωστούς και συμπολίτες να στριμώχνονται, να απελπίζονται, να καταρρέουν, βιώνοντας βία, καταστολή, μαυρίλα, απογοήτευση, αρνητικότητα - η «αριστερή παρένθεση» έδωσε, αρχικά, κάποιες ανάσες αλλά να που η στρόφιγγα γρήγορα στέρεψε.


Τα μοιράζεσαι όλα αυτά με ανθρώπους που ζουν στην επαρχία, ειδικά σε τόπους εύφορους ή τουριστικούς και συχνά διαπιστώνεις ότι ζείτε σε διαφορετικούς κόσμους. Τα πληροφορούνται φυσικά κι εκείνοι όλα αυτά στην τηλεόραση, το ράδιο, τις εφημερίδες και το Διαδίκτυο - όταν παίζει σήμα -, όμως η καθημερινότητα της πλειοψηφίας ελάχιστα έδειχνε να έχει επηρεαστεί. Περισσότερη ήταν μια αταβιστική, σχεδόν, «γκρίνια» (συνήθης σε αγρότες κι εμπόρους, είτε οι αγελάδες είναι παχιές, είτε αδύναμες), παρά η πραγματική χρεία. Οι εισοδηματικές μειώσεις κι η φοροκαταιγίδα διαρκείας αγγίξανε βέβαια κι εκείνους, όμως η «άλλη Ελλάδα» τον έχει ακόμα τον τρόπο της. Δύσκολα θα πεινάσεις, καθώς η μεγάλη πλειονότητα διαθέτει καλλιέργειες, ζώα ή έστω κάποιο περιβόλι (κάπως έτσι τη σκαπούλαρε η επαρχία και στη μεγάλη πείνα του '41-'42), δύσκολα θα αφεθείς στην τύχη σου, δύσκολα θα αναγκαστείς να κλείσεις το μαγαζάκι ή να ξεπουλήσεις το χωράφι του παππού. Οι στενές προσωπικές σχέσεις - ευχή μα και... κατάρα αν διαφέρεις κομμάτι από τη μάζα -, οι χαλαροί ρυθμοί κι η ζωή κοντά στη φύση, όσο σκληρή, συμβάλλουν, κατά τεκμήριο, σε μια ψυχική ηρεμία που για τα παιδιά της πόλης είναι ένα συνεχές, αγχωμένο ζητούμενο. Επιπλέον, το κόστος ζωής είναι αισθητά μικρότερο. Για να κυκλοφορήσεις μια ολόκληρη μέρα στην Αθήνα π.χ., να πιεις έναν καφέ, να φας κάτι, να κινηθείς, να πιεις καμια μπίρα έξω το βράδυ, χρειάζεσαι τουλάχιστον ένα εικοσάρι στην τσέπη, ποσό που στο χωριό σε βγάζει μέχρι και βδομάδα (το κόστος της εκπαίδευσης ενός παιδιού ή της φροντίδας ενός αρρώστου είτε ηλικιωμένου είναι συχνά, ωστόσο, πιο δυσβάστακτο εξαιτίας και των αποστάσεων).

 

Δίκαια φωνάζουν και διαμαρτύρονται, οπότε, ιδιαίτερα οι μικροπαραγωγοί. Ακόμα και σήμερα, εξάλλου, καμια σοδειά δεν είναι εγγυημένη. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε φίλος χωρικός, «το κτήμα είναι σαν ένα εργοστάσιο δίχως στέγη – μπορεί να έχεις φουλ παραγωγή και ξαφνικά ένα χαλάζι να στα καταστρέψει όλα».


