ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ Η ΠΙΟ «χριστουγεννιάτικη» εικόνα που μπορώ να ανακαλέσω από τα τέλη του περσινού Δεκέμβρη είναι μια βόλτα σε καναδυό βιβλιοπωλεία του κέντρου (όχι από τα μεγάλα όπου γινόταν χαλασμός) και αργότερα το ίδιο απόγευμα ένα γιορτινό κοκτέιλ έξω από “take away”, στο όρθιο και με την τσάντα με τα βιβλία ανά χείρας. Για λίγο είχαμε ξεχαστεί και νομίζαμε ότι ήταν κανονικά Χριστούγεννα. Εκτός από την παραδοσιακή τους σύνδεση με την ατμόσφαιρα των γιορτών, εκείνες τις μέρες, επειδή ακριβώς είχαν εξαιρεθεί από το click away, τα βιβλιοπωλεία προσέφεραν και μια συγκινητική σχεδόν (ψευδ)αίσθηση κανονικότητας, ένα μέρος όπου μπορούσες να μπεις μέσα –  με τη σειρά σου και με μάσκα, μέσα πάντως –  και να περιεργαστείς τα προϊόντα στα ράφια. Ήταν μεγάλη η χαρά του «χαζέματος» (browsing) σ’ έναν φιλικό χώρο, σ’ ένα περιφερειακό ανεξάρτητο μαγαζί από αυτά που πληρώνουν βαρύτερα το τίμημα του lockdown, ανεξαρτήτως προϊόντος. 

 

Υποθέτω πως πολύ σύντομα θα ανοίξουν ξανά τα βιβλιοπωλεία, μαζί με άλλα μαγαζιά, οπότε δεν θα είναι απαραίτητες πλέον οι τακτικές εκκλήσεις του κλάδου και των απανταχού «βιβλιόφιλων» (όρος που μεταφέρει κάτι από παθολογία και φετιχισμό) οι οποίοι ζητούν να συμπεριληφθεί το βιβλίο στα είδη «πρώτης ανάγκης», όπως έγινε προσφάτως στην Γαλλία ή στην Ιταλία. 

 

Δε νομίζω ότι είναι ωραίο να λέμε πως το βιβλίο είναι είδος «ζωτικής ανάγκης» και μάλιστα σε περίοδο έντονης κρίσης (τα βιβλία δεν είναι ούτε μακαρόνια ούτε χαρτί υγείας ούτε φάρμακα). Μπορεί να ήταν τον περασμένο αιώνα.

 

Πράγματι, στις χώρες αυτές κατοχυρώθηκαν θεσμικά τα βιβλιοπωλεία ως καταστήματα ζωτικής ανάγκης (ή ως «επιχειρήσεις απαραίτητες για το κοινό» όπως είναι ίσως πιο ακριβές) και συνεπώς υπερβαίνουν τους περιορισμούς οποιουδήποτε lockdown, τώρα ή στο μέλλον. Και θα μπορούσε να έχει συμβεί και εδώ, όχι όμως επειδή τα βιβλιοπωλεία είναι πιο σημαντικά από τα «κομμωτήρια και τα νυχάδικα» όπως περιφρονητικά στοιβάζονται επιχειρήσεις που ξανάνοιξαν ήδη και έχουν να κάνουν με τα στοιχειώδη της εξωτερικής εμφάνισης και όχι με την καλλιέργεια του εσωτερικού κόσμου. Δεν είναι πιο σημαντικά τα βιβλιοπωλεία, όχι μόνο για τον πολύ κόσμο αλλά ούτε και για τον λίγο. Τα κομμωτήρια είναι πολύ πιο σημαντικά και πιο επείγοντα προκειμένου να συντηρηθεί η ιδέα ότι σε ενδιαφέρουν ακόμα τα κοινωνικά προσχήματα και δεν έχεις προσχωρήσει ψυχή τε και σώματι στον αναχωρητισμό. Η εστίαση δε, ακόμα περισσότερο.   

 

Ούτε και νομίζω ότι είναι ωραίο να λέμε πως το βιβλίο είναι είδος «ζωτικής ανάγκης» και μάλιστα σε περίοδο έντονης κρίσης (τα βιβλία δεν είναι ούτε μακαρόνια ούτε χαρτί υγείας ούτε φάρμακα). Μπορεί να ήταν τον περασμένο αιώνα. Στην εποχή μας το να αγαπάς το βιβλίο και το να αγαπάς το διάβασμα δεν είναι απαραίτητα το ίδιο πράγμα. Υπάρχουν πλέον πολλοί άνθρωποι που το περισσότερο διάβασμα (αν όχι όλο) το κάνουν μέσω κάποιας οθόνης. Για τους υπόλοιπους, μπορεί κάποιος καθησυχαστικά να αντιτείνει πως τα βιβλιοπωλεία δεν έκλεισαν ποτέ, απλά ανέστειλαν προσωρινά την «φυσική» λειτουργία τους, διατηρώντας όμως την δυνατότητα να πουλάνε βιβλία μέσω παραγγελιών. Με άλλα λόγια, όποιος θέλει να διαβάσει, θα διαβάσει, είτε με ανοιχτά είτε με κλειστά τα βιβλιοπωλεία. 

 

Προφανώς και θα ήταν ευχής έργο να έχουν ανοίξει ήδη, ειδικά αν μαζί τους επιτρεπόταν να ανοίξουν και άλλοι χώροι διάθεσης προϊόντων πολιτισμού, χώροι . Στη Γαλλία, μαζί με τα βιβλιοπωλεία τοποθετήθηκαν στο ίδιο πλαίσιο προστασίας και διάφορα άλλα «καταστήματα πολιτισμού», όπως δισκάδικα, γκαλερί, πολυχώροι καλλιτεχνικής έκφρασης κλπ. Μικρά μέρη στα οποία μπορεί να διασφαλιστεί η αραιή συγκέντρωση του κοινού και κυρίως, χώροι όπου διατηρείται ζωντανή η εμπειρία και η αντίληψη μιας συμβιωτικής καλλιτεχνικής διέγερσης που τόσο δραματικά έχει ατροφήσει όλον αυτόν τον καιρό. Τέτοια μέρη, όπως τα βιβλιοπωλεία, είναι απαραίτητα και πολύτιμα όχι ως καταστήματα «ζωτικής ανάγκης», αλλά ως καταστήματα «πολυτελείας» που τα έχει κανείς τώρα ανάγκη πιο πολύ από ποτέ.