Η ΕΠΙΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΩΝ από την πλειοψηφία των πολιτών που κατέγραφαν οι δημοσκοπήσεις εμπόδισε την κυβέρνηση να προχωρήσει στην καταστολή τους το προηγούμενο διάστημα. Σήμερα, όμως, δηλώνει ότι εξαντλήθηκε η υπομονή της και ότι πρέπει να αναμένεται η αστυνομική παρέμβαση.
Το αγροτικό ζήτημα αποδεικνύεται μεγαλύτερο πρόβλημα για την κυβέρνηση από ό,τι εκτιμούσε αρχικά και οι συνεχείς αναβολές της αντιμετώπισής του φανερώνουν τους δισταγμούς που υπήρχαν. Μπορεί κάποιοι υπουργοί να κατηγορούν τους αγρότες στα μπλόκα ότι κάνουν επαναστατική γυμναστική ή ότι είναι πολιτικά υποκινούμενοι, γνωρίζουν όμως ότι η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική και γι’ αυτό η κυβέρνηση αμφιταλαντευόταν τις προηγούμενες μέρες.
Στους κτηνοτρόφους, που έχουν πολύ σοβαρό πρόβλημα, κυρίως λόγω της ευλογιάς των προβάτων, η κυβέρνηση αυτές τις μέρες υποσχέθηκε λύσεις με σημαντική καθυστέρηση, παραδεχόμενη εμμέσως ότι ως τώρα δεν είχαν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα.
Οι Έλληνες αγρότες είναι ένα συντηρητικό κοινωνικό στρώμα. Υπάρχουν ορισμένοι νέοι αγρότες με ένα πιο ριζοσπαστικό προφίλ, και το ΚΚΕ διαθέτει, πράγματι, μια σεβαστή δύναμη στο αγροτικό κίνημα, αλλά οι περισσότεροι είναι συντηρητικοί και αυτό προκύπτει και από τις εκλογικές αναλύσεις για το πώς ψηφίζουν. Η πλειοψηφία των αγροτών στις εκλογές των τελευταίων ετών ψηφίζει Νέα Δημοκρατία.
Η κυβέρνηση απέναντι και στους «δικούς της» αγρότες
Είναι γνωστό ότι στα μπλόκα δεν συμμετέχουν μόνο αριστεροί, ριζοσπάστες ή αντικυβερνητικοί αγρότες, αλλά και πολλοί νεοδημοκράτες. Όλοι αυτοί δεν βγαίνουν στον δρόμο για να κάνουν «επαναστατική γυμναστική», όπως τους κατηγορούν κάποιοι από την κυβέρνηση. Αν δεν υπήρχαν πραγματικά και μεγάλα προβλήματα, δεν θα έβγαιναν τόσοι αγρότες στους δρόμους και δεν θα υπήρχε αυτή η μαζικότητα. Η αφορμή, άλλωστε, που πυροδότησε την αγροτική αντίδραση ήταν οι μεγάλες καθυστερήσεις στις πληρωμές τους, οι οποίες οφείλονταν στους κυβερνητικούς χειρισμούς που έγιναν μετά τις αποκαλύψεις για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Σε περιοχές της περιφέρειας, όπως αυτή της Μακεδονίας, π.χ., υπάρχουν και νεοδημοκράτες αγρότες οι οποίοι είναι καραμανλικοί ή ανήκουν στο κλίμα της λεγόμενης λαϊκής δεξιάς και δεν «ελέγχονται» από την ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος. Υπάρχει δηλαδή και αυτή η εσωκομματική διάσταση, που παίζει κάποιον ρόλο, αλλά όχι τόσο κρίσιμο όσο τα πραγματικά προβλήματα, τα οποία πυροδοτούν την αγροτική αντίδραση.
Ο στενός πυρήνας του πρωθυπουργού, όπως και ο ίδιος, θεωρούν μαξιμαλιστικά τα αγροτικά αιτήματα και απαράδεκτα τα μπλόκα και το κλείσιμο των δρόμων (οι αγρότες ωστόσο ισχυρίζονται ότι εκείνοι δεν εμποδίζουν τη διέλευση των οχημάτων και ότι είναι η αστυνομία που το κάνει). Στο Μαξίμου υπήρχαν σκέψεις για καταστολή των αγροτικών κινητοποιήσεων από τις πρώτες μέρες. Ο επιχειρηματικός τομέας διαμαρτυρόταν από τις πρώτες μέρες, όπως και ο τουριστικός, και αρκετά κυβερνητικά στελέχη θεωρούσαν ότι η κατάσταση αυτή και η αναποφασιστικότητα της κυβέρνησης μεγάλωνε το πολιτικό κόστος.
