Νεριτάν Ζιντζιρία Λάτρευα την αλβανικότητά μου, γιατί ήταν κάτι που με περίμενε να το ανακαλύψω Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Νεριτάν Ζιντζιρία: «Η Ελλάδα έχει φετίχ να βαφτίζει τους νέους "φαινόμενα"»

0

Γεννήθηκα τον Απρίλη του 1989 στα Τίρανα της Αλβανίας. Από την πλευρά του μπαμπά είμαστε Αρναούτηδες, Αλβανοί της Αιγύπτου, εξού και το σπάνιο επώνυμο – «ζιρτζιλής» ήταν ο σκλάβος, υπάρχει και ένα ομώνυμο τζαμί στις Σέρρες. Από τη μαμά συνδεόμαστε με μια πολύ σημαντική γραμμή μπεκτασήδων. Ο πέμπτος ανώτατος εκπρόσωπος του κλήρου ήταν συγγενής μου. Και από τις δύο οικογένειες προέρχομαι από πολύ σημαντικά παρακλάδια των σούφι, των δερβίσηδων, που σαράντα χρόνια αθεΐας τούς είχαν τοποθετήσει σε μια πολύ συγκεκριμένη διάσταση. Ήρθαμε στην Αθήνα και στον Νέο Κόσμο έναν χρόνο και κάτι μετά τη γέννησή μου. Ο μπαμπάς μου, Σπετίμ Ζιντζιρία, περπάτησε τα σύνορα, ενώ εγώ και η μητέρα μου, Φαμπάρδα Ελέζι, ήρθαμε αεροπορικώς. Έχω και μια αδελφή επτά χρόνια μεγαλύτερη, στην οποία χρωστάω τα πάντα. Βαφτίστηκα το 1992 Χρήστος και η αδελφή μου Μαρία. Η τελετή έγινε σε μια φοβερή εκκλησία στον Άγιο Γεώργιο Κυνοσάργους. Η νονά μου, Χριστίνα Βουδούρη, είναι μια φοβερή περσόνα, υπήρξε μία από τις τρεις φοροτεχνικούς της Ολυμπιακής. Καθάριζε το σπίτι της η μάνα μου και μια φορά που με είχε πάρει μαζί της, με είδε η μητέρα της και μου είπε ότι έπρεπε να με βαφτίσει και να μου δώσει το όνομά της, όπως και έγινε. Οπότε από τη μία πλευρά είχα τους γονείς μου, μετανάστες που δούλευαν σκληρά, και από την άλλη μια νονά που τα είχε καταφέρει περίφημα, ήταν ευκατάστατη και στυλοβάτρια της εκπαίδευσής μου.

Εγκατέλειψα την Αθήνα το 2013 γιατί ένιωσα ότι ήθελαν να εργαλειοποιήσουν την καταγωγή μου. Με έπαιρναν από εφημερίδες μέχρι πολιτικά κόμματα. Η νιότη είναι πολύ σπουδαίο πράγμα για να την εργαλειοποιήσει ο κάθε τυχαίος φορέας και εγώ την ήθελα ανόθευτη.

• Δεν θα πω ότι οι γονείς μου ασκούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, αλλά υπήρχε στο σπίτι μια πνευματικότητα που δεν ανταποκρινόταν απαραίτητα στο ισλάμ ή στον χριστιανισμό. Ο πατέρας μου είχε σπουδάσει αρχιτεκτονική και συγκεκριμένα πολεοδομία. Παράλληλα, είχε ένα μεγάλο φετίχ με τη δημοσιογραφία. Με το που έφτασε εδώ, ο πρώτος του μισθός πήγε σε μια κάμερα Hi8. Ξεκίνησε ακτιβιστική δράση και δημιούργησε ένα αδιανόητο αρχείο για κάθε κοινότητα που βίωνε τα πάνδεινα. Εξέδωσε τις δικές του εφημερίδες, όλες αλβανόφωνες, για τα δικαιώματα των Αλβανών μεταναστών. Από τα λεφτά που έβγαζε από τη δουλειά του, κατασκευές, ελαιοχρωματισμούς, ένα κομμάτι πήγαινε στην οικογένεια και ένα στον ακτιβισμό. Ήταν μια περίοδος που τους γονείς μου δεν τους θυμάμαι, μεγάλωνα με τη γιαγιά μου και τη νονά μου. Δούλευαν τόσο πολύ που ερχόντουσαν αργά το βράδυ. Με ό,τι οικονομίες είχαν μαζέψει, αγόρασαν ένα σπίτι στον Άγιο Παντελεήμονα. Ήταν μια περίοδος που αν δούλευες διπλές και τριπλές δουλειές έβγαιναν χρήματα. Εκείνο το σπίτι θεωρώ πατρικό μου και εκεί άλλαξαν τα πάντα.

