ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΧΡΟΝΟ, περίπου στην αρχή της πανδημίας στη χώρα μας, το καθεστώς Ερντογάν επιχειρούσε να εργαλειοποιήσει το προσφυγικό, προκειμένου να προκαλέσει την αποσταθεροποίηση της Ελλάδας και να εκβιάσει, φέρνοντας προ τετελεσμένων την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήταν αναμφίβολα η πιο δύσκολη στιγμή της κυβέρνησης μέχρι τότε, έχοντας να αντιμετωπίσει δύο μεγάλες και πρωτόγνωρες κρίσεις, της πανδημίας και των συνόρων στον Έβρο, μαζί. Τότε ο πρωθυπουργός είχε ένα σημαντικό πλεονέκτημα, καθώς είχε λειτουργήσει το γνωστό στην πολιτική επιστήμη «rally-’round-the-flag effect». Πρόκειται για το φαινόμενο της αυξημένης λαϊκής συσπείρωσης ή και υποστήριξης της ηγεσίας μιας χώρας, που παρατηρείται σε περιόδους κρίσεων ή πολέμων. 


Σήμερα, δεν υπάρχει η άμεση απειλή της Τουρκίας, όπως υπήρχε πέρσι στον Έβρο ή αργότερα, με το Ορούτς Ρέις, και η πανδημία δεν είναι πια τόσο άγνωστος εχθρός, αφού στο μεταξύ ήρθαν τα εμβόλια και η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. Παρ’ όλα αυτά, η κατάσταση στη χώρα είναι πιο εκρηκτική από κάθε άλλη φορά κατά τη διάρκεια αυτής της διακυβέρνησης και μοιάζει πολύ πιο επικίνδυνη. Η ουσιαστική αλλαγή είναι ότι τώρα, αντί για συσπείρωση απέναντι στον «κοινό εχθρό», υπάρχει ένα έντονα διχαστικό κλίμα στην ελληνική κοινωνία, με τη μια πλευρά να επιτίθεται άγρια στην άλλη. Το θέμα δεν είναι ποσοτικό. Δεν έχει σημασία πόσοι είναι στη μία πλευρά και πόσοι στην άλλη. Ούτε το πόσο δίκιο έχει ο καθένας. Το πρόβλημα είναι η τοξικότητα του δηλητηρίου που διοχετεύεται στην ελληνική κοινωνία, καθιστώντας την αδύναμη να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τον πραγματικό «εχθρό», που είναι ο ιός. Τα προβλήματα είναι πολλά, αλλά αυτός είναι ο άμεσος κίνδυνος που εξακολουθεί να απειλεί τη δημόσια υγεία και εξαιτίας του χάνονται καθημερινά ανθρώπινες ζωές. 

 

Στο θέμα των σχεδόν καθημερινών κινητοποιήσεων, η κυβέρνηση έχει βρεθεί μεταξύ δύο πυρών, με αποτέλεσμα να κατηγορείται και από τις δύο πλευρές, αφού ούτε εδώ έχει ξεκάθαρη πολιτική. Οι ψηφοφόροι της, αλλά και μια μερίδα πολιτών που τηρεί με ευλάβεια τα μέτρα, κατηγορεί την κυβέρνηση ότι επιτρέπει διαδηλώσεις, την ώρα που όλοι οι υπόλοιποι δεν μπορούν να συναντήσουν ούτε συγγενείς ούτε φίλους, αφού αυτό απαγορεύεται.


