ΔΕΝ ΛΕΩ ΟΤΙ ΕΧΩ ΥΠΟΦΕΡΕΙ όσο άλλοι άνθρωποι με πολύ πιο έντονα (και κυρίως πολύ πιο εμφανή) συμπτώματα ψωρίασης, είχα όμως κι εγώ, και εξακολουθώ να έχω (πάνε κι έρχονται), τα θέματά μου με αυτή την αυτοάνοση και ιδιοσυγκρασιακή δερματική πάθηση που ντρέπεσαι και να την αποκαλέσεις με το όνομά της, καθώς ακόμα και στην εποχή μας μέρος του κοινού τη συγχέει με κάτι σαν την «ψώρα».

 

Καμία σχέση προφανώς, η ψωρίαση είναι ένα χρόνιο, μυστηριώδες, ανίατο, σύνθετο και πάντως μη μεταδιδόμενο δερματικό νόσημα που ενεργοποιείται από ποικίλους ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες –γενετικούς, διατροφικούς, ψυχολογικούς, περιβαλλοντικούς– και εκδηλώνεται με διαφορετικούς τρόπους και διαφορετικές εντάσεις. Είναι σαν στάμπα που δεν ξέρεις πώς και γιατί σου προέκυψε, ούτε και πότε (ή αν) θα φύγει.

 

Ακόμα και όταν τα συμπτώματα είναι ήπια και «διακοσμητικά», είναι σαν τατουάζ που σέρνεις πάνω σου για μεγάλο μέρος της ενήλικης ζωής (αν όχι για ολόκληρη) σου. Ακόμα και μόνο με περιστασιακές εμφανίσεις κνησμού στους αγκώνες μπορείς να αποκτήσεις μια αίσθηση του πώς είναι να σε κοιτάξουν κάποια στιγμή «σαν να είσαι λεπρός».

 

Και, βέβαια, υπάρχει και ο ύπουλος δαίμονας της φαγούρας, η οποία αναπόφευκτα καταλήγει στο άτιμο ξύσιμο, που ως γνωστόν μπορεί να είναι πλανερά ανακουφιστικό στην αρχή, στη συνέχεια όμως δρομολογεί έναν φαύλο κύκλο ευερεθιστότητας και πρόκλησης πληγών και μολύνσεων εξαιτίας της μανίας με την οποία ξύνει κανείς τα επίμαχα σημεία ακόμα και στον ύπνο του (δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο που σου λένε οι ανήμποροι δερματολόγοι είναι να κόβεις διαρκώς τα νύχια σου, ώστε να μην είναι ποτέ αιχμηρά όταν τα στρέφεις στον εαυτό σου).

 

Όταν εκδηλώθηκε η ψωρίαση στο σώμα του Ναμπόκοφ κατά την αυτοεξορία του στη Γαλλία το 1937, ήταν πεπεισμένος ότι το κακό συνέβη εξαιτίας του άγχους και των ενοχών που τον στοίχειωναν επειδή εκείνο το διάστημα απατούσε τη γυναίκα του, στην οποία είχε γράψει πως «όλα θα ήταν μια χαρά, αν δεν με ταλαιπωρούσε αυτό το αναθεματισμένο το δέρμα».

 

Με αρκετές δόσεις ενσυναίσθησης και αλληλεγγύης, λοιπόν, είδα να παρουσιάζεται τον τελευταίο καιρό σε αγγλόφωνα μέσα το υβριδικό (κάτι ανάμεσα σε απομνημονεύματα και ελεύθερο διαλογισμό) βιβλίο του Ισπανού δημοσιογράφου και συγγραφέα Σέρχιο ντελ Μολίνο που πραγματεύεται ακριβώς τα βάσανα της ύπαρξης, όταν αυτή επιβαρύνεται (ή διαμορφώνεται) από τα δεινά μιας χρόνιας δερματίτιδας.

 

Το βιβλίο (που όπως είδα κυκλοφόρησε πέρσι και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ίκαρος) έχει τίτλο Δέρμα και ο συγγραφέας του μοιάζει να ξέρει για τι πράγμα γράφει, αφού και ο ίδιος έχει περάσει τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του με τα απρόβλεπτα και οδυνηρά απότοκα της ψωρίασης, ένα εκ των οποίων είναι και η ντροπή.

 

Στο βιβλίο του αναφέρεται περιπτωσιολογικά και σε κάποιους διάσημους «φορείς» της ασθένειας στον εικοστό αιώνα, όπως ο Στάλιν, ο Πάμπλο Εσκομπάρ, ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, ο Τζον Απντάικ και η Σίντι Λόπερ. Θεωρεί μάλιστα εξαιρετικά ύποπτο το γεγονός ότι οι μαζικές εκκαθαρίσεις που έκανε ο Στάλιν την περίοδο 1936-38 είχαν ενορχηστρωθεί από δύο επιτελείς οι οποίοι επίσης έπασχαν από ψωρίαση – τον αρχηγό της μυστικής αστυνομίας Νικολάι Γεζόφ και τον εισαγγελέα Αντρέι Βισίνσκι.

 

Ο Τζον Απντάικ, πάντως, φαίνεται να πίστευε πως, παρά τις χρόνιες ενοχλήσεις, η ψωρίαση υπήρξε εν τέλει η κινητήρια δύναμη της δημιουργικότητάς του. Όπως χαρακτηριστικά σημείωνε στα απομνημονεύματά του: «Όποτε έδειξα κουράγιο και πρωτοτυπία στην άτολμη ζωή μου ήταν εξαιτίας της δερματικής μου κατάστασης».

 

Ο Ναμπόκοφ, αντιθέτως, δεν το έβλεπε με τόσο θετική και υπερβατική διάθεση το ζήτημα. Όταν εκδηλώθηκε η ψωρίαση στο σώμα του κατά την αυτοεξορία του στη Γαλλία το 1937, ήταν πεπεισμένος ότι το κακό συνέβη εξαιτίας του άγχους και των ενοχών που τον στοίχειωναν επειδή εκείνο το διάστημα απατούσε τη γυναίκα του, στην οποία είχε γράψει πως «όλα θα ήταν μια χαρά, αν δεν με ταλαιπωρούσε αυτό το αναθεματισμένο το δέρμα».

 

Το πιο ωραίο απόσπασμα που πέτυχα όμως δεν έχει σχέση, τουλάχιστον άμεση, με την ψωρίαση αλλά με την κοινότοπη, «σχεδόν μιλιταριστική», όπως σημειώνει ο συγγραφέας, ρητορική που συνοδεύει τις βαριές και ανίατες ασθένειες, όπως συνειδητοποίησε μια μέρα έξω από την ογκολογική πτέρυγα ενός νοσοκομείου, όταν αφηρημένα πρόσφερε ένα τσιγάρο στον ηλικιωμένο ασθενή με καρκίνο στον πνεύμονα που του το ζήτησε: «Η κοινωνία έχει όλο τον χρόνο του κόσμου για τους γενναίους και τους αισιόδοξους που δίνουν τη μάχη και καθόλου χρόνο για όλα αυτά τα δύστροπα, παραιτημένα γεροντάκια που ζητιανεύουν ένα τσιγάρο στους θαλάμους και στα προαύλια των νοσοκομείων».

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.