Νεριτάν Ζιντζιρία Λάτρευα την αλβανικότητά μου, γιατί ήταν κάτι που με περίμενε να το ανακαλύψω Facebook Twitter
Τα «όχι» μου με διαμόρφωσαν. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Μεγάλωσα χωρίς να καταλαβαίνω τι σημαίνει να είσαι ξένος. Μπέρδευα τις γλώσσες και κανείς δεν με διόρθωνε. Θυμάμαι στην Γ’ Δημοτικού που ήρθε ένα μεγάλο ρεύμα μεταναστών τη δασκάλα μας να μας παρουσιάζει δυο παιδάκια, τον Έλβις και τον Σοκόλ, και να μας λέει να κάνουμε υπομονή μέχρι να μάθουν τη γλώσσα. Κάθισαν μπροστά μου και ήμουν ο μόνος που καταλάβαινα τη γλώσσα τους. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα συναίσθηση τι σημαίνει να είσαι κάτι άλλο. Με έλεγαν Χρήστο και μιλούσα πολύ καλά ελληνικά. Γενικότερα υπήρχε μια έντονη αλβανοφοβία, αλλά οι γονείς μου δεν της επέτρεψαν να επηρεάσει την οικογένεια. Ωστόσο, η αδελφή μου, όταν πήγε γυμνάσιο και λύκειο, τη βίωσε περισσότερο. Ήταν τα πρώτα δύσκολα, ξενοφοβικά χρόνια. Μέχρι να γίνει η πρώτη μονιμοποίηση, δεν επισκεπτόμασταν καθόλου συχνά την Αλβανία. Η μητέρα μου έκλαψε στον τάφο του πατέρα της με καθυστέρηση τριών χρόνων. Αν έβγαινε από τη χώρα, δεν θα μπορούσε να επιστρέψει στον γιο της. Από τη μία είχα τον ήχο της φωνής των συγγενών από το τηλέφωνο, κι από την άλλη την εικόνα της μητέρας μου να μην μπορεί να παρευρεθεί στην κηδεία του πατέρα της επειδή δεν είχε χαρτιά. Στα Τίρανα ταξίδεψα πρώτη φορά το 2006. Ελληνική υπηκοότητα πήρα αρκετά αργά. Οι γονείς μου, μετά από 35 χρόνια, εξακολουθούν να ζουν στην Ελλάδα με άδεια παραμονής.

• Το πατρικό μου είναι απέναντι από ένα από τα πιο σημαντικά τοπόσημα της πόλης, για εμένα το πιο σημαντικό, το σινεμά Τριανόν. Όταν ενηλικιώθηκε η αδελφή μου, άρχισε να ψάχνει για δουλειά στα γύρω μαγαζιά. Είχαμε συνάψει φιλικές σχέσεις με τους ιδιοκτήτες ενός ψιλικατζίδικου που δεν υπάρχει πια, δίπλα στο Τριανόν. Ακριβώς τη στιγμή που τους έλεγε να την έχουν υπόψη αν ακούσουν κάτι, μπήκε στο μαγαζί ο Λεωνίδας, ιδιοκτήτης του σινεμά – κι έπιασε δουλειά αμέσως εκεί. Όταν έχεις αδελφή που δουλεύει σε κινηματογραφική αίθουσα, θα μπαινοβγαίνεις. Γενικότερα, ακολουθούσα την αδελφή μου ως πρότυπο. Το Νεριτάν ήταν ένα όνομα που εκείνη επέβαλε στους γονείς μου, εκτός του ότι έβαλε τα λεφτά για την πρώτη μου ταινία. Έτσι και το όνομα με το οποίο υπέγραψα την πρώτη μου ταινία ήταν το Νεριτάν, απογοητεύοντας τη νονά μου∙ ωστόσο ήταν και μια πολιτική θέση. Το 2008 δεν υπήρχαν Αλβανοί δημιουργοί από τη δική μου γενιά που να συστήνονται με το μη βαφτιστικό τους όνομα. Υπήρχαν, βέβαια, από τις προηγούμενες γενιές ο Γκαζμέντ Καπλάνι, ο Καραφίλ Σένα, ο Μπουγιάρ Αλιμάνι, που ήταν και μέντοράς μου. Θέλω να πω ότι δεν υπήρχαν αρκετές φωνές για να σπάσουν την αλβανοφοβία που υπήρχε.  

Νεριτάν Ζιντζιρία  Facebook Twitter
Οι ταινίες μου δεν αρέσουν στον πατέρα μου αλλά χαίρεται με την επιτυχία τους, όπως και η μητέρα μου, γιατί οι φίλες της με βρίσκουν στο Google. Στη φωτογραφία ο Νεριτάν Ζιντζιρία με τον πατέρα του.

• Η νονά μου, η Χριστίνα, μου μάθαινε αρχαία ελληνικά από 13 ετών γιατί με προόριζε για δικαστή παρ’ Αρείω Πάγω. Αλλά εγώ τελικά δεν έδωσα καν για Νομική κι έτσι περάσαμε δύσκολα μεταξύ μας. Ήταν η επιτυχία των ταινιών μου που μαλάκωσε τη μεταξύ μας σχέση, αλλιώς θα ήμουν «το παιδί που δεν μπήκε ποτέ στη Νομική». Λάτρευα την αλβανικότητά μου, γιατί ήταν κάτι που με περίμενε να το ανακαλύψω. Δεν έβγαζε νόημα στο μυαλό μου να ντρέπεσαι για την καταγωγή σου ή να μην προασπίζεσαι κάτι που δεν είναι μόνο θετικό αλλά τρομερό δώρο, δηλαδή το να είσαι πολυπολιτισμικός.

• Το Τριανόν και ο Λεωνίδας ήταν ο μεγαλύτερος σταθμός για μένα, η αφετηρία μάλλον των πάντων. Γιατί πέρα από αιθουσάρχης, προβολατζής, και άνθρωπος-ορχήστρα, ήταν ένας βιοπαλαιστής που πίστευε πολύ στη μεγάλη εικόνα. Στην αρχή δεν μου έδινε δουλειά γιατί με θεωρούσε τεμπέλη και ανέμελο. Εγώ από τις δουλειές του μπαμπά είχα τρομερή εξοικείωση με τους υπολογιστές, με τους οποίους τύπωνε εφημερίδες. Ξεκίνησα ως γραφίστας και τον έπεισα να με βάλει να του κάνω τις αφίσες των ταινιών που αγόραζε και έπαιζε. Αυτό με έφερε σε επαφή με πολλούς αιθουσάρχες και διανομείς κι έτσι από την αφίσα άρχισα να γνωρίζω πολύ κόσμο. Μπαινοβγαίνανε πολλές φιγούρες στο Τριανόν ‒θυμάμαι, το πρώτο μου αυτόγραφο ήταν από τον Άρη Σερβετάλη‒ κι εγώ ήθελα να απαρνηθώ τη σταδιοδρομία του «πρωταθλητή» που ήμουν τότε. Κάπως, από μικρός, μου είχε περαστεί πως στο σχολείο δεν μου επιτρεπόταν να κάνω λάθη, να βγω εκτός εαυτού. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να είμαι πρωταθλητής. Ακούγεται γραφικό, αλλά έπρεπε να είμαι απουσιολόγος ή να αριστεύω. Οι φιλόλογοι με λάτρευαν και τους/τις λάτρευα κι εγώ. Ήμουν στη θεατρική ομάδα του σχολείου, μελετούσαμε κλασικά έργα και κάθε Μάιο παίζαμε 20 παραστάσεις. Γύρω στα 17 άρχισα να κουράζομαι και να λέω ψέματα στους καθηγητές μου, γιατί οι βαθμοί που πήραν την κατιούσα. Είχα πάρει χαμπάρι ότι για να με αφήσουν ήσυχο οι γονείς μου, έπρεπε να ξεκινήσω κάτι. Δεν ήθελα να γίνω κινηματογραφιστής, ήθελα να γίνω μουσικός αλλά δεν είχα μουσικό αυτί. Προπλήρωσα μαθήματα ενός χρόνου σε ωδείο και όταν στο πρώτο μάθημα μού είπαν ότι δεν άκουγα τις νότες που έπαιζαν, από την ντροπή μου δεν ξαναπάτησα.

