ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΟΙΑΖΕΙ μεσόκοπο, στριμμένο, ξινό ή και ανάλγητο ακόμα (αν αναλογιστεί κανείς τον κόσμο που βιοποριζόταν ως DJ σε μαγαζιά), θα τολμούσαμε όμως να πούμε (και το έχουν εκμυστηρευτεί ήδη πολλοί εξ ημών κατ’ ιδίαν και σε συνωμοτικούς τόνους) πως δεν ήταν και τόσο τραγική ούτε τόσο «εκκωφαντική» η απουσία της μουσικής σ’ αυτό το πρώτο στάδιο επαναλειτουργίας της εστίασης. Λέω «ήταν» γιατί δεν θα κρατήσει πολύ ακόμα, υποθέτω, το έτσι κι αλλιώς παράδοξο και πρωτοφανές αυτό μέτρο – το μεγάλο κι αδηφάγο καλοκαιρινό «άνοιγμα» θα το καταπιεί σύντομα, μαζί με το ωράριο. 

 

Πέρα από την στρεβλή και φιλύποπτη αντίληψη που μπορεί να διέπει αυτή την περίεργη απόφαση, ο συσχετισμός της μουσικής –  που, εκτός των άλλων, αποτελεί το υπέρτατο μέσο ψυχαγωγίας και σύνδεσης των ανθρώπων –  με την κλινική και θανατηφόρα διασπορά ενός ιού, μοιάζει χυδαίο και αντικοινωνικό.

 

Μπορεί να μας κακοφάνηκε το κενό ανάμεσα στις ομιλίες και τα γέλια στα αγαπημένα μας στέκια, στα τουριστικά μέρη όμως (σχεδόν παντού δηλαδή) είναι να σα να εγκαταστάθηκε ξαφνικά μια ευλογημένη σχεδόν ηρεμία, σα να είχε εκλείψει ο καταναγκασμός του μουσικού χαλιού και της ηχητικής επένδυσης που μας συνοδεύει παντού και σε κάθε περίσταση στην ζωή μας. 

 

Σε ένα σημαντικό βαθμό όμως η απαγόρευση κάθε είδους «ηχητικής μπάντας» στις πρόσφατες, πειραματικές εξόδους μας, είχε σβήσει την ηχορύπανση και την κακόηχη και ανόσια συνύπαρξη διαφορετικών μουσικών που έπαιζαν συγχρόνως στο τέρμα, στα μέρη ειδικά που τα μαγαζιά είναι το ένα δίπλα στ’ άλλο. Μπορεί να μας κακοφάνηκε το κενό ανάμεσα στις ομιλίες και τα γέλια στα αγαπημένα μας στέκια, στα τουριστικά μέρη όμως (σχεδόν παντού δηλαδή) είναι να σα να εγκαταστάθηκε ξαφνικά μια ευλογημένη σχεδόν ηρεμία, σα να είχε εκλείψει ο καταναγκασμός του μουσικού χαλιού και της ηχητικής επένδυσης που μας συνοδεύει παντού και σε κάθε περίσταση στην ζωή μας. 

 

Σκεφτείτε ένα πολυσύχναστο σύμπλεγμα all day καφετεριών, μεζεδοπωλείων κλπ χωρίς την κακοφωνία που προκαλείται από την σύγκρουση των μουσικών που επιλέγει κάθε μαγαζί στην μάχη για επικράτηση. Σκεφτείτε επίσης πόσο παραδεισένια και χαλαρή μπορεί να ακούγεται η Μύκονος με σβηστά τα ηχητικά της συστήματα, όπως σημειώνουν φίλοι/ες που βρέθηκαν εκεί πρόσφατα.  

 

Δεν ξέρω πόσο μπορεί να στέκει το μέτρο «επιστημονικά» ή «επιδημιολογικά», ως (άλλο ένα) μεταβατικό κεφάλαιο προς την «έξοδο» από την πανδημία, έχει μια αφηγηματική λογική που το συνδέει με τα προηγούμενα. Τότε που πραγματοποιούσαμε τις κοινωνικές μας εξόδους κι επαφές στους λόφους, στα πάρκα και στα take away, περιφερόμενοι πέρα από τα περιχαρακωμένα όρια ενός μαγαζιού, χωρίς service και χωρίς soundtrack, πέρα από κανένα άσμα στο κινητό ίσως σε κάποιο αυτοσχεδιαστικό υπαίθριο σουαρέ ή πικνίκ. 

 

Κακά τα ψέματα όμως, διακοπές και κέφι (ή νταλγκάς) χωρίς μουσική στα μαγαζιά –  στα καφέ, στα μπιτσόμπαρα, στις ταβέρνες, στα πάσης φύσεως και συνωμοταξίας θερινά ‘κέντρα διασκεδάσεως’ – δεν νοούνται, εκτός κι αν είσαι πολύ μυστήριος και αναχωρητικός τύπος. Θα γίνει κι αυτό το μέτρο άλλη μια ανάμνηση από τις παράξενες μέρες και τις ακόμα πιο παράξενες νύχτες (αυτής) της πανδημίας. Αυτό που δεν θα αλλάξει, άμεσα τουλάχιστον, είναι το γεγονός ότι αλλού περισσότερο, αλλού λιγότερο (και αλλού καθόλου, πρόκειται όμως μάλλον για τις εξαιρέσεις που ωχριούν μπροστά στον κανόνα), μας «τσιμπάνε» όσο μπορούν τα μαγαζιά τώρα που ξεμυτίσαμε, και δεν μπορούμε να πούμε και τίποτα.