Πολιτικές αντιπαραθέσεις υπάρχουν σε όλες τις δημοκρατίες, αλλά η αντιπαράθεση γίνεται θεσμικά, με δημοκρατικές διαδικασίες. Εδώ, αυτές τις μέρες, η κατάσταση μοιάζει σχεδόν σαν να είμαστε προ εμφυλίου. Η κυβέρνηση κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ ότι επενδύει στην όξυνση του κοινωνικού κλίματος, είτε με τον Κουφοντίνα είτε με τη Νέα Σμύρνη, και ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό προσωπικά ότι αυτός είναι που υποκινεί την οργή των πολιτών. Η κοινωνία είναι αρκετά ταλαιπωρημένη από την πανδημία και τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της. Σε παρόμοιες καταστάσεις ενίοτε και μία σπίθα αρκεί. Οι πρώτες, πιο μαζικού χαρακτήρα αντιδράσεις προκλήθηκαν από το νομοσχέδιο για την παιδεία και στη συνέχεια από την υπόθεση Κουφοντίνα, με σχεδόν καθημερινές διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας και εντυπωσιακή συμμετοχή νέων, η οποία οφείλεται κυρίως στη συσπείρωση των πολιτικών φορέων της αριστεράς, κοινοβουλευτικών και εξωκοινοβουλευτικών. 

 


ΣΕ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕ
 τα γρήγορα αντανακλαστικά, την πιο ενωτική στάση και ένα κάποιο σχέδιο που έδειξε να έχει για την αντιμετώπιση της διπλής κρίσης πέρσι η κυβέρνηση, αυτήν τη φορά κανένας δεν κατάλαβε αν έχει κάποιο σχέδιο και ποιο είναι αυτό. Στη δεύτερη φάση της πανδημίας κάνει διαρκώς βήματα μία μπρος και μία πίσω, χωρίς να εξηγεί τι κάνει και γιατί. Αυτές τις μέρες έβλεπε, όπως όλοι μας, τα κρούσματα να αυξάνονται δραματικά και τις ΜΕΘ να ασφυκτιούν και υπουργοί της έβγαιναν και ανακοίνωναν άνοιγμα της αγοράς και των σχολείων μέσα στον Μάρτιο, για να το πάρουν πίσω μετά από δύο μέρες. Πριν από λίγο καιρό ανακοίνωσαν αυστηρότερο lockdown, χωρίς να είναι σε θέση να επιτηρούν την εφαρμογή των μέτρων που βάζουν. Oύτε στους χώρους εργασίας ούτε στα μέσα μεταφοράς έχει παρατηρηθεί κάποια πρόοδος. Μιλάνε για άνοιγμα των λυκείων, την ώρα που η βρετανική μετάλλαξη σαρώνει και όλο και περισσότεροι νέοι και παιδιά νοσούν, χωρίς να εξηγούν πώς αυτό μπορεί να γίνει με ασφάλεια. 


Στο θέμα των σχεδόν καθημερινών κινητοποιήσεων, η κυβέρνηση έχει βρεθεί μεταξύ δύο πυρών, με αποτέλεσμα να κατηγορείται και από τις δύο πλευρές, αφού ούτε εδώ έχει ξεκάθαρη πολιτική. Οι ψηφοφόροι της, αλλά και μια μερίδα πολιτών που τηρεί με ευλάβεια τα μέτρα, κατηγορεί την κυβέρνηση ότι επιτρέπει διαδηλώσεις, την ώρα που όλοι οι υπόλοιποι δεν μπορούν να συναντήσουν ούτε συγγενείς ούτε φίλους, αφού αυτό απαγορεύεται. Κυβερνητικά στελέχη απαντούσαν ότι η κυβέρνηση σέβεται το δικαίωμα στη διαμαρτυρία (ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης πριν από λίγους μήνες είχε πει ότι τιμά και τους αγώνες της αριστεράς) και δύο μέρες μετά και μερικές διαδηλώσεις αργότερα η αστυνομία έβγαλε την αύρα (υδροβόλο καταστολής). Ποια είναι η στρατηγική αυτή, βάσει της οποίας τη μια μέρα η κυβέρνηση εμποδίζει τις διαδηλώσεις και την άλλη τις επιτρέπει, μόνο ο πρωθυπουργός και ο Χρυσοχοΐδης γνωρίζουν. Το αποτέλεσμα, πάντως, είναι να κατηγορούν την κυβέρνηση και αυτοί που είναι υπέρ των διαδηλώσεων και αυτοί που είναι κατά. Οι μεν γιατί τις καταστέλλει, οι δε επειδή τις επιτρέπει.  