• Οι γονείς μου ούτε να ακούσουν ότι ο γιος τους θα γίνει αρτίστας και δεν θα ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα. Ήθελα να τους δείξω ότι μπορούσα να ηγηθώ ενός εγχειρήματος με μεγάλη σοβαρότητα. Ως εναλλακτικός έφηβος εκείνο τον καιρό, αντέγραφα και χρησιμοποιούσα αυτά που άκουγα από την εκλεκτική κλίκα του Τριανόν ‒ μια ομάδα ηλικιωμένων που έβλεπαν μόνο Παζολίνι και νεορεαλισμό. Πήγαινα στα αφιερώματα, αλλά και λόγω της γραφιστικής ήμουν εκτεθειμένος σε έναν κόσμο ιδιαίτερο. Ενεργός θεατής έγινα αργότερα, όταν πήρα την απόφαση να κάνω μια ταινία για να αποδείξω στους γονείς μου ότι μπορώ να κάνω κάτι. Έτσι ήρθα σε επαφή με ανθρώπους που θέλησαν να με βοηθήσουν. Ο Μπουγιάρ ήταν ο πρώτος που με πίστεψε, με πήρε και βοηθό του στην πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους. Τα κείμενα του Γάλλου κριτικού Ανρί Ανζέλ, του Λανγκλουά, πολύ βαριά θεωρητική κληρονομιά, με οδήγησαν στο να κάνω τις πρώτες μου ταινίες κυριολεκτικά με χώμα και νερό. 

Νεριτάν Ζιντζιρία  Facebook Twitter
Έχω τρομερή απέχθεια στη λέξη «ταλέντο», κι αυτό είναι κάτι που λένε για μένα, μαζί με το ότι «μιλάω καλά ελληνικά».Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Ο μπαμπάς δεν πήρε ποτέ θέση γι’ αυτό που ήθελα να κάνω. Με πήγε για έναν καφέ και μου είπε «θέλω απλά να ξέρεις ότι θα πεινάσεις, αλλά θα πεινάσεις με έναν πολύ δημιουργικό τρόπο. Αν είναι όντως δική σου απόφαση, να το πας μέχρι τέρμα». Χάρη στη Hi8 κάμερά του έχουμε εικόνα της οικογένειας από πολύ παλιά. Ήταν ο μόνος τρόπος να επικοινωνούμε με τους συγγενείς μας. Μόνταρε κασέτες με στιγμιότυπα από τις γιορτές μας και τις έστελνε στην Αλβανία. Οπότε, το μέσο ήταν πάντα εκεί για να μοιραστούμε το πώς περνάμε, το τι νιώθουμε. Παρ’ όλα αυτά, ήταν παράλογο ένας έφηβος να θέλει να γυρίσει μια ταινία με φιλμ χωρίς να ξέρει πολλά τεχνικά. Τα έμαθα στο γύρισμα. Η πρώτη μου ταινία λεγόταν Την καλύτερη νύφη και πήρε το βραβείο του καλύτερου πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη στη Δράμα. Πέρασα δύσκολα στην πρώτη μου ταινία. Η παρθενική μου εμφάνιση έγινε «με αίμα». Αλλά ήταν η ταινία στην οποία δοκιμάστηκα πάνω στο αν μπορούσα να κάνω, και να μάθω, σινεμά. Είχε πολλές ατέλειες.

• Για μια εξαετία, μεταξύ 2007 και 2012, έβλεπα μόνο κινηματογράφο. Τότε η περιοχή του Άγιου Παντελεήμονα είχε φορτιστεί πολύ αρνητικά και στο κέντρο της υπήρχε ένα τοπόσημο που έκανε αφιερώματα στο Ουζμπεκιστάν. Ήταν πολύ σημαντικό όχι μόνο για τον κοινωνικό ιστό της γειτονιάς αλλά και της πόλης γενικότερα. Έτσι εξοικειώθηκα και εγώ, όπως όλοι οι γείτονες, με τον εναλλακτικό κινηματογράφο. Λάτρευα τα αρχαία κείμενα και την ιστορία και η Χριστίνα μού έφερνε βιβλία μυθολογίας, τα οποία με ταξίδευαν, ενώ ταυτόχρονα ταύτιζα τους ήρωες με τον μπαμπά μου. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, αλλά κάπου εκεί κοντά συνδέθηκα με το Ιράν. Θυμάμαι από νωρίς να λέω ότι η πιο σημαντική ταινία από καταβολής του κόσμου δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από το Close Up του Κιαροστάμι, μια ταινία που θέτει πολλά ζητήματα, απατεωνιάς, καλλιτεχνικής ευαισθησίας, ενσυναίσθησης, αγάπης∙ ήταν η αναπαράσταση μέσα στην αναπαράσταση, δηλαδή όσα είναι ή θέλει να κάνει ένας κινηματογραφιστής. Εκείνη όμως που με συντάραξε και με ταρακούνησε να ξεκινήσω είναι η Αγελάδα του Μερτζουί. Είναι η ταινία που έθεσε τα σύνορα για τις ιστορίες μου.

