Βανέσσα Ζουγανέλη

Βανέσσα Ζουγανέλη Facebook Twitter
0

Γεννήθηκα στην Αθήνα. Πήγα νηπιαγωγείο στη Μύκονο, στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα. Δεν ήξεραν τι να με κάνουν, φαίνεται, και με έστελναν συνέχεια νηπιαγωγείο. Η μητέρα μου είναι Ιταλίδα από την Αλεξάνδρεια, οπότε μέχρι 6 χρόνων, που άρχισα το σχολείο, ήμασταν κάτι μεταξύ Μυκόνου τα καλοκαίρια και Αλεξάνδρειας τους χειμώνες, όπου ζούσαν ο παππούς και η γιαγιά...

Με βάφτισαν Βανέσσα από τη... Βανέσσα Ρεντγκρέιβ! Είχε δει η μητέρα μου το Blow Up, ξετρελάθηκε και είπε «άμα κάνω κορίτσι, θα το βγάλω έτσι».

Μικρή ήθελα να ασχοληθώ με το θέατρο. Ήμουν «άρρωστη». Τα χρόνια του δημοτικού και του γυμνασίου μπορεί να πήγαινα μέχρι και τρεις ή τέσσερις φορές την εβδομάδα στο θέατρο. Όχι με το ζόρι. Οικειοθελώς! Όπου πια τελειώνοντας το σχολείο είχα πάθει overdose. Έβλεπα ό,τι κυκλοφορούσε στην Αθήνα - τα μικρά θέατρα κυρίως. Τα πιο πρωτοποριακά. Με είχε εντυπωσιάσει της Οδού Κυκλάδων περισσότερο.

Ήθελα να κάνω κουστούμια. Τρία χρόνια, όσο ήμουν ακόμα στο σχολείο, έκανα και μαθήματα υποκριτικής, στο σύστημα Στανισλάφσκι στην Ελληνοαμερικανική Ένωση. Ουδέποτε όμως είχα σκοπό να γίνω ηθοποιός. Ήθελα απλώς να μάθω τα πάντα για το θέατρο.

Στο γυμνάσιο και το λύκειο για να βγάζω χαρτζιλίκι έπαιζα σε διαφημιστικά. Είχα παίξει σε μια διαφήμιση μπίρας... Ήμουν πάρα πολύ αναπτυγμένο κοριτσάκι, σε βαθμό τρομαχτικό, γιατί από 10 χρόνων ήμουν το πιο ψηλό παιδί του σχολείου. Οι συμμαθητές μου με κοίταζαν ως άλιεν. Οι φωτογραφίες μου μαζί τους είναι πάρα πολύ αστείες... Τα παιδιά με φοβόντουσαν και φυσικά το εκμεταλλευόμουν στο έπακρο. Ήμουν κι η πιο δυνατή, έκανα πολλά σπορ, είχα μυική δύναμη και όγκο κι όλα τα αγοράκια τα σάπιζα. Έκανα μπρα ντε φερ στοιχήματα με λεφτά και τα κέρδιζα όλα!

Είχα κάνει και διαφήμιση της Τράπεζας Κρήτης λίγο πριν το σκάνδαλο, όπου έπαιζα μπάσο ηλεκτρικό με έναν τεράστιο κότσο... Εκεί, μέσα από όλα αυτά, άρχισε η επαφή με αυτό που λέμε «γύρισμα». Με το που πήγα σε γύρισμα τρελάθηκα κι ένιωσα πάρα πολύ άνετα, ότι εδώ είναι το σπίτι μου δηλαδή. Είχα επαφή με όλο το συνεργείο, ήθελα να βλέπω τι κάνουν, γι' αυτό και πήγαινα σε όλο και περισσότερα γυρίσματα, όπου χρειάζονταν κομπάρσο ή βοήθεια για οτιδήποτε.

Πήγα στην Αγγλία να σπουδάσω κουστούμια για τον κινηματογράφο.Αλλά δεν μ' άρεσε καθόλου εκεί. Δεν ξέρω, μ' έπιασε τρομερή κατάθλιψη, πήρα 15 κιλά και γύρισα πίσω κυριολεκτικά νύχτα.

Άρχισα να δουλεύω ως βοηθός ενδυματολόγου... Δούλεψα αρκετά χρόνια, έγινα γνωστή, αλλά κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι δεν μου φτάνει. Πήγαινα στο γύρισμα και ενδιαφερόμουν για όλο το υπόλοιπο εκτός από τα κουστούμια μου. Γι' αυτό και γράφτηκα στη σχολή Σταυράκου και σιγά σιγά άρχισα να δουλεύω ως βοηθός σκηνοθέτης. Ήταν μια σκληρή αλλαγή, ειδικά όταν είσαι στον ίδιο χώρο και αλλάζεις ειδικότητα, ξεκινάς από την αρχή και επιπλέον σε αντιμετωπίζουν και πολύ περίεργα. Αλλά το 'κανα. Δούλεψα για 8 χρόνια. Και ως καμεραγούμαν σε δημοσιογραφικές εκπομπές της τηλεόρασης.

