ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΔΥΟ λεπτά μετά τη λήξη της κανονικής διάρκειας του χθεσινοβραδινού, τελευταίου αγώνα του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής, που έληξε κατά τα μεσάνυχτα με τον πιο «καταστασιακό» τρόπο που έχουμε δει ποτέ σε τελικό μεγάλης διοργάνωσης, η κοινή ομολογία όσων το είχαν παρακολουθήσει, έστω και περιστασιακά, ήταν ότι μάλλον σερνόταν προβλέψιμα και ανιαρά προς το αναπόφευκτο, την κατάκτηση του τίτλου από τη διοργανώτρια χώρα. Το Μαρόκο δηλαδή, φαβορί έτσι κι αλλιώς, και λόγω αξίας αλλά και λόγω έδρας, στοιχείο που ίσως έλαβαν ίσως υπόψη περισσότερο απ' ό,τι θα έπρεπε κάποιες διαιτησίες, όπως ευθέως δήλωναν οι ανακοινώσεις διαμαρτυρίας που εξέδωσαν παραδοσιακές δυνάμεις της «υποσαχάριας» Αφρικής, όπως το Καμερούν και η Νιγηρία, οι οποίες αποκλείστηκαν στην πορεία μέχρι τον χθεσινό τελικό ανάμεσα στους οικοδεσπότες και τη Σενεγάλη.
Παρά την πληθώρα ελίτ ποδοσφαιριστών, γνώριμων από την «πρωινή» τους δουλειά σε επιφανείς ευρωπαϊκούς (και σαουδαραβικούς) συλλόγους, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι για τους «ουδέτερους» παρατηρητές –αρκετοί εκ των οποίων αναζητούν, πέρα από το ποδοσφαιρικό θέαμα, ένα είδος καλτ εξωτισμού που βλέπει στον θεσμό το δυτικό βλέμμα– το πιο αξιομνημόνευτο πράγμα της φετινής (περσινής τεχνικά, καθώς ξεκίνησε λίγο πριν από τις γιορτές) διοργάνωσης ήταν εξωαγωνιστικό.
Ο αγώνας φαινόταν ότι θα καταλήξει με το βασανιστικό 0-0 που μετέφερε σ’ όλη τη διάρκειά του, όταν στο δεύτερο λεπτό των καθυστερήσεων η Σενεγάλη σημείωσε γκολ, το οποίο όμως ακυρώθηκε κατά αμφιλεγόμενο τρόπο ως επιθετικό φάουλ.
Ήταν επίσης με διαφορά η πιο εξαίρετη performance art που έχουμε δει ποτέ σε τέτοιο πλαίσιο. Πρόκειται βεβαίως για εκείνη την υπέροχη (και viral) φιγούρα με το άψογο ντύσιμο, τη λιτή κινησιολογία και την εξέχουσα αισθητική που έστεκε υπερυψωμένη, ακίνητη και με το χέρι ψηλά, σαν αγέρωχος αδριάντας του Πατρίς Λουμούμπα, ανάμεσα στους φιλάθλους της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό.
Από την ίδια χώρα –μετά από διαβουλεύσεις που κράτησαν ως την τελευταία στιγμή σχεδόν, λόγω του κλίματος καχυποψίας που είχε δημιουργηθεί– έμελλε να είναι και ο διαιτητής του τελικού, ο άνθρωπος που με τις αποφάσεις του βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα που έπληξε αργά χθες το βράδυ το κατάμεστο Στάδιο του Πρίγκιπα Μουλάι Αμπντελά στο κρύο και βροχερό Ραμπάτ. Ο αγώνας φαινόταν ότι θα καταλήξει με το βασανιστικό 0-0 που μετέφερε σ’ όλη τη διάρκειά του, όταν στο δεύτερο λεπτό των καθυστερήσεων η Σενεγάλη σημείωσε γκολ, το οποίο όμως ακυρώθηκε κατά αμφιλεγόμενο τρόπο ως επιθετικό φάουλ. Λίγα λεπτά αργότερα, ακριβώς στην εκπνοή και του έξτρα χρόνου, ο διαιτητής, κατόπιν εισήγησης του VAR, αποφασίζει να δώσει πέναλτι υπέρ του Μαρόκου, σφύριγμα ακόμα πιο αμφιλεγόμενο από το προηγούμενο και ακόμα πιο καταδικαστικό για τη Σενεγάλη, ο προπονητής της οποίας, αλλόφρων, δίνει εντολή στους, επίσης εκτός εαυτού, παίκτες του να αποχωρήσουν από τον αγώνα σε ένδειξη διαμαρτυρίας γι’ αυτήν τη «χειρουργική» μεταχείριση της ομάδας και, κατ’ επέκταση, της χώρας του.
