Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ και οι συνθήκες καραντίνας που ζήσαμε ανέδειξαν πολλές μορφές κρυφής κοινωνικής βίας. Όλες, λίγο-πολύ, είχαν στο επίκεντρό τους τη γυναίκα-θύμα. Ενδοοικογενειακή βία που πήρε τις διαστάσεις του φαινομένου της γυναικοκτονίας, όπως και αποκαλύψεις για πολλές μορφές προσβολής και παρενόχλησης γυναικών σε χώρους του θεάματος (θέατρο, αθλητισμός) απασχόλησαν και απασχολούν την ειδησεογραφία, άλλοτε με αυξημένους τόνους δραματοποίησης άλλοτε με την ειλικρινή προσπάθεια να κατανοηθεί το γιατί η ιδιωτική σφαίρα και οι σχέσεις των δύο φύλων υποκρύπτουν τόση βαναυσότητα.

 

Το παράδειγμα του εγκλήματος με το βιτριόλι αποτέλεσε μια διαφορετική περίπτωση που προσέλκυσε τόσο την tabloid σκανδαλοθηρική περιέργεια όσο και μια γενικευμένη έκπληξη. Το γεγονός ότι θύτης σε αυτό το έγκλημα είναι μια γυναίκα και μάλιστα το ότι μετήλθε μια πολύ σπάνια πια «τιμωρία» σε ερωτικά εγκλήματα κέντρισε εξαρχής το ενδιαφέρον.

 

Η γενναία δημόσια παρουσία του θύματος Ιωάννας Παλιοσπύρου στη δικαστική διαδικασία εκτόξευσε τη δημοσιογραφική και όχι μόνο περιέργεια. Η φιγούρα της με τη μάσκα και το καπέλο αποτελεί μια εικόνα βγαλμένη από σκηνές της εικονολογίας των σούπερ ηρώων. Το θάρρος της να αντικρίσει το εμβρόντητο δημόσιο βλέμμα γίνεται αντικείμενο πολύμορφου θαυμασμού και έμπνευσης. 

 

Το βιτριόλι γνωρίζουμε από το παρελθόν ότι αποτελεί περισσότερο ένα μέσο εκδικητικής παραμόρφωσης παρά θανάτωσης. Δεν αποσκοπεί αναγκαστικά στον θάνατο του θύματος αλλά στην αλλοίωση της εμφάνισής του, στο να το κάνει να ντρέπεται λόγω των φρικιαστικών αποτελεσμάτων.

 

Αν εξαιρέσουμε εκείνες τις περιπτώσεις που γίνεται όπλο στα χέρια του στυγερού υποκόσμου (π.χ. όπως φέρεται να είναι η επίθεση στην Κωνσταντίνα Κούνεβα), η χρήση του, συχνότερα από γυναίκες και σπανιότερα από άνδρες, στο παρελθόν σηματοδοτούσε την επιθυμία πρόκλησης μιας μη ανταστρέψιμης βλάβης, σωματικής και ταυτόχρονα ψυχικής, ως αντίποινα στην υποτιθέμενη βλάβη της «τιμής» του θύτη από το θύμα. Μάλιστα, το «όπλο» αυτό αποτελούσε συχνά την ερωτική εκδίκηση της «νοικοκυράς», μια και ήταν εργαλείο των οικιακών της εργασιών.

 

Η μασκοφόρος πρωταγωνίστρια των δελτίων ειδήσεων ενσαρκώνει ένα θύμα αρχέγονων εγκληματικών κινήτρων (τιμή, ζήλια) και υλικών (βιτριόλι) αλλά και της νέας επιθετικότητας που διαμορφώνει η καθημερινή μας σύγχυση μεταξύ επιθυμητού και θεμιτού, επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας, εξιδανίκευσης και παραμόρφωσης, μοναξιάς και υπερκοινωνικότητας.

 

Η σύγχρονη αναβίωση της βιτριολικής εγκληματικότητας διατηρεί την παραμορφωτική της λογική, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει νέες διαδρομές βίας. Σε ασιατικές χώρες το βιτριόλι αποτελεί «επίκαιρο» μέσο εγκληματικής δράσης εναντίον γυναικών.

