Πήρα το όνομα Ορσαλία από τη γιαγιά μου.Κάποιος μου είπε πως το Ορσαλία είναι το θηλυκό του Όρσιππου, του ολυμπιονίκη των Μεγάρων, αλλά δεν ξέρω αν είναι αλήθεια.

Μεγάλωσα μέσα στην επιχείρησή μας: Ήταν μια καθαρά οικογενειακή επιχείρηση· οι γονείς μου έφτιαξαν την εταιρεία και δούλευαν πολύ και στο σπίτι. Εξάλλου είναι και μια δουλειά που είναι σαν τρόπος ζωής.

Έβαλα τιμές σε ρούχο για πρώτη φορά στα 6 μου.«Για πες μου πόσο να το πουλήσω αυτό;»

Ήμουνα ένα υπάκουο κορίτσι, περιέργως. Η δεκαετία του ‘80 ήταν μια δεκαετία που έφερε μεγάλη δόξα και δημοσιότητα στην επιχείρηση των γονιών μου αλλά και στους ίδιους. Το μόνο κακό ήταν ότι όλο αυτό συνέπεσε με την εφηβεία μου: Δεν μου άρεσε καθόλου η προσοχή που προκαλούσε όλο αυτό το πράγμα.

Στα 17 μου έφυγα για την Αμερική. Πήγα στο Ρόουντ Άιλαντ στο Πανεπιστήμιο Μπράουν να σπουδάσω ιστορικός τέχνης. Νόμιζα ότι θα έκανα εμπόριο έργων τέχνης. Όταν είσαι μικρός, ψάχνεις να βρεις ποιος είσαι και να κάνεις κάτι δικό σου.

Πρωτοπήγα στην Αμερική στο τέλος της δεκαετίας του ‘80: Πρόλαβα την Αμερική πριν τα ‘90s: Το Meatpacking District ήταν meatpacking district, δεν είχε εξωραϊστεί. Και στο πανεπιστήμιο υπήρχε μια απόλυτη ελευθερία. Μετά έφυγα για το Λονδίνο. Σπούδασα History of Dress στο Courtauld Institute.

Δούλεψα ένα χρόνο στυλίστρια σ' ένα περιοδικό για νύφες, το «Brides» της Conde Nast.Είχε πλάκα γιατί έκαναν γάμους με θέμα: Μου ζητάγανε παραδείγματος χάρη έναν ελισαβετιανό γάμο. Έβρισκα το τέλειο κτίριο και κάναμε εκεί τη φωτογράφιση. Ήταν ωραία εμπειρία το να δουλεύεις σ' έναν διεθνή εκδοτικό οργανισμό.

Ανέλαβα την οικογενειακή επιχείρηση στα 24, έκανα κάποιες ανακατατάξεις έστω και με το ζόρι. Είπα «αν θέλετε να κάνω αυτό το πράγμα, θα το κάνω όπως θέλω εγώ». Ήταν δύσκολο γιατί έπρεπε να αποδείξω πολλά, αλλά νομίζω ότι τα κατάφερα.

Τελικά όσο και να αντιδράς και να λες πως δεν θα κάνεις κάτι (χωρίς να θέλω να πω πως δεν ήθελα να κάνω αυτό που έκανα), στο τέλος εκεί καταλήγεις. Αισθάνομαι πως εκπαιδευόμουν για να κάνω αυτό το πράγμα όλη μου τη ζωή.

Στην αρχή, όταν δυσκόλευαν τα πράγματα μου άρεσε να φαντασιώνομαι πως κάποια στιγμή θα έκανα κάτι άλλο, πως όλο αυτό είναι προσωρινό. Τώρα πια δεν θα άφηνα με τίποτα τη δουλειά μου.

Αυτό που προσπαθώ να τηρώ στη δουλειά μου είναι να είναι αναγνωρίσιμο το ρούχο από μακριά, να ξέρεις ότι αυτό το ρούχο είναι Parthenis. Δεν νομίζω πως μπορεί να το ξέρει κανένας άλλος καλύτερα από μένα αυτό. Eξάλλου, το να βγάλουμε ωραία σχέδια -ένα ωραίο μπλουζάκι ή ένα ωραίο φουστάνι- δεν είναι το ζητούμενο. Η συνολική εικόνα είναι αυτό που μετράει.

