ΑNAMEΣΑ ΣΤΑ ΠΟΛΛΑ ΘΕΜΑΤΑ της ανώτατης εκπαίδευσης που τους τελευταίους μήνες απασχόλησαν την κοινή γνώμη, η κατάργηση του Τμήματος Μουσειολογίας στον Πύργο πέτυχε το ασύλληπτο: τη διακομματική σύμπνοια όλων των τοπικών παραγόντων σε τηλεδιάσκεψη την 4η Φεβρουαρίου με ένα κοινό αίτημα: η Ηλεία να μη γίνει νομός χωρίς πανεπιστημιακό τμήμα.

 

Ο πρωτευουσιάνικος, κυρίως φιλοκυβερνητικός, Tύπος σχολίασε με ειρωνεία τη νοοτροπία που βρίσκεται πίσω από αυτή την αντίδραση, τη νοοτροπία του «κάθε νομός και πανεπιστήμιο, κάθε πόλη και τμήμα», παραβλέποντας το γεγονός ότι είναι μια πολιτική που μπορεί να εισήγαγε το ΠΑΣΟΚ και να κορύφωσε ο Κ. Γαβρόγλου, αλλά είχε υιοθετηθεί και από κυβερνήσεις της ΝΔ.

 

Η κατάργηση του Τμήματος Μουσειολογίας –και αρκετών άλλων τμημάτων με αντίστοιχα προβλήματα– ήταν επιβεβλημένη. Είναι ένα τμήμα με πολύπλοκο γνωστικό αντικείμενο που απαιτεί μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών, όπως αυτό που προσφέρεται από κοινού από τα πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης και Δυτικής Μακεδονίας. Δεν διαθέτει μόνιμο προσωπικό για τις διδακτικές ανάγκες. Δέχεται αριθμό φοιτητών δυσανάλογα μεγάλο ως προς τις ανάγκες της αγοράς εργασίας (192 το 2020). Ήταν 1η-3η προτίμηση μόνο για 194 από τους 5.128 υποψηφίους και 1η-3η επιλογή μόνο για 21 από τους 192 εισαχθέντες. Η βάση εισαγωγής ήταν από τις χαμηλότερες στην Ελλάδα (5.635 μόρια).

 

Είναι ένα τμήμα μη βιώσιμο, δημιουργημένο με την προϋπόθεση ότι όσοι φοιτητές εισαχθούν δεν θα σπουδάσουν, όσοι σπουδάσουν δεν θα πάρουν πτυχίο κι όσοι πάρουν πτυχίο δεν θα βρουν δουλειά.

 

Η προσφορά εναλλακτικών προοπτικών απαιτείται για τις πόλεις που θα στερηθούν πανεπιστημιακά τμήματα. Το αίτημά τους να έχουν κι αυτές ένα μερίδιο από τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η ανώτατη εκπαίδευση είναι δικαιολογημένο· η ίδρυση απομονωμένων τμημάτων δεν είναι.
 

 

Το Τμήμα Μουσειολογίας δείχνει παραδειγματικά τα αποτελέσματα μιας πολιτικής για τα ΑΕΙ που επί δεκαετίες δεν υπαγορευόταν από τις ανάγκες της κοινωνίας, της επιστήμης, του πολιτισμού και της οικονομίας για την καλλιέργεια ενός γνωστικού αντικειμένου και δεν λάμβανε υπόψη συνολικά τον ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας. Η πολιτική υπαγορευόταν κυρίως από την απαίτηση της ελληνικής οικογένειας όλα τα βλαστάρια της να βρουν θέση στο πανεπιστήμιο και από τις πιέσεις τοπικών πολιτευτών και της τοπικής οικονομίας (των ιδιοκτητών διαμερισμάτων και φαστφουντάδικων).

 

Ήταν μια βολική πολιτική, γιατί το «παρκάρισμα» νέων για κάποια χρόνια σε ΑΕΙ τούς απομακρύνει (προσωρινά) από τις στατιστικές για την ανεργία. Και ήταν μια πολιτική που ενισχύθηκε από τη γενικότερη ευρωπαϊκή τάση να εξαλείφεται η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην ανώτατη επαγγελματική εκπαίδευση (που παρείχαν μέχρι πρότινος τα ΤΕΙ) και την επιστημονική εκπαίδευση (που ήταν υπόθεση των πανεπιστημίων). Τμήματα που ως περιφερειακά ΤΕΙ εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της κοινωνίας και παρείχαν επαγγελματική εκπαίδευση που οδηγούσε σε απασχόληση βρέθηκαν να είναι πανεπιστημιακά τμήματα χωρίς να είναι προετοιμασμένα να αντεπεξέλθουν στις αντίστοιχες απαιτήσεις και διεκδικώντας την ίδια μεταχείριση με τα παραδοσιακά πανεπιστημιακά τμήματα. Οι χαμηλές βάσεις εισαγωγής σε αυτά τα τμήματα σόκαραν το 2020, το νέο δεδομένο όμως δεν ήταν αυτές αλλά το γεγονός ότι τα ΤΕΙ είχαν γίνει ξαφνικά ΑΕΙ.