Από την άλλη πλευρά, όμως, σε πολλές αγροτικές περιοχές της χώρας, όπου η ΝΔ ήταν πολιτικά κυρίαρχη, υπάρχει μεγάλη δυσαρέσκεια, την οποία οι βουλευτές της επαρχίας την έχουν μεταφέρει σε συνεργάτες του πρωθυπουργού. Σημαντικός λόγος που απέτρεψε την κυβέρνηση το προηγούμενο διάστημα να προβεί σε μια πιο επιθετική αντιμετώπιση των αγροτικών διαδηλώσεων, μαζί με τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων που κατέγραφαν ότι η πλειοψηφία των πολιτών θεωρεί δικαιολογημένο τον αγώνα των αγροτών, ήταν και το πολιτικό κλίμα στις αγροτικές περιοχές που ήταν πολιτικά κάστρα της ΝΔ. Οι δημοσκοπήσεις ήταν εκείνες που ανάγκασαν την κυβέρνηση να προσαρμόσει την τακτική της και να φανεί πιο διαλλακτική από ό,τι ήταν στην αρχή, όταν έλεγε ότι δεν μπαίνει σε διάλογο όσο υπάρχουν τρακτέρ στους δρόμους.
Το Μέγαρο Μαξίμου μετά από σχεδόν 40 μέρες συμφώνησε με τους αγρότες για να συζητήσουν τα αιτήματά τους με τον πρωθυπουργό, βάζοντας όμως κάποιους όρους για τη σύνθεση των δύο επιτροπών που θα τους εκπροσωπούσαν, τους οποίους η Πανελλαδική Επιτροπή των μπλόκων δεν αποδέχθηκε, με αποτέλεσμα ο Κυριάκος Μητσοτάκης την Τρίτη να συναντηθεί μόνο με μια ομάδα «προθύμων», όπως τους αποκαλούν οι υπόλοιποι, και όχι με τους εκπροσώπους της πλειοψηφίας που διαμαρτύρεται και παραμένει στα μπλόκα. Οι «σκληροί» επιμένουν τώρα για κλιμάκωση των κινητοποιήσεων, ενώ στελέχη της κυβέρνησης αναφέρουν από προχθές ότι εάν τα μπλόκα δεν διαλυθούν αυτοβούλως, θα πρέπει να παρέμβουν οι αστυνομικές αρχές.
Τα μέτρα που πρότεινε ο πρωθυπουργός και παρουσιάστηκαν περίπου ως παραχωρήσεις, με την επισήμανση ότι δεν θα γίνουν άλλες, οι αγρότες των μπλόκων τα βρήκαν πολύ λίγα και θεωρούν ότι δεν αντιμετωπίζουν τα προβλήματά τους. Στους κτηνοτρόφους, που έχουν πολύ σοβαρό πρόβλημα, κυρίως λόγω της ευλογιάς των προβάτων, η κυβέρνηση αυτές τις μέρες υποσχέθηκε λύσεις με σημαντική καθυστέρηση, παραδεχόμενη εμμέσως ότι ως τώρα δεν είχαν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα. Αλλά κι εκεί, αν οι κτηνοτρόφοι δεν πάρουν συγκεκριμένες απαντήσεις και δεσμεύσεις, δεν θα ικανοποιηθούν, όπως λένε.
Το χαμένο στοίχημα της αγροτικής πολιτικής
Η αλλαγή τόσων υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης (Βορίδης, Λιβανός, Γεωργαντάς, Αυγενάκης, Τσιάρας) καταδεικνύει από μόνη της ότι κάτι δεν πάει καλά στον σχεδιασμό της αγροτικής πολιτικής της κυβέρνησης. Οι αποκαλύψεις του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ θα μπορούσαν να αποτελέσουν την αφορμή για μια ουσιαστική και συνολική μεταρρύθμιση. Παρ’ όλα αυτά, τίποτα δεν άλλαξε, πλην της μεταφοράς αρμοδιοτήτων του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, για την οποία αντιδρούν οι αγρότες, ζητώντας την εξυγίανση και τη διαφάνεια, αντί της κατάργησής του.
Όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν συνηθίσει να αντιμετωπίζουν τους αγρότες με τον πελατειακό τρόπο, τάζοντας κάποιες παροχές και επιδόματα, χωρίς κανένας τους να ενδιαφέρεται να σχεδιάσει μια σύγχρονη αγροτική πολιτική. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, αναδεικνύεται πιο επιτακτικά η ανάγκη αυτό να αλλάξει και να ενισχυθεί και να μεταρρυθμιστεί πραγματικά ο αγροτικός και ο κτηνοτροφικός τομέας. Οι νέοι αγρότες σήμερα πιέζουν προς αυτήν τη κατεύθυνση, για μια μακρόπνοη, βιώσιμη πολιτική, που θα μετατρέψει τον (σε μεγάλο βαθμό καθυστερημένο) αγροτικό τομέα σε ισχυρό και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τη χώρα. Η κυβέρνηση για την ώρα, ωστόσο, ενδιαφέρεται για το πώς θα φύγουν τα τρακτέρ από τους δρόμους και για την αποφυγή του πολιτικού κόστους, μεταθέτοντας αυτήν τη συζήτηση στο μέλλον.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO