Γεννήθηκα στη Μανγκαλόρ, κοντά στη Βομβάη, στη Νότια Ινδία. Έζησα εκεί με τουςγονείς μου και τα δύο μου αδέλφια μέχρι τα 21 μου.

Μένω στην Ελλάδα εδώ και 15 χρόνια.

Ο πατέρας μου είναι ινδουιστής, η μητέρα μου καθολική. Αυτό δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο στην Ινδία. Σχεδόν πάντα παντρεύονται μέλη της ίδιας κάστας. Παρ' όλα αυτά, μεγάλωσα ως καθολική.

Στην Ινδία πήγα σχολείο κανονικά και μετά παρακολούθησα ένα διετές εμπορικό κολέγιο. Πριν φύγω δούλευα ήδη τρία χρόνια, πρώτα σε ένα δικηγορικό γραφείο και στη συνέχεια σε μια εταιρεία, ως γραμματέας.

Ήθελα να γίνω νοσοκόμα, αλλά ο πατέρας μου δεν με άφησε. Όμως μου άρεσε η δουλειά μου στο γραφείο, δεν ήθελα να την αφήσω.

Ο άντρας μου, ο Λόρενς, ζούσε από πριν εδώ. Είχε έρθει με όλη του την οικογένεια, που σήμερα αριθμεί πλέον 20 άτομα. Ήθελε να παντρευτεί και ζήτησε από τον αδελφό του να γυρίσει πίσω για να του βρει μια κοπέλα από την πατρίδα. Εκείνος ρώτησε τριγύρω, είδε κάποιες υποψήφιες και κατέληξε σε μένα. Ήρθε στο σπίτι μας και «με ζήτησε» από τους γονείς μου. Δέχτηκαν αμέσως και για ένα μήνα περίπου με παρακολουθούσε, να δει τι έκανα μετά τη δουλειά, πού πήγαινα. Τελικά με ενέκρινε. Εγώ δεν είχα ιδέα για όλα αυτά!

Στις 8 Δεκεμβρίου του 1992 ήρθε και ο Λόρενς στην Ινδία. Τον γνώρισα τότε αλλά δεν ενημερώθηκα αμέσως για τις προθέσεις του, ούτε για την απόφαση των γονιών μου. Αρραβωνιαστήκαμε στις 26 Δεκεμβρίου και στις 6 Ιανουαρίου του 1993 παντρευτήκαμε. Με καθολικό γάμο. Φορούσα λευκό νυφικό, αλλά μετά, για το γλέντι, ινδικό σάρι, κόκκινο, όπως είναι η παράδοση και πολλά λουλούδια στο κεφάλι.

Συνηθίζονται τέτοιοι γάμοι στην Ινδία. Ειδικά παλιότερα.

Έφυγα από τη χώρα μου το Μάρτιο της ίδιας χρονιάς γιατί δεν ήταν τόσο εύκολο να πάρω βίζα.

Ο άντρας μου εργαζόταν σε ένα σπίτι στο Παλιό Ψυχικό. Μέναμε στο υπόγειο, σε ένα μικρό δωμάτιο. Στην αρχή τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα για μένα. Μου έλειπε η οικογένειά μου, το σπίτι μου. Επιπλέον, βαριόμουν. Δεν είχα τίποτα να κάνω, δεν μιλούσα λέξη ελληνικά. Περνούσα όλη την ημέρα μέσα στο σπίτι, βλέποντας τηλεόραση και περίμενα τον Λόρενς.

Έπιασα δουλειά σαν μπέιμπι σίτερ. Έμαθα σιγά σιγά ελληνικά, κυρίως μέσα από τα σίριαλ της τηλεόρασης. Το 1995 γεννήθηκε ο γιος μου, ο Λέναρντ. Εξακολουθούσαμε να ζούμε στο υπόγειο στο Ψυχικό.

Μέχρι το 1999. Ήμουν έγκυος στη Στέφανι -επτά μηνών ήδη- και ετοιμαζόμασταν να ταξιδέψουμε για την Ινδία, όταν η οικογένεια στην οποία δούλευε ο Λόρενς μάς ζήτησε να φύγουμε γιατί χρειαζόταν το δωμάτιό μας. Μετακομίσαμε στα γρήγορα όλα μας τα υπάρχοντα σε μια μικρή αποθήκη.

Ξαφνικά, βρεθήκαμε χωρίς χρήματα, χωρίς σπίτι. Όταν γυρίσαμε από το ταξίδι μείναμε στο μικρό δωμάτιο, κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον. Εγώ δεν μπορούσα να δουλέψω, ο άντρας μου έψαχνε απεγνωσμένα κάτι να κάνει.