• Το Χαμομήλι, που γύρισα το 2012, είναι φόρος τιμής στη γιαγιά από την πλευρά του πατέρα μου, που με μεγάλωσε. Την έλεγαν Καμίλε, ήταν κόρη κοτζάμπαση, γεννημένη στο Μπεράτι. Τη λάτρευα τη γιαγιά μου, μίλαγε πολλές γλώσσες, ήταν ένας πολύ όμορφος και «άσπρος» άνθρωπος, το στήριγμα όλων μας, ανεξαρτήτως ηλικίας.

Νεριτάν Ζιντζιρία  Facebook Twitter
Το Χαμομήλι, που γύρισα το 2012, είναι φόρος τιμής στη γιαγιά από την πλευρά του πατέρα μου, που με μεγάλωσε.

• Όταν ξεκίναγα, άκουγα ελληνόφωνο ραπ και ήμουν εξοικειωμένος με τη σκηνή του γκράφιτι. Εκείνη την εποχή το να βγει ένα νέο παιδί και να επανατοποθετήσει την κάμερα στην επαρχία δεν ήτανε trend, δεν το έκαναν οι συνομήλικοί μου. Όλοι ήθελαν το πιο hip και το πιο μοντέρνο. Από τα μοντέρνα είχα ερωτευτεί μόνο τη δουλειά του Γιάνναρη, τον οποίο γνώρισα στα γραφεία παραγωγής του Λυκιαρδόπουλου. Είχα βάλει στόχο να γίνω καλύτερος από αυτόν. Όταν ανέλαβε την οργάνωση του προγράμματος της Ταινιοθήκης στη Λαΐδα ο Λεωνίδας, πήγα να δουλέψω εκεί – χρειάστηκε να σερβίρω καφέδες έναν χρόνο τζάμπα για να ξεπληρώσω το Χαμομήλι. Δεν το κρύβω, είχα μια ιδιαίτερη αγάπη στον Αγγελόπουλο, δηλαδή το «σοβιετικό σινεμά της χορογραφίας», αλλά τίποτα καινούργιο ελληνικό δεν με συγκινούσε όσο το σινεμά που μύριζε ιδρώτα, που ήταν εκείνο του Γιάνναρη. Ωστόσο, χρωστάω το Χαμομήλι σε ένα από τα παιδιά του Λυκιαρδόπουλου, τη διευθύντρια παραγωγής Μαρίλια Σταυρίδου. Αμέσως μετά έκλεισα talent agent στην Ιταλία, όπου και ξεκίνησα να δουλεύω. Η τρίτη μου δουλειά, το The time of a young man about to kill, έγινε με παραγωγούς τον Γκαμπριέλε Ορίκιο και τη Βαλέρια Γκολίνο και πρωταγωνιστή τον Bartosz Bielenia του Corpus Christi. Το cut της ταινίας το είδαμε στο γραφείο του Παζολίνι, που ανήκει πλέον στον σκηνοθέτη Ματέο Γκαρόνε.  

Νεριτάν Ζιντζιρία  Facebook Twitter
Πλάνο από την ταινία The time of a young man about to kill.

• Εγκατέλειψα την Αθήνα το 2013 γιατί ένιωσα ότι ήθελαν να εργαλειοποιήσουν την αλβανικότητά μου. Με έπαιρναν από εφημερίδες μέχρι πολιτικά κόμματα. Η νιότη είναι πολύ σπουδαίο πράγμα για να την εργαλειοποιήσει ο κάθε τυχαίος φορέας και εγώ την ήθελα ανόθευτη. Από την Ιταλία πήγα στη Ρουμανία, όπου έζησα τρία χρόνια και έκανα το A country of two, που το αφιέρωσα στους γονείς μου. Στην Ελλάδα παίχτηκε για έξι μήνες στο Μουσείο Μπενάκη. Ήταν τα τελευταία χρόνια που ο ρουμανικός κινηματογράφος ζούσε το μεγάλο του festival hit, άρα ήρθε αυτόματα μια γείωση που την είχα ανάγκη. Στο Βουκουρέστι με κράτησαν οι έρωτες, οι οποίοι με επαναπροσδιόρισαν. Γενικότερα η ζωή μου έχει επαναπροσδιοριστεί από τις συντρόφους μου. Οι άνθρωποι που είχα την τύχη να είμαι μαζί τους ήταν τα σωσίβιά μου και εκείνοι που με βοήθησαν όχι μόνο να προχωρήσω αλλά και να μείνω πιστός σε αυτό που ήθελα.

Παρέμεινα πολύ σκληροπυρηνικός σινεφίλ – αρνιόμουν να κάνω από διαφημιστικά μέχρι μεγάλου μήκους. Τα «όχι» μου με διαμόρφωσαν. Πριν από πέντε χρόνια ξεκίνησε το κεφάλαιο του Αγίου Όρους, δηλαδή όλα όσα με οδήγησαν στο Φῶς ἐκ φωτός. Παρόλο που πήρε το βραβείο Ντοκιμαντέρ στη Δράμα, θα το χαρακτήριζα κινηματογραφικό δοκίμιο, μια σπουδή επάνω στη μνήμη. Είχα πάρει μια ανάθεση από τον αρχιτέκτονα Στέλιο Κόη – μου ζήτησε να του προτείνω κάτι για το γραφείο του. Όταν έμαθα ότι γεννήθηκε στην Ουρανούπολη και μπαινόβγαινε στο Όρος από μικρός κι ότι η τυπολογία της μοναστηριακής αρχιτεκτονικής τον είχε επηρεάσει, του είπα «θέλω να μπω μέσα». Αυτή ήταν η αφετηρία, πολύ αργότερα έμεινα για τις ανάγκες της ταινίας μου. Θεωρώ ότι η ταινία μου δεν άπτεται τόσο μιας θρησκείας αλλά ότι υπάρχει από την πλευρά μου μια πνευματικότητα και ένας σεβασμός απέναντι στο τι μας κάνει να νιώθουμε άνθρωποι. Μια εικόνα που μπροστά της έχουν δεηθεί χιλιάδες και την έχουν φιλήσει αυτόματα αποκτά πνευματικό εύρος. Τα συνδέω όλα με ένα αφήγημα, έχω ανάγκη μια ιστορία να με συγκινεί άπλετα. Ήταν μια πνευματική κι όχι μια χριστιανική ταινία. Δεν μπορείς να κάνεις σινεμά και να μην πιστεύεις κάπου, δεν τη βγάζεις καθαρή.