Ήτανε φέτος τον Αύγουστο με αφορμή τη νέα συμφωνία-μνημόνιο και το πρόβλημα ρευστότητας που, ευρισκόμενος κάπου στο ύπαιθρο, άκουσα τις συνηθισμένες «γκρίνιες» να μετατρέπονται σε σοβαρές ανησυχίες. Τα προβλεπόμενα μέτρα φορολογούν τον αγρότη-παραγωγό σαν κανονικό επιχειρηματία (ήδη άλλωστε ήδη υποχρεούνται, οι επαγγελματίες, να διατηρούν βιβλία εσόδων-εξόδων). Ο συντελεστής φορολόγησης αυξάνεται στο 26%, η προκαταβολή φόρου στο 100%, μειώνεται η επιδότηση στο πετρέλαιο θέρμανσης ενώ καταργείται η έκπτωση στο αγροτικό, ανατιμάται το αγροτικό ρεύμα, τριπλασιάζονται οι ασφαλιστικές εισφορές, ανηφορίζει ο ΦΠΑ σε εξοπλισμό και συσκευασμένα προϊόντα... Αν όλα αυτά τα ωραία εφαρμοστούν κατά γράμμα, η ελληνική επαρχία θα στενάξει. Οι υπερ-φόροι, το αυξημένο κόστος και η περιορισμένη κατανάλωση απειλούν να εξανεμίσουν τα ήδη ισχνά κέρδη του μέσου παραγωγού. Ήδη η "μαύρη" οικονομία οργιάζει, ειδικά σε ευπαθή προϊόντα όπως φρούτα εποχής και κτηνοτροφικά. Αλλά και οι κοινοτικές ενισχύσεις έχουν πια περιοριστεί, δίνονται με αυστηρότερα κριτήρια.

 

Οι στενές προσωπικές σχέσεις - ευχή μα και... κατάρα αν διαφέρεις κομμάτι από τη μάζα -, οι χαλαροί ρυθμοί κι η ζωή κοντά στη φύση, όσο σκληρή, συμβάλλουν, κατά τεκμήριο, σε μια ψυχική ηρεμία που για τα παιδιά της πόλης είναι ένα συνεχές, αγχωμένο ζητούμενο. Επιπλέον, το κόστος ζωής είναι αισθητά μικρότερο... Φωτο: Konstantinos Tsakalidis / SOOC
Οι στενές προσωπικές σχέσεις - ευχή μα και... κατάρα αν διαφέρεις κομμάτι από τη μάζα -, οι χαλαροί ρυθμοί κι η ζωή κοντά στη φύση, όσο σκληρή, συμβάλλουν, κατά τεκμήριο, σε μια ψυχική ηρεμία που για τα παιδιά της πόλης είναι ένα συνεχές, αγχωμένο ζητούμενο. Επιπλέον, το κόστος ζωής είναι αισθητά μικρότερο... Φωτο: Konstantinos Tsakalidis / SOOC


Σε εποχές παλιότερες, η ζωή μακριά από τις πόλεις ήτανε στ' αλήθεια δύσκολη, όσο ρομαντική κι αν φάνταζε. Η επιβίωση μπορεί να ήταν στοιχειωδώς εξασφαλισμένη, όμως εξαρτιόσουν άμεσα από τη ζήτηση, τα τερτίπια του καιρού και τις πιθανές αρρώστιες ζώων και φυτών – αν πάλι πάθαινες ο ίδιος κάτι σοβαρό, «μαύρο φίδι σ' έτρωγε», καθώς έλεγε η γιαγιά μου. Η πρόνοια ανύπαρκτη, οι γιατροί σπάνιζαν, τα μεταφορικά μέσα επίσης. Ήταν βασικά από τη δεκαετία του '80 και μετά που, χάρη στις εκτεταμένες παροχές, τις αποζημιώσεις, τις κοινοτικές επιδοτήσεις και βέβαια τη φτηνή εργασία των μεταναστών που ανέβηκαν θεαματικά επίπεδο ζωής και εισοδήματα, να γεμίζουν οι αγροτικοί δρόμοι πολυτελείς και... ατελείς τζιπούρες, να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια νεοπλουτίστικα, ανοικονόμητα και συχνά αυθαίρετα σπίτια-«τούρτες».