Τελικά βρήκε δουλειά σε ένα κεντρικό έθνικ εστιατόριο κι εγώ, αφότου γεννήθηκε η κόρη μου, σ' ένα αρχιτεκτονικό γραφείο. Φροντίζω για την καθαριότητά του 3 ώρες κάθε ημέρα εκτός Δευτέρας κι ένα εξάωρο το Σάββατο.

Έκανα το λάθος να μη μάθω σωστά ελληνικά όταν ήρθα. Θα ήθελα να είχα γίνει γραμματέας. Τώρα μου είναι δύσκολο, με την οικογένεια κι όλα αυτά. Αν μπορέσω, πάντως, κάποια στιγμή θα το κάνω. Ίσως τα καταφέρω όταν μεγαλώσουν λίγο τα παιδιά.

Στην Αθήνα ζουν 8 με 10 χιλιάδες Ινδοί. Όμως δεν υπάρχει μια ενιαία ινδική κοινότητα, όπως συμβαίνει με τους Φιλιππινέζους για παράδειγμα. Εμείς έχουμε φίλους από την Ινδία, αλλά δεν υπάρχει κάποιος χώρος συνεστίασης κ.λπ. Ούτε κάποιο ινδικό εστιατόριο όπου να μαζευόμαστε όλοι μαζί. Μετά από τόσα χρόνια εδώ, μόλις φέτος μας κάλεσαν σε ένα παραδοσιακό γλέντι κάπου έξω από την Αθήνα.

Κάθε Κυριακή απόγευμα πάμε με τα παιδιά στην καθολική εκκλησία του Αγίου Διονυσίου στην Πανεπιστημίου. Δεν υπάρχουν πολλοί Ινδοί καθολικοί στην Αθήνα.

Τα παιδιά πάνε σε ελληνικό σχολείο. Μιλάνε άπταιστα ελληνικά και αγγλικά, αλλά με τα ινδικά δεν τα πάνε και τόσο καλά. Μόνο όταν πάμε στην Ινδία εξασκούνται κάπως.

Μόλις πέρσι κατόρθωσα να πάρω άδεια παραμονήςκι αυτό είναι το μεγαλύτερο παράπονο που έχω από την Ελλάδα. Κάθε δυο χρόνια πρέπει να την ανανεώνουμε, πληρώνοντας 300 ευρώ ο καθένας. Προηγουμένως μπορούσαμε να ταξιδέψουμε στην Ινδία μόνο μαζί με τον Λόρενς που είχε άδεια. Σε κάθε ταξίδι φοβόμασταν μήπως δεν μας αφήσουν να επιστρέψουμε στην Ελλάδα. Συνέβη σε μια φιλική μου οικογένεια: αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω χωρίς το μόλις ενός έτους παιδί τους! Αυτό πρέπει να αλλάξει το συντομότερο δυνατόν. Στη γειτονική Ιταλία, πάντως, τα πράγματα είναι πολύ πιο εύκολα.

Οι Έλληνες αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τους ξένους. Ακόμα και στο γιατρό, όταν πάω τα παιδιά μου, με βλέπουν ως πολίτη δεύτερης κατηγορίας. Χάνω τη σειρά μου, δεν μου δίνουν την πρέπουσα σημασία. Τα παιδιά στο σχολείο τα φώναζαν «μαύρους».

Όμως μ' αρέσει εδώ. Κυρίως γιατί νιώθω πιο ελεύθερη και πιο ασφαλής. Μπορώ να φοράω ό,τι θέλω, να κυκλοφορώ μόνη μου στο δρόμο - αν και πλέον τα πράγματα έχουν γίνει λίγο πιο άγρια από ό,τι ήταν όταν πρωτοήρθα. Στην Ινδία, ακόμα και τώρα που έχω δική μου οικογένεια και ζω τόσα χρόνια μακριά, πρέπει πάντα να φοράω το σάρι και να δίνω αναφορά στον πατέρα μου για το πού βρίσκομαι και τι ώρα θα γυρίσω. Αλλιώς με παίρνει τηλέφωνο και με επαναφέρει στην τάξη σαν να 'μαι μικρό κορίτσι! Επίσης, εκεί αισθάνομαι μεγαλύτερη ανασφάλεια, φοβάμαι να βγαίνω έξω μόνη μου.

Τα παιδιά και ο άντρας μου προτιμούν την Ινδία. Τα παιδιά γιατί πάνε εκεί μόνο για διακοπές κι ο άντρας μου γιατί εδώ πληρώνεται πολύ λίγα χρήματα για τη δουλειά που κάνει.

Εγώ δεν θέλω να γυρίσω. Πιστεύω ότι, παρ' όλες τις δυσκολίες, για το μέλλον των παιδιών μου είναι καλύτερα εδώ.