Μετά, ο καλύτερος μου φίλος μού λέει ότι το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου δίνει υποτροφίες για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό. Κάνουμε αίτηση, μας παίρνουν και πηγαίνουμε στην Ακαδημία του Μονάχου. Είχα φοβερούς δασκάλους, απ' όλο τον κόσμο, Τσέχους, Πολωνούς, Ρώσους, Άγγλους, Αμερικανούς, είχαν μαζέψει τους καλύτερους, επειδή είναι κρατική σχολή και πλούσια. Ήταν συγκλονιστικό. Έμαθα όσα όχι μόνο δεν είχα μάθει όλα αυτά τα χρόνια, αλλά δεν είχα φανταστεί καν.

Είχα κάνει ήδη τη σπουδαστική μου ταινία, το Προσεχώς, που ήταν το τρέιλερ μιας ανύπαρκτης ταινίας. Μ' αυτήν πήρα την υποτροφία, είχα πάρει και κρατικό βραβείο, βρήκα και διανομή, είχε πάει ανέλπιστα καλά. Αυτά το 1997. Έχουν περάσει 10 χρόνια... εντάξει, ντροπή!

Πρέπει να έχεις το χρόνο να αφοσιωθείς, να γράψεις, να βρεις μια ιδέα και μετά μια χρηματοδότηση. Αναγκάζεσαι ταυτόχρονα να έχεις μια δουλειά, που μπορεί να σε απορροφήσει απόλυτα και να χάσεις το στόχο σου.

Το σενάριο της Τζίνα Ντοστογιέφσκι, της ταινίας που έκανα τώρα, το είχα καταθέσει στο Κέντρο το 2003. Κανονικά υποτίθεται ότι τα σενάρια εγκρίνονται ή δεν εγκρίνονται μέσα σε 6 μήνες. Εγώ είχα την ατυχία να πέσω σε κάτι αλλαγές διοίκησης, σε εκλογές, σε απανωτά γεγονότα που καθυστερούσαν τη διαδικασία... φοβερή γραφειοκρατία. Όπου πια, όταν το ενέκριναν, λέω, τι είναι αυτό, ούτε που θυμάμαι και δεν ξέρω πια αν θέλω να το κάνω...

Πρόκειται για την ιστορία ενός φαροφύλακα που μετατίθεται σε ένα απομακρυσμένο νησί. Εκεί συναντάει έναν χωροφύλακα και έναν αχθοφόρο. Οι τρεις τους είναι εντελώς διαφορετικοί ως προσωπικότητες, ο φαροφύλακας έχει εμμονή με τη λογοτεχνία και έτσι αντιμετωπίζει τη μοναξιά του, το χωροφύλακα τον έχουν ξεχάσει εκεί για χρόνια... Δεν είναι εντελώς φιξιόν, είναι εμπνευσμένο από μια ιστορία που μου είχε διηγηθεί ένας πρώην φαροφύλακας που είχα γνωρίσει σε ένα νησί και μου περιέγραψε πώς έφτασε σ' αυτό το νησί και τι αντιμετώπισε. Όσο μου το διηγιόταν, μου φάνηκε πάρα πολύ κινηματογραφικό. Το συζήτησα με τον φίλο μου συγγραφέα Σωτήρη Κακίση, του άρεσε κι έτσι κάτσαμε και το γράψαμε μαζί.

Το αντιμετώπισα ως κωμωδία. Στο μοντάζ, όσοι ήρθαν να το δουν, είχαν μείνει ανέκφραστοι και στο τέλος μου είπαν ότι είναι μια πάρα πολύ μελαγχολική ταινία. Και αισθάνθηκα ότι απέτυχα παταγωδώς. Ευτυχώς όμως στη Δράμα το κοινό ανταποκρίθηκε και γέλασε πάρα πολύ, ακόμα και σε σημεία που δεν το πίστευα. Αυτό είναι τρομερή χαρά, πολύ μεγαλύτερη από το βραβείο.

Πάντα είναι πολύ ευχάριστο να παίρνεις ένα βραβείο, γιατί αισθάνεσαι ότι οι κόποι σου ανταμείβονται. Βέβαια, από την άλλη, επειδή πάρα πολύ συχνά τα βραβεία δεν είναι δίκαια για διάφορους λόγους -πας στα φεστιβάλ και βλέπεις ότι υπάρχουν πάρα πολύ καλές ταινίες και βραβεύονται οι χειρότερες- έφτασα να ανησυχώ μήπως τώρα που πήρα βραβείο σημαίνει ότι έχω κάνει μια πολύ κακή ταινία! Μήπως κάτι δεν έχω κάνει καλά;

Για πολλούς ήταν θαύμα που βραβεύτηκε η ταινία μου, γιατί δεν είναι «κοινωνικού προβληματισμού» (και ό,τι τέλος πάντων σημαίνει αυτό). Οι ταινίες που βραβεύονται φαίνεται ότι πρέπει οπωσδήποτε να έχουν παιδάκια ή μετανάστες για να συγκινήσουν. Πιστεύω ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος να πεις τα πράγματα που θέλεις, να μιλήσεις στο κοινό.