Ακολούθησαν σκηνές χάους και έντονες συγκινήσεις που, όπως λένε, μόνο το ποδόσφαιρο μπορεί να προσφέρει στις πιο υπερβατικές στιγμές του. Για μερικά λεπτά, στην απίθανη και μεταφυσική σχεδόν αυτή κλιμάκωσή του, ο τελικός είχε ξεφύγει εντελώς από τα θεσμοθετημένα του πλαίσια, σαν να είχε αγκαλιάσει το τρέχον χάος του πλανήτη, μαζί με ένα σωρό γεωπολιτικές και πολιτισμικές προκαταλήψεις και έριδες εντός και εκτός Αφρικής. Ήταν ένα προμήνυμα ίσως για τις χαοτικές προοπτικές που μπορεί να έχει το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου που θα διεξαχθεί το καλοκαίρι στην Αμερική του Τραμπ.
Επειδή όμως μια τέτοια ηρωική αποχώρηση σαν αυτή που απείλησε να τινάξει το Africa Cup στον αέρα θα ήταν όχι μόνο πρωτοφανής αλλά θα εξασφάλιζε και μια βαρύτατη τιμωρία για τη Σενεγάλη, πρυτάνευσαν τελικά οι ψυχραιμότεροι και η ομάδα επέστρεψε. Το δράμα όμως (που εξελισσόταν ως ποδοσφαιρικό κόμικ για μεγάλα παιδιά) δεν είχε τελειώσει ακόμα. Οι θεοί του ποδοσφαίρου, με τα καπρίτσια και τις αμφιθυμίες τους, είχαν εγκατασταθεί για τα καλά πάνω από το γήπεδο, αποφασισμένοι να το πάνε ως το τέλος. Όταν μετά από αρκετά λεπτά εκτελέστηκε τελικά το αγρίως αμφισβητούμενο πέναλτι, αυτός που κλήθηκε να το εκτελέσει ήταν ο Μπραχίμ Ντίαζ, ο νεαρός σταρ του Μαρόκου και πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης.
Επενέβη όμως η «θεία δίκη» (ή το άγχος ή το ταραγμένο υποσυνείδητό του) και το έχασε, σχεδόν σα να το έκανε επίτηδες, συντρίβοντας, όπως έμελλε να φανεί, τις ελπίδες της χώρας του για την πρώτη κατάκτηση του Κυπέλλου μετά από μισό ακριβώς αιώνα. Η έκφραση οδύνης και απόγνωσης στο πρόσωπό του δεν άλλαξε ούτε στην παράταση που ακολούθησε, κατά την οποία ήταν η Σενεγάλη εκείνη που πέτυχε το μοναδικό τέρμα αυτής της απίστευτης, όπως εξελίχθηκε, αναμέτρησης, το οποίο της χάρισε τελικά και το τρόπαιο. Οι δεκάδες χιλιάδες Μαροκινοί έμοιαζαν αποσβολωμένοι και συντετριμμένοι στις κερκίδες, σαν να μην μπορούσαν να εξηγήσουν αυτό που συνέβη. Όταν κρυώσει όμως το τραύμα, θα αναλογιστούν κι αυτοί ίσως ότι το ποδόσφαιρο σε τρελαίνει –και με την καλή και με την κακή έννοια– επειδή «το καλύτερο ποδόσφαιρο σπανίως βγάζει νόημα», όπως σημείωσε ο αθλητικογράφος της «Guardian», Τζόναθαν Γουίλσον, στην ανταπόκρισή του από την αρχαιοελληνική τραγωδία που παίχτηκε χθες αργά το βράδυ στο Stade Prince Moulay Abdellah του Ραμπάτ.