Νεριτάν Ζιντζιρία  Facebook Twitter
Ζούμε σε μια χώρα που έχει φετίχ να βαφτίζει τους νέους «φαινόμενα». Αν ένας φορέας σε εργαλειοποιήσει, την έβαψες. Οπότε ήξερα ότι έπρεπε να έχω πολύ αυστηρά όρια για να κάνω τη δουλειά μου και να βρω ένα βάθος. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Από το 2014 ξεκίνησε μια τυποποίηση των ταινιών – τότε ήμουν πολύ κοντά στο να εγκαταλείψω. Δεν ένιωθα καλά. Στην Ταινιοθήκη την είσοδο την έχει βάψει ο πατέρας μου με τον θείο μου, ενώ δεν σταμάτησα ποτέ να είμαι προβολατζής ‒ έχω κάνει περί τις είκοσι χιλιάδες προβολές. Καμιά φορά πηγαίνω στο Τριανόν και ζητάω να πάω στην καμπίνα καθαρά για τους ήχους των μηχανημάτων. Έζησα το δικό μου Cinema Paradiso εκεί μέσα. Με τα χρόνια ένιωθα ότι μειωνόταν η πιθανότητα του σινεφιλικού θαύματος, το ότι θα έβλεπα μια ταινία που θα με συνταράξει. Δεν ήξερα αν είχα αποθέματα να συνεχίσω. Ενώ υπήρχε όλη αυτή η πίεση να πάνε οι ταινίες μου στις Κάννες, μπήκα στη διαδικασία της αγιορείτικης φωτογραφίας. Κι ενώ σε εκείνη τη φάση προσπαθούσα να διαχειριστώ τη σχέση μου με το μέσο, στο Άγιο Όρος διαχειρίστηκα τη σχέση μου με την πρώτη ύλη. Έστειλα την ταινία σε ανθρώπους που εμπιστεύομαι, πήρα τη θετική τους ανταπόκριση αλλά δεν ήξερα αν μετά από τόσα χρόνια αυτό το πείραμα θα επικοινωνούσε με τον κόσμο.

• Λατρεύω τα ελαφριά φιλμ, αν και μπορεί να αδικεί κάποια αυτός ο χαρακτηρισμός. Πιστεύω ότι το Αυστηρώς Κατάλληλο των Ρέππα - Παπαθανασίου είναι ένα αριστούργημα. Το έχω προτείνει σε όσους φίλους μπορείς να φανταστείς. Είναι το comfort film που βλέπω κάθε τόσο. Έχω αναγκάσει φίλους μου να το δούνε παρουσία μου, επειδή το πιστεύω. Το τι απολαμβάνω σε σχέση με το τι κάνω καμιά φορά είναι διαφορετικοί κόσμοι.

Νεριτάν Ζιντζιρία  Facebook Twitter
Tο A country of two, που το αφιέρωσα στους γονείς μου.
Νεριτάν Ζιντζιρία  Facebook Twitter
Πλάνο από την ταινία A country of two.
Νεριτάν Ζιντζιρία  Facebook Twitter
Πριν από πέντε χρόνια ξεκίνησε το κεφάλαιο του Αγίου Όρους, δηλαδή όλα όσα με οδήγησαν στο Φῶς ἐκ φωτός.

• Ζούμε σε μια χώρα που έχει φετίχ να βαφτίζει τους νέους «φαινόμενα». Αν ένας φορέας σε εργαλειοποιήσει, την έβαψες. Οπότε ήξερα ότι έπρεπε να έχω πολύ αυστηρά όρια για να κάνω τη δουλειά μου και να βρω ένα βάθος. Αυτά τα «αυστηρά» όρια τώρα τα μαλακώνω. Όσον αφορά την αλβανικότητά μου, πέρα από το ότι η νονά μου μού χάρισε τα πρώτα μυθολογικά, θανατοκεντρικά βιβλία, το σύμπαν μου ξεκίνησε να είναι θανατοκεντρικό γιατί νομίζω ότι η ίδια η ταυτότητά μου συνδέεται με την ήττα, επειδή έχω τα συστατικά του εκδιωγμένου βαθιά εντός μου. Η απώλεια είναι η αρχή κάθε ταινίας μου. Ξεκινάνε όλες με έναν θάνατο.

• Η Efijeni, με την οποία έχουμε μαζί εταιρεία παραγωγής και εδώ και στα Τίρανα, είναι η πιο στενή μου συνεργάτιδα και παραγωγός στις τελευταίες μου ταινίες. Έχει ασκήσει μεγάλη επιρροή σε ό,τι κάνω. Η απομόνωση και τα απόνερα της δικτατορίας δοκίμασαν το σινεμά και δυσκόλεψαν τη γέννηση ενός νέου εναλλακτικού ρεύματος. Αντιθέτως, έχει καταπληκτική σκηνή ποιητών. Το 2008 δεν ήταν cool στην Ελλάδα να είσαι Αλβανός. Τώρα που είναι cool, έχουν βγει κάποια βιβλία και έχουν γίνει παραστάσεις, αν και ως επί το πλείστον μένουν σε ένα παραστατικό φολκλόρ πρώτου επιπέδου.