 

Η αναζήτηση «Πακιστανού» προμηθευτή από τη δράστρια Έφη Καρακάντουλα έχει το σημασιολογικό ενδιαφέρον της ως προς την αναζήτηση μιας «πρωτόγονης» βιαιότητας, αλλά με νέα μέσα. Η παράξενη εξοικείωση με τεχνολογικά κυκλώματα παρανομίας και η αναφορά στην τηλεόραση ως πηγή της ιδέας του αποτρόπαια θεαματικού εγκλήματος κατατάσσουν και αυτή την εγκληματική πράξη στη σφαίρα μιας παράλληλης υπερπραγματικότητας που έρχεται να υποστηρίξει αρχαϊκά ένστικτα καταστροφής.

 

Άλλωστε η αιτία της ζηλοφθονίας που οδηγεί στο έγκλημα φέρεται να είναι η θετική απάντηση του θύματος σε ένα friend request του ποθούμενου άνδρα στο Facebook. Και εδώ τα social media γίνονται αρχή και τέλος του εγκληματικού φαντασιακού, όπως και στην περίπτωση του εγκλήματος στα Γλυκά Νερά. Μέσο ζηλότυπης κατασκοπίας, μέσο απόδειξης ενοχής, μέσο ωραιοποίησης ή τερατοποίησης των πρωταγωνιστών.

 

Η θολωμένη με pixel εικόνα του θύματος στα media προηγήθηκε της συγκλονιστικής εικόνας της με τη μάσκα, η αλλοίωση του προφίλ της στο Facebook ίσως να προηγήθηκε ως κίνητρο και ως σκέψη για τη δράστρια. Το βιτριόλι ως ένα εργαλείο αρνητικού photoshop.

 

Η διαταραγμένη κατανόηση της πραγματικότητας, το βαθύτερο αίτιο της προσφυγής σε μια βίαιη συμπεριφορά προφανώς και είναι μια σύνθετη υπόθεση. Η διαμεσολαβημένη διαδικτυακή ζωή μας, πια, δεν είναι μήτρα εγκληματικής συμπεριφοράς. Όμως η δαιμονοποίηση της τεχνολογίας ως πηγής του κακού δεν πρέπει, μέσα στην αστοχία της, να μας εμποδίσει να εντοπίσουμε κάτι που είναι αξιοσημείωτο: πληθαίνουν οι περιπτώσεις που, καταφεύγοντας σε ακραίες σύγχρονες, μεταμοντέρνες ή αρχαϊκές μορφές βίας, αδυνατούν όλο και συχνότερα να διαχωρίσουν το εικονικό από το πραγματικό.

 

Από τους τρομοκράτες που αποκεφαλίζουν τα θύματά τους στο YouTube, τους ακροδεξιούς εξτρεμιστές που μιμούνται video games όταν σπέρνουν σφαίρες μέχρι την επιστροφή της βιτριολικής ζήλιας, η πλαισίωση της βίας συνομιλεί με έναν φανταστικό κόσμο που ο δράστης ταυτόχρονα αναπαράγει αλλά και δημιουργεί.

 

Ίσως γι’ αυτό η θαρραλέα περίπτωση της Ιωάννας Παλιοσπύρου αξίζει την προσοχή μας. Όχι απλά γιατί ευνοεί την εύκολη δημοσιογραφική ηρωοποίηση ενός ανθρώπου που αντιμετωπίζει τα τραύματά του αλλά και γιατί φέρνει σε δημόσια θέα την κοινότοπη κακότητα και τις συνέπειές της. Εκθέτει το σκοτεινό φαντασιακό που χτυπάει ανώνυμα ή επώνυμα τα πλήκτρα του μίσους, του φθόνου, του στιγματισμού.

 

Η μασκοφόρος πρωταγωνίστρια των δελτίων ειδήσεων ενσαρκώνει ένα θύμα αρχέγονων εγκληματικών κινήτρων (τιμή, ζήλια) και υλικών (βιτριόλι) αλλά και της νέας επιθετικότητας που διαμορφώνει η καθημερινή μας σύγχυση μεταξύ επιθυμητού και θεμιτού, επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας, εξιδανίκευσης και παραμόρφωσης, μοναξιάς και υπερκοινωνικότητας. Στη δυναμική φιγούρα του θύματος δεν αποτυπώνονται μόνο οι φρικιαστικές συνέπειες μιας μεμονωμένης ακρότητας. Στο πρόσωπό της η πραγματικότητα που (δεν) θέλουμε να βλέπουμε επιστρέφει αφοπλιστικά.   

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.