ΜΑΛΛΟΝ ΧΛΙΑΡΗ ΕΧΕΙ ΥΠΑΡΞΕΙ η υποδοχή στο ντοκιμαντέρ του (Ελληνοαμερικανού) Κρίστοφερ Αντρέ Μαρκς για τον εθνικό μας Γερμανό που έχει τον τίτλο «Βασιλιάς Όττο» (γιατί όχι Όθων;). Ίσως έχει μουμιοποιηθεί πλέον το Euro 2004, σαν ένα μαυσωλείο που το επισκεπτόμαστε πού και πού, αλλά όλο και πιο σπάνια, ή σαν ιστορία που είναι γραμμένη στην πέτρα και δεν αποδέχεται αναθεωρήσεις.

 

Όχι ότι επιχειρεί κάτι τέτοιο η συγκεκριμένη ταινία, που αρκείται γενικά στην επικρατούσα και πολλάκις καταγεγραμμένη, συνοδεία πλήθους θαυμαστικών, αφήγηση για εκείνη την ξέφρενη πορεία από το πουθενά στον απόλυτο θρίαμβο. From zeroes to heroes, όπως είχε γραφτεί στα διεθνή μέσα.

 

Ακόμα και μια δεκαετία πριν, όταν φαινόταν ήδη ότι θα έπρεπε να αποχαιρετήσουμε την «επίπλαστη ευδαιμονία» και τα περασμένα μεγαλεία που γνώρισαν ένα απίστευτα διεγερτικό κρεσέντο εκείνο το καλοκαίρι της μεγάλης ζάλης, υποθέτω ότι θα είχε πολύ μεγαλύτερη ανταπόκριση.

 

Σίγουρα δεν πρόκειται για κάτι το συνταρακτικό, έχει όμως το ενδιαφέρον του επειδή ακριβώς είναι «ξένη» παραγωγή και απευθύνεται σε ένα διεθνές κοινό που δεν μοιράζεται απαραίτητα τις δικές μας ευαισθησίες και προκαταλήψεις. Ένα κοινό που, αντίθετα από εμάς ίσως, μπορεί να βρει απολαυστικό, ως καρατερίστα υψηλών προδιαγραφών, τον Βασίλη Γκαγκάτση, και του τώρα και του τότε. 

 

Τα τελευταία χρόνια πάλι, εξαιτίας εκείνου του απρόσμενου θριάμβου, αλλά και μιας αξιοπρεπούς και ανταγωνιστικής συνέχειας επί Σάντος, έχουμε πάει στο άλλο άκρο και απαιτούμε τα πάντα από το «τιμημένο» πλέον αντιπροσωπευτικό συγκρότημα.

 

Από την άλλη, επιβεβαιώνεται στην ταινία η καλοπροαίρετη και συγκαταβατική αύρα που έβγαζε πάντα ο Γιάννης Τοπαλίδης, ο πολύτιμος ελληνογερμανικός σύνδεσμος της υπόθεσης, ο οποίος παραδέχεται, νομίζω για πρώτη φορά, ότι χρησιμοποιούσε μπόλικη ελεύθερη απόδοση όταν μετέφερε τις εντολές και τις αξιολογήσεις του χερ Ρεχάγκελ στους Έλληνες διεθνείς.

 

Επιβεβαιώνεται επίσης από την αφήγηση της ταινίας, για άλλη μία φορά, πόσο χεσμένη την είχαμε την Εθνική κάποτε όλοι μας – το κοινό, οι παίκτες, οι ομάδες, η Ομοσπονδία.

 

Τα τελευταία χρόνια πάλι, λόγω εκείνου του απρόσμενου θριάμβου, αλλά και μιας αξιοπρεπούς και ανταγωνιστικής συνέχειας επί Σάντος, έχουμε πάει στο άλλο άκρο και απαιτούμε τα πάντα από το «τιμημένο» πλέον αντιπροσωπευτικό συγκρότημα.

 

euro 2004
Επιβεβαιώνεται από την αφήγηση της ταινίας για άλλη μια φορά πόσο χεσμένη την είχαμε την Εθνική κάποτε όλοι μας – το κοινό, οι παίκτες, οι ομάδες, η Ομοσπονδία. Φωτ.: AP

 

Το περίεργο είναι ίσως ότι έπρεπε να φτάσουμε στο 2021 για να γίνει ένα ολοκληρωμένο ντοκιμαντέρ για το «θαύμα του 2004», και μάλιστα όχι εκ των έσω.

 

Έχουν γίνει βεβαίως δεκάδες επετειακές τηλεοπτικές παραγωγές διθυραμβικού και νοσταλγικού χαρακτήρα, αλλά ποτέ κάτι που θα μπορούσε να το δει κανείς στο σινεμά. Ούτε και κάποια απόπειρα μυθοπλασίας, για την τηλεόραση έστω, με άξονα τους αγώνες της Εθνικής στην Πορτογαλία. Κάτι σαν το υβριδικό 1968, φέρ’ ειπείν, του Τάσου Μπουλμέτη, που βγήκε πριν από τρία χρόνια στις αίθουσες με θέμα τη βραδιά που κατέκτησε η ΑΕΚ το Κύπελο Κυπελλούχων στο μπάσκετ.

 

Οι Δανοί, αντιθέτως, έκαναν πριν από μερικά χρόνια ταινία μυθοπλασίας (με γνωστούς ηθοποιούς της χώρας να υποδύονται τον προπονητή και τους παίκτες) τον δικό τους ανέλπιστο και εξωπραγματικό θρίαμβο στο Euro του 1992 – η ταινία λέγεται Το καλοκαίρι του ’92 και υπάρχει (ή υπήρχε μέχρι προσφάτως) διαθέσιμη στο Netflix.

 

Θυμήθηκα έναν Άγγλο φίλο που είχε παρατηρήσει τότε –με την απαραίτητη αναφορά στους αρχαίους ημών προγόνους, όπως έκανε συχνά και ο Ρεχάγκελ, και εξακολουθεί να κάνει και σ’ αυτό το ντοκιμαντέρ– ότι για να αντέξεις τις τακτικές του και το ασφυκτικό (τόσο προς τους αντιπάλους όσο και προς τον θεατή) ποδόσφαιρο που έπαιζε η Εθνική, θα έπρεπε οπωσδήποτε να ανήκεις στους στωικούς.

 

Η ουσία είναι ότι το «σηκώσαμε» τότε και αυτό είναι που μένει, όπως τονίζει και ο Όττο Ρεχάγκελ, ο οποίος, δείχνοντας ότι κάτι πήρε κι αυτός από το (νεο)ελληνικό πνεύμα, δεν διστάζει προς το τέλος της ταινίας να παρομοιάσει τον εαυτό του ή εκείνη την ομάδα συνολικά (δεν είναι ξεκάθαρο από τα συμφραζόμενα) με τη Μαρία Κάλλας, που ήταν η κορυφαία, αλλά την κακολογούσαν επειδή τη ζήλευαν.

 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.