 

Σε αυτή την πολύ επιγραμματική περίληψη χρόνιων προβλημάτων ας προσθέσουμε τη χαμηλής ποιότητας φοιτητική ζωή σε πόλεις με μονωμένα τμήματα –φοιτητική ζωή δεν είναι μόνο η στρατολόγηση από κάποια νεολαία αλλά και ο θεατρικός όμιλος, ο αθλητισμός ή η χορωδία–, την απροθυμία των διδασκόντων να ζήσουν στις πόλεις όπου διδάσκουν και τον μεγάλο αριθμό μετεγγραφών που επηρεάζει πολύ αρνητικά την εκπαιδευτική διαδικασία, όπως έχουν δείξει σχετικές έρευνες.

 

Δυστυχώς, η πολιτική πόλωση και οι εμμονές τις ελληνικής κοινωνίας δεν επιτρέπουν την αναγκαία νηφάλια συζήτηση των προβλημάτων. Ας πάρουμε ως παράδειγμα τη θέσπιση ελάχιστης βάσης για την εισαγωγή στα ΑΕΙ. Επικρίθηκε από περιφερειακά πανεπιστήμια επειδή θα οδηγήσει στη δραματική μείωση των εισαχθέντων και από την αντιπολίτευση επειδή θα οδηγήσει τους αποτυχόντες σε ιδιωτικά κολέγια.

 

Σκεφτείτε το εξής σενάριο. Επειδή σε μια χώρα αυξάνεται ο αριθμός τροχαίων ατυχημάτων, η κυβέρνηση αποφασίζει να κάνει αυστηρότερες τις εξετάσεις για το δίπλωμα οδήγησης και η αντιπολίτευση διαμαρτύρεται, επειδή έτσι θα μειωθούν οι πωλήσεις αυτοκινήτων και θα αυξηθούν οι δωροδοκίες των εξεταστών. Ένα πολύπλοκο πρόβλημα –τα ατυχήματα μπορεί να οφείλονται π.χ. και στην κακή συντήρηση των δρόμων– καταλήγει σε αντιπαράθεση συνθημάτων και όχι σε λύσεις.

 

Λύσεις υπάρχουν, π.χ. ελάχιστος βαθμός εισαγωγής και στις ιδιωτικές σχολές, βελτίωση του επαγγελματικού προσανατολισμού και, το κυριότερο, προσφορά εναλλακτικών προοπτικών για την επαγγελματική εκπαίδευση. Λύση δεν είναι ούτε η εισαγωγή σε πανεπιστημιακά τμήματα φοιτητών που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για σπουδές ούτε η απερίσκεπτη ίδρυση τμημάτων.

 

Η προσφορά εναλλακτικών προοπτικών απαιτείται για τις πόλεις που θα στερηθούν πανεπιστημιακά τμήματα. Το αίτημά τους να έχουν κι αυτές ένα μερίδιο από τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η ανώτατη εκπαίδευση είναι δικαιολογημένο· η ίδρυση απομονωμένων τμημάτων δεν είναι.

 

Εναλλακτικές προοπτικές δεν έχουν συζητηθεί, επειδή η ίδρυση τμημάτων θεωρούνταν πανάκεια από τις ηγεσίες του υπουργείου Παιδείας και τους τοπικούς βουλευτές. Όμως εναλλακτικές προοπτικές υπάρχουν. Αναφέρω ενδεικτικά την οργάνωση από τα ΑΕΙ θερινών μαθημάτων και εργαστηρίων εξειδίκευσης σε εκείνες τις πόλεις που προσφέρονται λόγω των υποδομών τους (π.χ. μουσεία και αρχαιολογικές θέσεις), της οικολογίας τους ή της γεωγραφικής τους θέσης· την οργάνωση συνεδρίων· τη μεταφορά των διδασκαλείων ελληνικής γλώσσας για ξένους φοιτητές από τις έδρες των πανεπιστημίων σε πόλεις της περιφέρειας· με λίγα λόγια, την ίδρυση όχι τμημάτων αλλά παραρτημάτων των ΑΕΙ για ειδικούς σκοπούς.

 

Όταν το Χάρβαρντ διατηρεί Κέντρο Ελληνικών Σπουδών στο Ναύπλιο και οργανώνει θερινά μαθήματα στην Ολυμπία, ανάλογες δραστηριότητες μπορούν να ξεκινήσουν και από τα ελληνικά ΑΕΙ, ιδίως στο πλαίσιο της διεθνοποίησής τους. Και η ποιότητα της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης θα βελτιωθεί και η περιφέρεια θα ενισχυθεί. Χορηγοί για καινοτόμα πιλοτικά προγράμματα προς αυτή την κατεύθυνση μπορούν να βρεθούν.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.