 

Για να φτάσουμε, μέσα στην ανέμελη ευδαιμονία εκείνων των καιρών, στο άλλο άκρο – σε αγροτικούς συνεταιρισμούς-φυτώρια οικονομικών σκανδάλων, στα χιλιάδες στρέμματα-μαϊμού που δηλώνονταν για να τρέχουν οι επιδοτήσεις, στον αλόγιστο χημικό «πόλεμο» για να αυξηθεί η παραγωγή και στις απανταχού Μανωλάδες. Είχε τόσο «καλομάθει» η επαρχία ώστε ακόμα και στα δύσβατα τούτα χρόνια, οι περισσότεροι άνεργοι νέοι ή και μεγαλύτεροι προτιμούν να σαπίζουν στις καφετέριες παρά να πάνε να δουλέψουν στο χωράφι πλάι στον Βούλγαρο και τον Πακιστανό μετανάστη, αδιάφορο αν τους τάζουν «ελληνικό» μεροκάματο (θα μεμφθούν, ωστόσο, «τους ξένους που μας παίρνουν τις δουλειές»). Έχουν αλλάξει φυσικά κι οι εποχές, πόσοι νέοι ονειρεύονται να καλλιεργούν πατάτες, να μαζεύουν ελιές, να αρμέγουν γίδια; Μήπως τους έπεισε κανείς ότι ακόμα κι αυτές τις «παρακατιανές» ασχολίες θα μπορούσαν να τις κάνουν, ελλείψει συναρπαστικότερων διεξόδων, πολύ πιο δημιουργικά και αποδοτικά;


Δίκαια φωνάζουν και διαμαρτύρονται, οπότε, ιδιαίτερα οι μικροπαραγωγοί. Ακόμα και σήμερα, εξάλλου, καμια σοδειά δεν είναι εγγυημένη. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε φίλος χωρικός, «το κτήμα είναι σαν ένα εργοστάσιο δίχως στέγη – μπορεί να έχεις φουλ παραγωγή και ξαφνικά ένα χαλάζι να στα καταστρέψει όλα». Όπου όμως υπάρχει παραπανίσιο, αδήλωτο, «μαύρο» χρήμα – και κρίνοντας από την εμπειρία μου, δεν σπανίζει, συν ότι τα περισσότερα επαγγελματικά νταραβέρια γίνονται χωρίς αποδείξεις -, δε βλέπω γιατί να συνεχίσει να είναι στο απυρόβλητο, όταν ένας μεροκαματιάρης της πόλης δεν μπορεί να γλιτώσει ούτε σεντ. Δεν "κανιβαλίζω" κανέναν, αλίμονο, και τα τρακτέρ θα υποστηρίξω αν ξαναβγούν στους δρόμους, αρκεί μόνο να μην αποκτήθηκαν στη δική μου πλάτη.


Υπάρχουν φυσικά κι εκείνοι (νέοι κυρίως άνθρωποι) που σαν έσκασε η κρίση αποφάσισαν να επιστρέψουν στους τόπους καταγωγής τους και να το παλέψουν εκεί, στήνοντας πρότυπα αγροκτήματα, μικροεπιχειρήσεις τυποποίησης και πετυχαίνοντας πράγματα κόντρα στην περιρρέουσα αφασία, σε νοοτροπίες και θεσμούς που λίγο έχουν αλλάξει από την τουρκοκρατία. Δεν είναι ακόμα αναλογικά πολλοί, είναι όμως εχέγγυο ελπίδας. Είναι να χαίρεσαι όσους «ψάχνονται», δίχως να επαναπαύονται στην πεπατημένη, όσους προσανατολίζονται σε νέες, αποδοτικότερες, οικολογικότερες καλλιέργειες, συνταιριάζοντας πατροπαράδοτες γνώσεις με σύγχρονες αντιλήψεις και τεχνικές, εκείνους που λειτουργούν πιο εναλλακτικά, στήνουν συνεταιρισμούς νέου τύπου, παρακάμπτουν τους μεσάζοντες... Όλοι αυτοί θα δοκιμαστούν επίσης και θα είναι κρίμα μετά από τόσους κόπους να βρεθούν ξαφνικά μπροστά σε «τοίχο», όντας η μόνη ελπίδα να υπάρξει ένα καινούργιο αναπτυξιακό μοντέλο αγροτικής πολιτικής που θα εξασφαλίζει τη δική τους αξιοπρεπή διαβίωση, την επάρκεια της χώρας σε βασικά τρόφιμα (σημαντικό αβαντάζ σε καιρούς χαλεπούς) και νέες προοπτικές για την «εκτός των τειχών» Ελλάδα.

 

Φωτο: Konstantinos Tsakalidis / SOOC
Φωτο: Konstantinos Tsakalidis / SOOC