ΔΕΝ ΝΙΩΘΩ ΑΝΕΤΑ που στέλνω μήνυμα στο κράτος για να βγω. Και αναρωτιέμαι αν το σύστημα δουλεύει. Αλλά πού να ξέρω; Η λογοδοσία για τα μέτρα που λαμβάνονται με σκοπό την αντιμετώπιση της πανδημίας είναι υποτυπώδης, ενώ οι ερωτήσεις των δημοσιογράφων κατά κανόνα απαλό χάδι.

 

Στους πολίτες δίνονται στοιχεία και γραφήματα που δείχνουν πόσο χάλια τα πάνε οι άλλοι ή πόσο πολλά κρούσματα έχουμε, αλλά όχι στοιχεία που να αξιολογούν κάπως (όσο αυτό είναι εφικτό, φυσικά, σε μια τόσο περίπλοκη και ευμετάβλητη συνθήκη) την αποτελεσματικότητα των μέτρων που λαμβάνονται. 


Συμπληρώνουμε έναν χρόνο ακραίας επιτήρησης, ακραίου ελέγχου και περιορισμού εντελώς στοιχειωδών ελευθεριών μας, χωρίς όμως αυτό να θεωρείται επαρκής λόγος ώστε να αυξηθεί η λογοδοσία από πλευράς του κράτους. Αντίθετα, στήνεται παιχνίδι με τα συναισθήματά μας: αν φοβάσαι ότι θα σε κλείνουν μέσα από τις έξι, το εννιά σού φαίνεται πολύ. Απλά και εύκολα μαθήματα χειρισμού.

 

Δεν αρκεί να λέμε ότι ζούμε μια «έκτακτη συνθήκη», όταν αυτή κρατάει καιρό. Και σίγουρα δεν αρκεί αυτός ο ψυχολογικός χειρισμός των πολιτών, οι οποίοι κάθε εβδομάδα πληροφορούνται ότι η επόμενη είναι κρίσιμη, σαν να είναι μικρά παιδάκια που, αν τους αποκαλύψει κανείς την αλήθεια, θα τρομάξουν πολύ και δεν θα καθίσουν φρόνiμα.  


Την ίδια ώρα, η έρευνα για τον Covid-19 καλπάζει. Έτσι, οι κυβερνήσεις έχουν στα χέρια τους περισσότερη και καλύτερη πληροφόρηση για το πώς κολλάει και πού, ώστε να προσαρμόζουν αντίστοιχα τις πολιτικές τους, ενώ η απόφαση που καλούνται να πάρουν δεν είναι μόνο «πώς θα έχουμε λιγότερα κρούσματα» αλλά και πώς οι πολίτες θα μπορέσουν να προσαρμοστούν σε μια κατάσταση που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο κρατάει καιρό.

 

Επομένως, με αυτήν τη γνώση θα προσδοκούσα απ’ τις Αρχές κάποιο μακροπρόθεσμο σχέδιο που να περιλαμβάνει και οικονομικές και ψυχολογικές παραμέτρους, καλύτερη προετοιμασία του συστήματος υγείας, περισσότερα τεστ και περισσότερες και συγκεκριμένες αιτιολογήσεις για τους ακραίους περιορισμούς θεμελιωδών ελευθεριών που βιώνουμε. Δεν αρκεί η γενική κι αόριστη επίκληση της πανδημίας, που μετράει ήδη χρόνο, για να δικαιολογηθεί ένα ακραίο μέτρο, όπως το 13033, που δημιουργεί ένα φρικτό προηγούμενο μακροχρόνιας, στενής επιτήρησης των πολιτών από το κράτος. Δεν αρκεί να λέμε ότι ζούμε μια «έκτακτη συνθήκη», όταν αυτή κρατάει καιρό.

