ΤΑ 80 ΤΟΥ ΘΑ ΚΛΕΙΣΕΙ στο τέλος της φετινής χρονιάς ο «μεγαλύτερος ίσως προπονητής στην ιστορία του ποδοσφαίρου» (και σίγουρα αυτός με τους περισσότερους τίτλους), και αν δείχνει πιο συγκαταβατικός κι ευάλωτος, δεν έχει χάσει όμως το βλέμμα του εκείνη την γαλανομάτικη διαπεραστική, χειραγωγική ένταση που μπορούσε να εμπνεύσει τους παίκτες του αλλά και να τρομοκρατήσει αντιπάλους και διαιτητές.

 

Η ταινία «Sir Alex Ferguson: Never Give In» (μια κουβέντα βέβαια είναι το «Να μην ενδίδεις ποτέ» του τίτλου αν δεν διαθέτει κάποιος την ατσάλινη πεποίθηση του Σερ Άλεξ) που γύρισε ο γιος του, ο Τζέισον Φέργκιουσον και έκανε πρεμιέρα στα τέλη του περασμένου μήνα στην πλατφόρμα του Amazon, ξεκινά με μια δοκιμασία μνήμης, καθώς αυτή είναι η μεγάλη αγωνία του κορυφαίου προπονητή τα τελευταία χρόνια: να μην χαθεί στις ατραπούς της άνοιας και γίνει βάρος στην οικογένειά του.

 

Απαντάει πάντως με σβελτάδα και άνεση σε όλες τις ερωτήσεις που έχουν να κάνουν με ημερομηνίες, ονόματα και στοιχεία της ζωής και της καριέρας του, από τα παιδικά και νεανικά του χρόνια στη Γλασκώβη και το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης που κέρδισε ως προπονητής της ταπεινής Αμπερντίν μέχρι τους αλλεπάλληλους θριάμβους που κατήγαγε στο τιμόνι της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.

 

Μέχρι που έρχεται η ερώτηση για την οποία δεν μπορεί να βρει καμία απάντηση. «Τι θυμάσαι από το Σάββατο της 5ης Μαΐου του 2018;». Για κλάσματα του δευτερολέπτου το βλέμμα του παγώνει, πριν απαντήσει: «Τίποτα απολύτως». 

 

Η αφήγηση κυλάει σαν νερό και ο θεατής (ειδικά αν είναι οπαδός της Γιουνάιτεντ) εύχεται να ήταν σειρά αυτή η ταινία που επιχειρεί να στριμώξει πλούσιο αρχειακό υλικό και γεγονότα δεκαετιών σε μιάμιση ώρα. 

 

Πρόκειται βεβαίως για την αποφράδα ημερομηνία που υπέστη ισχυρότατο εγκεφαλικό και για κάποιες μέρες η ζωή αυτής της ατσάλινης προσωπικότητας κρεμόταν από μια κλωστή (μόλις 20% ήταν οι ελπίδες που έδιναν οι γιατροί στην οικογένεια του).

 

Τελικά όχι μόνο τα κατάφερε, αλλά παραμένει ακμαίος και μόνο ο τόνος που πέφτει στην ομιλία του κι ένας ελαφρύς κλονισμός στην εκφορά όταν αναφέρεται στο γεγονός, προδίδουν τα ίχνη που έχει αφήσει πίσω της η μαύρη τρύπα εκείνων των ημερών.

 

Κατά τα λοιπά η αφήγηση κυλάει σαν νερό και ο θεατής (ειδικά αν είναι οπαδός της Γιουνάιτεντ) εύχεται να ήταν σειρά αυτή η ταινία που επιχειρεί να στριμώξει πλούσιο αρχειακό υλικό και γεγονότα δεκαετιών σε μιάμιση ώρα. 

 

Άλεξ Φέργκιουσον
O Άλεξ Φέργκιουσον στα πρώτα του βήματα.

 

Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη συνδικαλιστική / σοσιαλιστική του συγκρότηση που προέκυψε από την ανατροφή του (ειδικά από τη μεριά της μητέρας του) και από την στράτευση του στις μεγάλες απεργίες των ναυτεργατών της Γλασκώβης στις αρχές της δεκαετίας του ’60. 

 

Κάποια στιγμή μάλιστα εμφανίζεται και ο ίδιος σε φιλμάκι της εποχής που καταγράφει διαδήλωση του συνδικάτου, πίσω από τον επικεφαλής της πορείας ο οποίος ακούγεται να λέει με την ντουντούκα: «Καμιά καθεστωτική συνομοταξία δεν μπορεί να συγκριθεί με το προνόμιο του να ανήκεις στην εργατική τάξη της Σκωτίας».  

 

«Όταν υπάρχει μία αμφιβολία, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία» δηλώνει επιχειρώντας να δικαιολογήσει κάποιες αποφάσεις του που του κόστισαν φιλίες και ενδεχομένως τερμάτισαν πρόωρα τις καριέρες ποδοσφαιριστών. Πάνω απ’ όλα η ομάδα, πάνω απ’ όλα η νίκη.

 

Στις δικές τους συνεντεύξεις, η σύζυγος του Κάθι και οι άλλοι δύο γιοι του, ο Ντάρεν και ο Μαρκ, θυμούνται με κάποια πικρία  τις εποχές που η άκαμπτη αφοσίωση στη δουλειά σήμαινε ότι ο σύζυγος και ο πατέρας τον περισσότερο καιρό απουσίαζε.

 

Όσον αφορά τους ποδοσφαιριστές που συνδέθηκαν κατά καιρούς με τον Φέργκιουσον, τρεις μόνο εμφανίζονται για να αποδώσουν φόρο τιμής στον 80χρονο (πρώην) τεχνικό: Ο Γκόρντον Στράκαν, ο Ερίκ Καντονά και ο Ράιαν Γκιγκς (ο οποίος δηλώνει με παράπονο ότι ο Καντονά έχαιρε ιδιαιτέρως προνομιακής μεταχείρισης), ενώ «ηχηρή» μοιάζει η απουσία του Ντέιβιντ Μπέκαμ, ο οποίος ως γνωστόν είχε δειχτεί κάποτε παπούτσι στο κεφάλι από τον Σκωτσέζο προπονητή. 

 

«Δεν πιστεύω ότι είναι κακό να χάνει κανείς την ψυχραιμία του αν είναι για τους σωστούς λόγους» λέει ο Σερ Άλεξ στην ταινία, δήλωση που μοιάζει συγχρόνως σκληρή και γενναία στην εποχή της διαρκούς απολογίας.