ΠΑΡΟΤΙ ΕΙΧΕ ΝΑ ΚΑΝΕΙ με μια σκοτεινή (και συγχρόνως θεοπάλαβη) υπόθεση, το ντοκιμαντέρ έξι επεισοδίων Wild, Wild Country του 2018 (Netflix) υπήρξε ένα από τα πιο απολαυστικά και ψυχαγωγικά πράγματα που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια σε πλατφόρμα streaming, αλλά και οπουδήποτε. Για όσους δεν το έχουν δει, πρόκειται για το περιπετειώδες και σουρεαλιστικό χρονικό (μέσω πλούσιου και απίστευτου πρωτότυπου υλικού) του «αποικισμού» που είχαν πραγματοποιήσει οι οπαδοί (και πρόθυμοι χορηγοί) του γκουρού Μπαγκουάν Ραζνίς (γνωστού ως Osho) στα βάθη της αμερικανικής ενδοχώρας, μετά την εκδίωξή του από την Ινδία. 

 

Αυτή η ιστορία που διαδραματίστηκε στην κόψη ανάμεσα στα ‘70s και στα ‘80s, τα είχε όλα, προκαλώντας τον έκθαμβο θεατή να αναφωνεί συχνά ‘τύφλα να ‘χει η πιο ευφάνταστη μυθοπλασία’: πνευματισμό, γκουρού με Ρολς-Ρόις, δυναμικές και τελετουργίες σέκτας, σεξουαλικά όργια, όπλα, χρήμα, βιο-τρομοκρατικές επιθέσεις, περίεργες μεταλλάξεις του χιπισμού και της αντικουλτούρας, FBI, κάτι από σαϊεντολογικό θρίλερ με ολίγη από Γουότεργκεϊτ, ταξικές κόντρες, μυστήριο, δράση, ίντριγκα, έγκλημα. Και μια μεγάλη, αναμφισβήτητη σταρ: την Μα Ανάντ Σίλα, διάσημη παγκοσμίως μετά τη σειρά απλά ως Σίλα (Sheela). 

 

Η ταινία στο μεγαλύτερο μέρος της ακολουθεί την 70χρονη Σίλα (που μοιάζει πλέον με την μαμά μας) στην θριαμβευτική επιστροφή της μετά από 35 χρόνια στο Δελχί, όπου η κάμερα την ακολουθεί σε μια τουρνέ προώθησης του βιβλίου της στις πιο γνωστές εκπομπές της ινδικής τηλεόρασης καθώς και σε διάφορα πριβέ πάρτι που δίνουν προς τιμή της κυρίες και κύριοι της πλουτοκρατίας, της διανόησης και του τζετ σετ, που μοιάζουν καταγοητευμένοι από την μειλίχια, πνευματώδη και ετοιμόλογη παρουσία της, ακόμα κι αν τους κρυφακούμε να ψιθυρίζουν μεταξύ τους την λέξη «φόνισσα».

 

Το νεαρό κορίτσι από το Δελχί που ερωτεύτηκε (πλατωνικώς ή πνευματικώς, όπως μέχρι σήμερα επιμένει) τον σπουδαίο γκουρού και έγινε η πιστή βοηθός / υπολοχαγός του, αναλαμβάνοντας την οργάνωση και την διοίκηση της κοινότητας που δημιουργήθηκε σε μια απομακρυσμένη κομητεία του Όρεγκον, προκαλώντας σοκ και δέος στους «βλάχους» αυτόχθονες. Η αποφασιστική και στοχοπροσηλωμένη Σίλα που έδειχνε το μεσαίο δάχτυλο στις κάμερες των αμερικανικών δικτύων και όταν όλα ξέφυγαν πέρα από κάθε έλεγχο και η σχέση της με τον Όσο εξελίχθηκε σε δράμα μίσους και προδοσίας, κατηγορήθηκε από τις αμερικανικές αρχές για σωρεία εγκλημάτων, από απόπειρα μαζικής δηλητηρίασης και οικονομική απάτη μεγάλης κλίμακας μέχρι απόπειρα δολοφονίας, εμπρησμό και τοποθέτηση «κοριών» (το τελευταίο είναι και το μοναδικό έγκλημα το οποίο παραδέχεται ότι διέπραξε, «για την προστασία» του ηγέτη, όπως πάντα λέει).   