Για τη δουλειά μου τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα εδώ. Όσο για το εξωτερικό, αν πεις σκηνοθέτης, διευθυντής φωτογραφίας κ.λπ. από την Ελλάδα, σε αντιμετωπίζουν σαν ένα τίποτα. Που μπορεί να μην ισχύει, αλλά γι' αυτούς έτσι είναι, δεν υπάρχεις στο χάρτη. Θυμάμαι όταν πήγαινα στο Μόναχο και έλεγα από πού έρχομαι, έπεφτε γέλιο. Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα, όποιος θέλει να ασχοληθεί σοβαρά με το σινεμά πρέπει να ξενιτευτεί.

Αλλά είμαι αισιόδοξη, γιατί πλέον υπάρχει εδώ μια γενιά νέων σκηνοθετών που έχουν εκπαιδευτεί στο εξωτερικό, κατέχουν την τεχνική, έχουν και μια ματιά και πιστεύω ότι θα προχωρήσει η κατάσταση. Το «νέος σκηνοθέτης» στην Ελλάδα, βέβαια, έχει εντελώς διαφορετική έννοια από αυτήν που έχει στην Αγγλία ή τη Γερμανία. Εδώ όλα είναι ετεροχρονισμένα. Αναγκαστικά. Αν παρουσιαζόταν κάποια ευκαιρία, κάποια δουλειά, κι εγώ θα έφευγα από την Ελλάδα. Και θα νοσταλγούσα πάντα την Αθήνα και τη Μύκονο.

Αγαπώ την Αθήνα, ειδικά το κέντρο. Όταν λείπω πολύ καιρό τη νοσταλγώ. Δεν μπορώ να διανοηθώ να μένει κάποιος στα βόρεια προάστια, δεν το καταλαβαίνω. Είτε πας στην περιφέρεια να μείνεις, σε ένα νησί, ή στο κέντρο. Γιατί και τα βόρεια προάστια έχουν φασαρία και επιπλέον είναι αποστειρωμένα, δεν έχουν ζωή, αλλά ούτε είσαι κοντά στη φύση. Οπότε άμα ζω στην πόλη, θέλω να είμαι μέσα στο χάος, στη βρόμα, σε όλα.

Οι Αθηναίοι
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Σύλβια Κούβαλη: «Το μόνο που φοβάμαι, το πιο επικίνδυνο, είναι ο συντηρητισμός»

Οι Αθηναίοι / Σύλβια Κούβαλη: «Το μόνο που φοβάμαι, το πιο επικίνδυνο, είναι ο συντηρητισμός»

Μεγάλωσε στην Αχαρνών, ανάμεσα σε μωσαϊκά και τσιμέντο. Η τέχνη την ενδιέφερε πάντα και τελικά βρέθηκε να στήνει γκαλερί ανάμεσα σε Κωνσταντινούπολη, Πειραιά και Λονδίνο. Από τότε που άνοιξε τη Rodeo, το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να κάνει εκθέσεις, δεν σκεφτόταν πώς θα βγάλει χρήματα. Η γκαλερίστα, Σύλβια Κούβαλη, αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
M. HULOT
Παναγιώτης Κουνάδης

Οι Αθηναίοι / Παναγιώτης Κουνάδης: «Η Μπέλλου ήταν μάγκας. Ο Τσιτσάνης, θεός»

Από τη μεταπολεμική Νέα Φιλαδέλφεια μέχρι τις πολύτιμες παρέες των ρεμπετών, η διαδρομή του είναι ταυτισμένη με την ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Δημιούργησε ένα μοναδικό αρχείο 10.000 δίσκων, διασώζοντας έναν ολόκληρο κόσμο που χανόταν. Ο ερευνητής και μελετητής της ελληνικής μουσικής, Παναγιώτης Κουνάδης, αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Χάρις Αλεξίου

Οι Αθηναίοι / Χάρις Αλεξίου: «Ένα καθαρό σπίτι θέλω να είμαι, γεμάτο ζωή και αίσθημα»