Στην πραγματικότητα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος υποτίμησε τη δυναμική των διαδηλώσεων για τον Κουφοντίνα και η έλλειψη διορατικότητας στο επιτελείο του ήταν προφανής γύρω από το θέμα αυτό, θέλει να προβάλει ένα πολιτικά κεντρώο και φιλελεύθερο προφίλ και έχει επιλέξει για τον λόγο αυτό έναν πασοκογενή πολιτικό για το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Δεν θέλει να κατηγορείται για αυταρχισμό και καταστολή, γι’ αυτό και απέφυγε να υιοθετήσει το δόγμα της «μηδενικής ανοχής» της εποχής Σαμαρά - Δένδια, παρότι αυτό ενθουσιάζει τον σκληρό πυρήνα των ψηφοφόρων του κόμματός του. Το αποτέλεσμα, όμως, είναι να δέχεται έντονη κριτική από τη βάση του, καθώς και αρκετή γκρίνια. Εκεί οφείλεται προφανώς η έλλειψη στρατηγικής, καθώς και η αλλαγή της στάσης, ανάλογα με το κλίμα κάθε φορά. 

 

cover 676
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Η άσκηση βίας από αστυνομικό εναντίον πολίτη στη Νέα Σμύρνη, που έγινε η αιτία να πυροδοτηθεί νέος γύρος σοβαρών επεισοδίων και κρίσης, αντιμετωπίστηκε αμήχανα από την κυβέρνηση και με καθυστέρηση. Αν η διαθεσιμότητα του αστυνομικού και η ΕΔΕ είχαν διαταχθεί την ίδια μέρα και η κυβέρνηση είχε επιδείξει αποφασιστικότητα, ίσως η κατάσταση να είχε κάπως εκτονωθεί και σίγουρα δεν θα δεχόταν την ίδια κριτική, καθώς περιστατικά αστυνομικής βίας υπάρχουν πάντα και παντού, το θέμα είναι η θεσμική και δημοκρατική αντιμετώπισή τους από την πολιτεία και την εκάστοτε διοίκηση. Τέτοια περιστατικά, όταν μια κυβέρνηση θέλει να αποφύγει περαιτέρω εντάσεις και να σπάσει τον φαύλο κύκλο της βίας, απαιτούν γρήγορα αντανακλαστικά και θεσμική αντιμετώπιση, με δημοκρατικότητα και διαφάνεια. Φυσικά, σε μια δημοκρατική κοινωνία αυτό δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει όσα ακολούθησαν με το αποκρουστικό λιντσάρισμα ενός νεαρού αστυνομικού, που από τύχη δεν έχασε τη ζωή του. Μέσα στο τοξικό κλίμα των ημερών κάποιοι παραβλέπουν ότι οι άδικες πράξεις δεν συμψηφίζονται. Κάθε περίπτωση κρίνεται ξεχωριστά και έχει το δικό της βάρος. Κάθε πλευρά έχει συγκεκριμένες ευθύνες που της αναλογούν, οι οποίες επίσης δεν συμψηφίζονται και ο καθένας κρίνει ανάλογα με τις αρχές και τις αξίες του. 


Ωστόσο, τη διοίκηση της χώρας αυτή την περίοδο την ασκεί ο κ. Μητσοτάκης. Εκείνος έχει την εξουσία και την ευθύνη για την τήρηση της νομιμότητας και τη διαφύλαξη της δημοκρατικής λειτουργίας. Ακόμα και αν η αξιωματική αντιπολίτευση ποντάρει στην ένταση και την πυροδοτεί, όπως την κατηγορεί, και πάλι η ευθύνη για την ομαλότητα και τη νομιμότητα είναι δική του και αυτό δεν αλλάζει. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα κριθεί επίσης από τους πολίτες στην κάλπη, όταν έρθει η ώρα. Η κυβέρνηση οφείλει να λογοδοτεί καθημερινά, όσο ασκεί εξουσία. 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.