 

SHEELA OSHO
Ποια ήταν τελικά στην πραγματικότητα; Ποια ήταν τα κίνητρα της; Ήταν ερωμένη του Όσο; Ποιος/α χειραγωγούσε ποια/όν; Τα έκανε αυτά τα εγκλήματα;

 

Το ντοκιμαντέρ χάλασε κόσμο και ο κόσμος ήθελε κι άλλη Σίλα, η φιγούρα της οποίας είχε εξελιχθεί σε φαινόμενο της σύγχρονης ποπ κουλτούρας και οι ατάκες της (“tough titties!”) σε πρωτογενές υλικό για ατέλειωτα memes. Ποια ήταν τελικά στην πραγματικότητα; Ποια ήταν τα κίνητρα της; Ήταν ερωμένη του Όσο; Ποιος/α χειραγωγούσε ποια/όν; Τα έκανε αυτά τα εγκλήματα; Η Σίλα εξέτισε σε αμερικανική φυλακή τρία χρόνια (και τρεις μήνες) από τα είκοσι που είχε καταδικαστεί αρχικά και από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και μέχρι σήμερα ζει αποτραβηγμένη στην Ελβετία. Αυτά είχαμε μάθει αλλά θέλαμε κι άλλα. 

 

Στις αρχές του 2019 είχε ανακοινωθεί από τα Amazon Studios ότι θα ξεκινούσαν τα γυρίσματα μιας βιογραφικής μυθοπλασίας με τίτλο Sheela σε σκηνοθεσία Μπάρι Λέβινσον και με την Πριγιάνκα Τσόπρα στον ομώνυμο ρόλο, πρότζεκτ που αγνοείται η τύχη του, ενδεχομένως και λόγω πανδημίας. Αυτό που έχουμε είναι το διάρκειας μιας ώρας "ντοκιμαντέρ" με τίτλο Searching for Sheela το οποίο υπάρχει εδώ και λίγες μέρες στο Netflix, επιχειρώντας να δώσει απαντήσεις. 

 

Αναζητώντας την Σίλα: Ακόμα και στα 70 της, η γυναίκα πίσω από τον γκουρού παραμένει ένα μυστήριο
Η Σίλα παραμένει στα 70 της ένα τέρας αμφισημίας με τη μορφή αξιοσέβαστης ηλικιωμένης κυρίας με κοφτερό μυαλό.

 

Η ταινία γυρίστηκε το 2019 και στο μεγαλύτερο μέρος της ακολουθεί την 70χρονη Σίλα (που μοιάζει πλέον με την μαμά μας) στην θριαμβευτική επιστροφή της μετά από 35 χρόνια στο Δελχί, όπου η κάμερα την ακολουθεί σε μια τουρνέ προώθησης του βιβλίου της στις πιο γνωστές εκπομπές της ινδικής τηλεόρασης καθώς και σε διάφορα πριβέ πάρτι που δίνουν προς τιμή της κυρίες και κύριοι της πλουτοκρατίας, της διανόησης και του τζετ σετ, που μοιάζουν καταγοητευμένοι από την μειλίχια, πνευματώδη και ετοιμόλογη παρουσία της, ακόμα κι αν τους κρυφακούμε να ψιθυρίζουν μεταξύ τους την λέξη «φόνισσα». Στην αρχή και στο τέλος όμως της ταινίας, η Σίλα ξαναφορά τα casual καθημερινά ρούχα της και εμφανίζεται εκεί που βρίσκεται καθημερινά εδώ και τρεις δεκαετίες: στην κλινική που διατηρεί στην Ελβετία για ηλικιωμένα άτομα με ειδικές ανάγκες, μιλώντας γερμανικά στους ασθενείς και χαϊδεύοντας τους τρυφερά το μέτωπο. Το γραφείο της είναι γεμάτο από φωτογραφίες του Όσο παρότι εκείνος στο τέλος την αποκαλούσε με τους πιο απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς. Τι να υποθέσουμε τελικά για μια τέτοια προσωπικότητα; 

 

«Μην με αποκαλείτε ‘πνευματίστρια’ ή ‘διαφωτισμένη’ – προτιμώ το ‘εγκληματίας’», λέει σε κάποια στιγμή. «Όταν ήμουν αυτοκράτειρα, το βασίλειο ήταν γεμάτο ρόδα», μοιάζει να αυτοσαρκάζεται σε κάποια άλλη. Όσο για το είδος της σχέσης της με τον Όσο, δηλώνει παιγνιωδώς ότι «τα μάτια του ήταν μάλλον πιο όμορφα από το πέος του – όχι το είδα ποτέ το τελευταίο». Η Σίλα παραμένει στα 70 της ένα τέρας αμφισημίας με τη μορφή αξιοσέβαστης ηλικιωμένης κυρίας με κοφτερό μυαλό. Δεν θα μάθουμε ποτέ παραπάνω από αυτά που επιτρέπει η ίδια. «Η εξιλέωση βασίζεται στην ενοχή», λέει μόνο προς το τέλος της ταινίας, σα να πρόκειται αυτό να μας τα εξηγήσει όλα. «Συνεπώς, εγώ δεν μπορώ να εξιλεώσω τον εαυτό μου».