 

Και σίγουρα δεν αρκεί αυτός ο ψυχολογικός χειρισμός των πολιτών, οι οποίοι κάθε εβδομάδα πληροφορούνται ότι η επόμενη είναι κρίσιμη, σαν να είναι μικρά παιδάκια που, αν τους αποκαλύψει κανείς την αλήθεια, θα τρομάξουν πολύ και δεν θα καθίσουν φρόνιμα. Τα ίδια παιδάκια θα κληθούν μετά να καταναλώσουν, για να στηρίξουν μέσα στην κρίση τις αγαπημένες τους επιχειρήσεις, ή να υποδεχτούν επισκέπτες για να αναβιώσει ο τουρισμός (όπου απασχολούνται τόσοι νέοι άνθρωποι, που σίγουρα δεν έγιναν μάγειρες, receptionists και καμαριέρες από χόμπι). 

 

cover 675
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Ίσως δεν μας ενοχλεί το 13033 γιατί δεν γίνονται πολλοί έλεγχοι. Όμως η ύπαρξη αυτού του ίδιου του μέτρου θα έπρεπε να μας ενοχλεί επί της αρχής, απλώς και μόνον επειδή υπάρχει η σχετική προσδοκία (πολίτης ζητάει άδεια μετακίνησης) που διαρκεί για τόσο παρατεταμένο χρονικό διάστημα.

 

Θα έπρεπε, επίσης, να μας ενοχλεί η ελλιπής πληροφόρηση για το τι συμβαίνει με τα αιτήματα που συλλέγονται ή για το εάν το μέτρο λειτουργεί. Ο κόσμος φαίνεται να ’χει αρχίσει να σκαρφίζεται απλώς τρόπους για να κυκλοφορεί έξω όσο πιο πολύ γίνεται και όχι να σκέφτεται πως η μετακίνηση και οι συναντήσεις είναι πράγματα που πρέπει να συμβαίνουν κατ’ εξαίρεση, λόγω του απειλητικού ιού.

 

Πόση χαμένη ενέργεια στη σκέψη «τι να στείλω;», για να καταστρατηγήσω τον κανόνα που ήδη είναι αφύσικος!  Ή πιστεύει κανείς ότι οι άνθρωποι, ειδικά στις πόλεις, μπορούν να κάθονται σε ανήλιαγα διαμερισματάκια με συγγενείς, θορυβώδεις γείτονες ή κάποιον άρρωστο, στον οποίον παρέχουν διαρκώς φροντίδα, χωρίς να χάσουν την, περιβόητη πλέον, «ψυχική τους υγεία», αν δεν βγουν λίγο έξω; Είμαστε πανέτοιμοι να κρίνουμε αυτούς που χαζεύουν στα παγκάκια, χωρίς να ξέρουμε τι έχουν μέσα στο σπίτι, στο κεφάλι ή στον τραπεζικό τους λογαριασμό.


Νομίζω ότι η ιδέα είναι να υπάρχουν μέτρα που δεν τηρούνται, γιατί μας αρέσει το κράτος-μπαμπάς (αυστηρός αλλά και μεγαλόθυμος), όχι να αντιμετωπιζόμαστε ως ενήλικες, ικανοί να σταθμίζουν κινδύνους, τυχαιότητα, ρίσκα και οφέλη και να παίρνουν τις σωστές ή τις εσφαλμένες αποφάσεις, αναλαμβάνοντας τη σχετική ευθύνη. Μας αρέσει μια υποκριτική σχέση. Ίσως να ηδονιζόμαστε και λίγο με την ανώφελη (και σίγουρα βλαπτική για μας τους ίδιους) παραβατικότητα της πλάκας. Μάλλον αρέσει σε όλους που κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλό μας.

 

Το κράτος δείχνει το σκληρό πρόσωπο της επιτήρησης, του αποφασιστικού ελέγχου, του πανταχού παρόντος βλέμματος από τα πάνω, κι εμείς το ηλίθιο πρόσωπο της ανυπακοής για φλώρους, το χαζό γελάκι της κουτοπονηριάς και της μαγκιάς του σκανταλιάρη.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.