• Αυτήν τη στιγμή έχω οκτώ διαφορετικά πρότζεκτ τα οποία βρίσκονται σε διαφορετικές φάσεις το καθένα. Είμαι εργασιομανής και δεν μπορώ να κάθομαι, το έχω πάρει από τη μάνα μου. Τρέχω δύο μεγάλου μήκους, μία τηλεοπτική σειρά, μία παράσταση και άλλα. Έχω τρομερή απέχθεια στη λέξη «ταλέντο», κι αυτό είναι κάτι που λένε για μένα, μαζί με το ότι «μιλάω καλά ελληνικά». Όταν ξεκινούσα δεν είχα συνομήλικους συνομιλητές, τώρα έχω τα παιδιά που βγήκαν στην ύπαιθρο μετά από μένα, πολλές φορές με το δικό μου συνεργείο.

Νεριτάν Ζιντζιρία  Facebook Twitter
Δεν ξέρω αν οι ταινίες μου έχουν βάθος ή αν τις φτιάχνω με διάθεση να πέσω και να ανακαλύψω αν έχουν βάθος. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Δεν ξέρω αν οι ταινίες μου έχουν βάθος ή αν τις φιάχνω με διάθεση να πέσω και να ανακαλύψω αν έχω βάθος. Υπάρχει ένα μεγάλο πάθος με τον φορμαλισμό και το στυλ. Μπορεί να είναι η δυτικότροπη λογική. Στην ιταλική μου ταινία υπάρχει αντιγραφή μιας σκηνής από τον Όμηρο του Γιάνναρη αυτούσιας. Έλεγα μικρότερος ότι πρέπει να ξεπεράσω τον Γιάνναρη, ότι θα βλέπει τις ταινίες μου και θα ζηλεύει αλλά ‒και να μπορούσα‒ δεν θέλω να ξεπεράσω ούτε αυτόν, ούτε τον Δαμιανό, ούτε τον Παπατάκη, κανέναν από τους πολυαγαπημένους μου. Τους θέλω ως στόχο και ως συνομιλητές. Οι ταινίες μου δεν αρέσουν στον πατέρα μου αλλά χαίρεται με την επιτυχία τους, όπως και η μητέρα μου, γιατί οι φίλες της με βρίσκουν στο Google. Βλέπουν και πόσο δύσκολο είναι το σινεμά, ένας πρωταθλητισμός διεθνής. Το νιώθω ως τιμή τώρα που εκείνοι μεγαλώνουν και χρειάζονται κάποιον να τους προσέχει να είμαι εγώ εδώ γι’ αυτούς. Η νονά μου επίσης χαίρεται, αλλά έχουμε σοβαρές πολιτικές διενέξεις. Κι ενώ έχω πάρει το πείσμα της και την καταστροφική της αυτοπεποίθηση, δεν μπορώ να τη νικήσω σε τίποτα. Δεν είναι μόνο οι πολιτικές διενέξεις, είναι και οι καλλιτεχνικές, καθώς της αρέσει μόνο ο Βισκόντι και ο υπόλοιπος νεορεαλισμός. Μου έκανε τη χάρη να δει μαζί μου Τσεϊλάν. Η αδελφή μου ζει πια στην Αμερική.

 

• Το Noi, το οποίο είχε ήδη τελειώσει πριν βγει το αγιορείτικο, το είδα στον ύπνο μου. Είδα τη φωτογράφο μου, τη Χριστίνα Μουμούρη, να με παίρνει στο τηλέφωνο και να μου λέει «Νεριτανίνο, σταματάω το σινεμά, δεν την παλεύω άλλο». Κι εγώ, στον ύπνο μου, της διηγούμαι μια ιστορία που έχουμε συμφωνήσει να την κάνουμε. «Ποια ταινία;» μου λέει και της μιλάω για το παιδί και το άλογο που σκοτώνει τον αδελφό του και θέλει να πάρει εκδίκηση. Με το που ξύπνησα, πήρα τηλέφωνο την Efijeni στα Τίρανα και της είπα την ιστορία. Η αντίδρασή της ήταν «είναι καλή ιστορία, κράτησέ τη γιατί μπορεί να σου χρησιμεύσει». Δεν ήθελα να την κάνω, ήταν δύσκολη ταινία, είχε βαριά συστατικά. Πέφτει το σενάριο στα χέρια της παραγωγού Κυριακής Βήρου, που κατάγεται από το Μέτσοβο, και μου λέει «όχι μόνο θέλω να το κάνουμε, αλλά ξέρω πού βρίσκονται 200 άλογα». Τα τελευταία χρόνια η λαογραφία αισθητικοποιείται για να είναι αρεστή στο δυτικό βλέμμα. Επειδή εκ φύσεως ξεχωρίζει, όλοι τρέχουν να βρουν μια ποπ γλώσσα για να την παρουσιάσουν. Εκπαιδεύεται το βλέμμα μας πάνω σε μια λαογραφία που έχει στηθεί πετραδάκι-πετραδάκι, χωρίς όμως τον απαιτούμενο σεβασμό. Εγώ άφησα την ιστορία σε έναν τόπο που λέει ότι «εμείς έχουμε χάσει παιδιά από άλογα». Δεν έντυσα κάποιον με παραδοσιακές φορεσιές, βρήκα εκείνους που τις φοράνε ήδη. Η δική μου σχέση με τη λαογραφία είναι βαθιά ριζωμένη από τα βιβλία ‒μύθους, τραγωδία, δημοτικά‒ της νονάς μου, ενώ υπάρχει και στις πρώτες μου ταινίες. Κάτι που έχει να κάνει με την κοινότητα τη δική μου ή ενός τρίτου την ίδια στιγμή εκπροσωπεί μια παράδοση, μια σκυταλοδρομία. Οπότε είναι και πολιτικής φύσης ζήτημα.