Σίγουρα χρησιμοποιώ την τέχνη ως έμπνευση: τον κινηματογράφο ή τη μουσική, που μπήκε στη ζωή μου τώρα, λόγω του άντρα μου. Μπορεί να διαβάσω πιο πολύ μουσικά περιοδικά παρά μόδας, τώρα πια. Με εμπνέει πολύ το παρελθόν, χωρίς να θέλω να 'μαι ρετρό: Η τελευταία μου κολεξιόν, ας πούμε, εμπνεύστηκε από τον Έρικ Στάντον. Ενώ συνήθως τα ‘50s δεν μου άρεσαν -αυτά τα κορίτσια που φοράνε καρό ποδιές και βγάζουν το ψητό από το φούρνο-, είδα τη σκοτεινή, φετιχιστική τους πλευρά και με ενθουσίασε.

Αν εμπνέομαι από τα ταξίδια; Τα τελευταία χρόνια δεν πηγαίνω πολύ γιατί έχω αρχίσει να φοβάμαι τα αεροπλάνα. Ίσως να μην έχω ακόμα υπερνικήσει το φόβο του θανάτου. Σκέφτομαι πως έχω πάρα πολλά πράγματα που έχω ακόμα να κάνω. Φοβάμαι μήπως δεν προλάβω.

Όταν δουλεύω για την πασαρέλα, φτιάχνω ρούχα για σόου. Μου 'χει τύχει να έρθει πελάτης και να μου πει «θέλω αυτό». Αυτό όμως εγώ το έχω φτιάξει για μια γυναίκα με ύψος 1,80 και 50 κιλά. Δεν είμαστε όλοι έτσι. Mετά την πασαρέλα αναπροσαρμόζουμε τα ρούχα. Οι τιμές μας ξεκινάνε από τα 30 ευρώ - το πιο ακριβό πράγμα που έχω πουλήσει ποτέ ήταν ένα φόρεμα των 1.500 ευρώ. Ένα μακρύ βραδινό φορέμα κινείται γύρω στα 500 με 700 ευρώ.

Είμαι τυχερή που είμαι η δεύτερη γενιά. Δεν είναι εύκολο να δημιουργήσεις ένα αναγνωρίσιμο brand στην εποχή μας. Αυτό που θεωρώ δική μου επιτυχία είναι ότι υπήρχαν νέοι άνθρωποι που δεν ξέρανε ποιοι είμαστε και τώρα ξέρουν.

Νομίζω πως η μεγαλύτερή μου επιτυχία ήταν ότι τελικά κατάφερα να με παραδεχτεί ο πατέρας μου. Ίσως αυτό να ισχύει για όλα τα παιδιά κι ακόμα περισσότερο τα παιδιά που κληρονομούν μια οικογενειακή επιχείρηση.

Ζω στην Ακρόπολη . Μου αρέσει που είναι ακόμα γειτονιά. Ψωνίζω από το μανάβη μου, τον κρεοπώλη μου, τον ψαρά μου... Μου αρέσει και γεωγραφικά. Είναι κοντά στα νότια, στο κέντρο της Αθήνας, μπορείς να φύγεις πιο εύκολα.

Κάνω βόλτες. Μπορώ να σκαρφαλώσω στου Φιλοπάπου και να βγω από την άλλη στα Πετράλωνα.Περπατάω συχνά τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, το Κουκάκι, κοντά στο μετρό, εκεί στην Αλέξανδρου Δράκου, περπατάω συχνά μέχρι το Κολωνάκι.

Βγαίνω πολύ λιγότερο από το Σεπτέμβρη που παντρεύτηκα. Ίσως γιατί αυτή την περίοδο της ζωής μου θέλω να περνάω όσο περισσότερο χρόνο γίνεται με τον άντρα μου. Για μένα αυτό είναι η ευτυχία.