Νεριτάν Ζιντζιρία  Facebook Twitter
Πλάνο από την ταινία Noi
Νεριτάν Ζιντζιρία  Facebook Twitter
Πλάνο από την ταινία Noi
Νεριτάν Ζιντζιρία  Facebook Twitter
Πλάνο από την ταινία Noi

• Κάνω καθημερινά με τα πόδια είκοσι χιλιόμετρα περίπου. Επειδή υποφέρω από κρίσεις πανικού, σωματοποιώ τις σκέψεις μου. Όταν έχω ένα καινούργιο σενάριο, το χτίζω στο μυαλό μου κάνοντας τα χιλιόμετρα αυτά, που είναι πολύ συγκεκριμένες διαδρομές, και όταν γυρίζω σπίτι το εκτελώ αυτομάτως. Αυτό μου έχει δώσει την ευκαιρία να δω την πόλη πολύ καλά. Τα δρομάκια και οι στενοί δρόμοι και οι στροφές που βγαίνουν από το πουθενά έχουν επηρεάσει την ανθρωπογεωγραφία μου.

• Είμαι κυκλοθυμικός, κάνω σκέψεις αντιφατικές. Η Αθήνα, ως ένας άναρχος αστικός ιστός, με έχει επηρεάσει βαθύτατα. Γοητεύομαι πάντα από τον θόλο του Παντοκράτορα σε ναούς. Το πώς ένας μικρός άνθρωπος μπορεί να αναμετρηθεί με τον Παντοκράτορα και να τον ζωγραφίσει το βρίσκω ασύλληπτο. Όποτε θέλω να αποδεσμεύσω τον εαυτό μου ηχητικά, καθώς το ηχοτοπίο της πόλης είναι τρομερά βεβαρημένο, βρίσκω καταφύγιο στους ιερούς ναούς. Οι αγιογραφίες του Κόντογλου είναι βαθιά κινηματογραφικές. Έχει πει ο Χοδορόφσκι κάτι που με είχε συγκινήσει: «Κάνω σινεμά χωρίς να κάνω σινεμά». Σε πολλές εργασίες υπάρχουν αμιγώς κινηματογραφικές λειτουργίες. Άλλα πράγματα που με ξεκουράζουν είναι το πράσινο, τα πάρκα, ο Λυκαβηττός όπου έμενα παλιά, οι ανηφόρες. Οτιδήποτε μού φαίνεται δύσκολο και μου παίρνει χρόνο είναι στα συν. Στα πλην είναι το ηχοτοπίο και το νυχτερινό φως. Θεωρώ ότι η σχέση μας με την Ιστορία, ακόμα και αν δεν ανταποκρίνεται 100% σε αυτό που όντως είναι, βοήθησε στο να φετιχοποιήσουμε τον βανδαλισμό, εξού και οι κακογραμμένοι τοίχοι – υπάρχουν βέβαια και καλογραμμένοι τοίχοι. Σαν να θέλουμε να αφήσουμε το δικό μας σημείο στίξης απέναντι στην Ακρόπολη.

Το τρέιλερ του «Noi»

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO. 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

 
Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Πλαστικό και υπογονιμότητα: Το ντοκιμαντέρ The Plastic Detox στο Netflix μας καλεί να αποτοξινωθούμε άμεσα

Οθόνες / Αν θες να κάνεις παιδί, κόψε τα πλαστικά

Στο ντοκιμαντέρ The Plastic Detox στο Netflix, μια Αμερικανίδα επιδημιολόγος συναντά ζευγάρια που αγωνίζονται να κάνουν παιδί και τους ζητά να περιορίσουν δραστικά την έκθεση τους στα πλαστικά. Τα αποτελέσματα είναι εκπληκτικά.
THE LIFO TEAM
Οι πιο χοτ σειρές που έρχονται αυτή την άνοιξη

Οθόνες / Οι πιο χοτ σειρές που έρχονται αυτή την άνοιξη

Οι πρεμιέρες στη μικρή οθόνη φέρνουν μαζί τους μεγάλα ονόματα και ακόμη μεγαλύτερο hype: από την τρίτη σεζόν του «Euphoria​​​​​​​» με τη Ζεντέγια και τον Τζέικομπ Ελόρντι μέχρι το «Margo’s Got Money Troubles​​​​​​​» με τις Νικόλ Κίντμαν και Μισέλ Φάιφερ.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Oscars 2026: Μπηχτή στην αλαζονεία, τιμή σε έναν σπουδαίο δημιουργό

Οθόνες / Oscars 2026: Μπηχτή στην αλαζονεία, τιμή σε έναν σπουδαίο δημιουργό

Φέτος, το Χόλιγουντ υπερασπίστηκε το μεγάλο σινεμά του Πολ Τόμας Άντερσον που αγαπά εξίσου τους χαρακτήρες και την πλοκή, τα genres και την κουλτούρα της αίθουσας, τη σάτιρα και το horror χωρίς αγκυλώσεις, τη συγκίνηση και το θέαμα χωρίς ενοχές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ναταλία Γερμανού: «Εγώ έτσι είμαι, τα λέω τσεκουράτα»

Οι Αθηναίοι / Ναταλία Γερμανού: «Εγώ έτσι είμαι, τα λέω τσεκουράτα»

Έγινε δημοσιογράφος επειδή της το πρότεινε ο πατέρας της. Περιοδικά, ραδιόφωνο, τηλεόραση, πέρασε από όλα όπως πέρασε και από το ελληνικό τραγούδι. Δεν πιστεύει στην αυτοαναφορική τηλεόραση ούτε στις «πεσιματικές» συνεντεύξεις. Η Ναταλία Γερμανού αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
M. HULOT
«Ποιος θέλει να δει μια ταινία για έναν κόσμο που φλέγεται;»

Pulp Fiction / «Ποιος θέλει να δει μια ταινία για έναν κόσμο που φλέγεται;»

Η ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον «Μια μάχη μετά την άλλη» αναμένεται να σαρώσει στις σημαντικές κατηγορίες των Όσκαρ. Ποιο είναι το ιδιαίτερο στίγμα των ταινιών του; Με ποια υλικά έφτιαξε ο Άντερσον το νέο (για πολλούς) αριστούργημά του;
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Λάιζα Μινέλι: Η εξωφρενική ζωή της μέσα από τη νέα αυτοβιογραφία της

Βιβλίο / Λάιζα Μινέλι: Η εξωφρενική ζωή της μέσα από τη νέα αυτοβιογραφία της

Προτού πεθάνει μόνη της σε ένα μπάνιο ξενοδοχείου σε ηλικία 47 ετών, η Τζούντι Γκάρλαντ κληροδότησε στην κόρη μια διά βίου εξάρτηση από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά και μια τάση να ερωτεύεται γκέι άνδρες.
THE LIFO TEAM
Οι αδελφοί Λιμιέρ ως πρωτοπόροι του σινεμά αλλά και του TikTok

Οθόνες / Οι αδελφοί Λιμιέρ ως πρωτοπόροι του σινεμά αλλά και του TikTok

Ένα νέο ντοκιμαντέρ που κάνει πρεμιέρα στο MoMA της Νέας Υόρκης στο τέλος του μήνα αποκαλύπτει τη συναρπαστική, προφητική και πολυδιάστατη φύση των ταινιών μικρού μήκους των Λιμιέρ στα τέλη του 19ου αιώνα.
THE LIFO TEAM
Γιώργος Κατσαρός: Ένας ρεμπέτης, φαινόμενο μνήμης και αντοχής

Ντοκιμαντέρ / Γιώργος Κατσαρός: Ένας ρεμπέτης, φαινόμενο μνήμης και αντοχής

Το ντοκιμαντέρ «Στην Αμερική σαν πήγα» των Αργύρη Θέου και Άγγελου Κοβότσου αφηγείται τη συναρπαστική ιστορία του Έλληνα μουσικού και παράλληλα την ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού και συνολικά των Ελλήνων μεταναστών και της ομογένειας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά;

Κρίστοφερ Κινγκ / Ένας «ξένος» ξέρει τα ελληνικά χωριά καλύτερα από εμάς

Στο ντοκιμαντέρ «Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά;» ο Αμερικανός συλλέκτης και ερευνητής Κρίστοφερ Κινγκ διασχίζει το ελληνικό τοπίο απ’ άκρη σ’ άκρη και καταγράφει όσα δεν φτάνουν στις μεγάλες πόλεις. Μαζί με την Κατερίνα Καφεντζή, υπεύθυνη για την έρευνα και την αρχισυνταξία του ντοκιμαντέρ, μίλησαν στη LifO.
M. HULOT
ΕΠΕΞ «Ζούμε ανάμεσά σας»

Οθόνες / Ένα ντοκιμαντέρ για να γίνει ορατή μια νόσος “αόρατη”

H Μαρία Κατσικαδάκου (Cyber) μιλά με ζέση αλλά και χιούμορ για το βιωματικό DIY ντοκιμαντέρ της για τον διαβήτη, του οποίου η πρώτη προβολή θα πραγματοποιηθεί στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
10 επιλογές από το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (5-15/3)

Οθόνες / 10 ταινίες που ξεχωρίσαμε από το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης τιμά με Χρυσό Αλέξανδρο τον Μπιλ Μόρισον και τη Βουβούλα Σκούρα, υποδέχεται τη Ζιλιέτ Μπινός και ξεδιπλώνει ένα πλούσιο πρόγραμμα με αφιερώματα, διεθνείς συμμετοχές και δυνατές ιστορίες.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Κώστας Μπακιρτζής: «Στα λερωμένα καθίσματα και στους τοίχους του Βίλμα έχουν αποτυπωθεί ιστορίες έρωτα και πάθους»

Οθόνες / «Τα λερωμένα καθίσματα του "Βίλμα" λένε ιστορίες έρωτα και πάθους»

Οι Κώστας Μπακιρτζής και Κωστής Σταμούλης μιλούν για τον τελευταίο κινηματογράφο ερωτικών ταινιών λίγο πριν από την πρεμιέρα της ταινίας «Βίλμα: Το τελευταίο αντίο» στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Η μποέμ ζωή της πρώτης Νύφης του Φρανκενστάιν

Culture / Η μποέμ ζωή της πρώτης Νύφης του Φρανκενστάιν

Παρότι εμφανίστηκε στην οθόνη για λιγότερο από τρία λεπτά, η ερμηνεία της Elsa Lanchester άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία του κινηματογραφικού τρόμου, ενώ η ίδια έζησε μια αντισυμβατική, μποέμ ζωή στο Λονδίνο και το Χόλιγουντ του 20ού αιώνα.
THE LIFO TEAM
Οι Callas έφτιαξαν μια DIY οδύσσεια τσέπης

Οθόνες / Η νέα ταινία των The Callas είναι μια DIY οδύσσεια τσέπης

Με την πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία τους ο Λάκης και ο Άρης Ιωνάς γύρισαν μια ιστορία γυναικείας αλληλεγγύης, περιέργειας και αγάπης για το «ξένο» με χιούμορ, που ξεπερνά τα όρια της παραδοσιακής αφήγησης.
M. HULOT
Είναι ο Τζιμ Κάρεϊ «σπουδαίος ηθοποιός»;

Οθόνες / Είναι ο Τζιμ Κάρεϊ «σπουδαίος ηθοποιός»;

Οι Γάλλοι δεν έχουν κανένα πρόβλημα με τον Καναδό ηθοποιό. Το απέδειξαν με ένα εγκάρδιο βραβείο Σεζάρ για την καριέρα του, που συνοδεύτηκε από ενθουσιώδες standing ovation, σε μια σάλα που είχε από Ιζαμπέλ Ιπέρ μέχρι Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