Από το δημοτικό τραγούδι, στο «Δι' ευχών», στην «Οδό Νεφέλης», ως τις μεγάλες περιοδείες στην άκρη του κόσμου, η φωνή της δεν άφησε κανέναν ασυγκίνητο. Κι αν σήμερα την έχει κερδίσει το θέατρο και η τηλεόραση, αυτό δεν αλλάζει ούτε στο ελάχιστο την ιστορία που έχει γράψει στο ελληνικό τραγούδι. Η Χάρις Αλεξίου αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
M. HULOT
Ναταλία Γερμανού: «Εγώ έτσι είμαι, τα λέω τσεκουράτα»

Οι Αθηναίοι / Ναταλία Γερμανού: «Εγώ έτσι είμαι, τα λέω τσεκουράτα»

Έγινε δημοσιογράφος επειδή της το πρότεινε ο πατέρας της. Περιοδικά, ραδιόφωνο, τηλεόραση, πέρασε από όλα όπως πέρασε και από το ελληνικό τραγούδι. Δεν πιστεύει στην αυτοαναφορική τηλεόραση ούτε στις «πεσιματικές» συνεντεύξεις. Η Ναταλία Γερμανού αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
M. HULOT
Χλόη Ακριθάκη: Φωτογράφος. Γεννήθηκε στο Βερολίνο, ζει στα Εξάρχεια.

Οι Αθηναίοι / Χλόη Ακριθάκη: «Θαύμαζα τον πατέρα μου, κάποιες φορές τον αμφισβήτησα»

Μεγάλωσε δίπλα σε έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους ενώ από την ηλικία των 8 έζησε το θρυλικό εστιατόριο της μητέρας της, το Fofi's Bar στο Βερολίνο. Είναι φωτογράφος και ακόμα θυμάται τον Χέλμουτ Νιούτον να της λέει στα πρώτα της βήματα «Τι κάθεστε και διαβάζετε; Βγείτε έξω, ζήστε». Η Χλόη Ακριθάκη αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Γιώργος Βότσης: «Κάποτε δεν χρειαζόταν να δώσεις ορισμό για το τι εστί αναρχικός»

Οι Αθηναίοι / Γιώργος Βότσης (1938-2026): «Κάποτε δεν χρειαζόταν να δώσεις ορισμό για το τι εστί αναρχικός»

Για τις Αρχές ήταν «τρομοκράτης» και «αρχηγός» της 17Ν, ενώ για την Αριστερά «προβοκάτορας». Δηλώνει αντιστασιακός εκ φύσεως και πιστεύει ότι η «Ελευθεροτυπία» της δικής του εποχής δεν μπορεί να ξαναβγεί. Ο θρυλικός δημοσιογράφος που απεβίωσε σήμερα αφηγήθηκε την πολυτάραχη ζωή του.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΠΕΞ Akylas

Οι Αθηναίοι / Akylas: «Τραγουδώ για τα άτομα που δεν χωράνε σε νόρμες»

Ο νεαρός μουσικός από τις Σέρρες πέρασε πολλές απογοητεύσεις μέχρι να καταφέρει να πραγματοποιήσει το όνειρό του και να κερδίσει την αγάπη του κόσμου. Από τις κουζίνες, την πίστα του κρουαζιερόπλοιου και τη μουσική στον δρόμο μέχρι την Αυστρία και τώρα στη Eurovision, η πορεία ήταν μεγάλη και δύσκολη. Ο Akylas αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Χρήστος Λούκος: «Η ιστορική άγνοια στην Ελλάδα φαίνεται από την επιτυχία της ταινίας του Σμαραγδή»

Οι Αθηναίοι / Χρήστος Λούκος: «Η ιστορική μας άγνοια φαίνεται από την επιτυχία του "Καποδίστρια"»

Μεγαλωμένος στη φτώχεια, με αρβανίτικη καταγωγή, στα υπόγεια των τυπογραφείων και στα βραδινά σχολεία, έμαθε από νωρίς ότι τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Από τα δημοτικά αρχεία της Ερμούπολης έως το Πανεπιστήμιο της Κρήτης, ο έγκριτος ιστορικός και βιογράφος του Καποδίστρια αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου

Οι Αθηναίοι / Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου: «H νέα μου ζωή άρχισε στο ΚΑΤ»

Ήρθε από την Τασκένδη, ήθελε να γίνει νευροεπιστήμονας αλλά τελικά την κέρδισε η ηθοποιία. Ένα ατύχημα έκοψε τη ζωή της στα δύο. Ξεκίνησε πάλι, δεν είδε ποτέ την αναπηρία της μοιρολατρικά και έγινε μια από τις πιο αγαπημένες ηθοποιούς της Ελλάδας. Η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου αφηγείται τη ζωή της στη LifO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Λουκία: Γεννήθηκε στη Σάμο, μένει στα Εξάρχεια.

Οι Αθηναίοι / Λουκία: «Δεν σου φτιάχνουν όνομα τα κοινωνικά και οι κοσμικότητες»

Ξεκίνησε στο Λονδίνο έχοντας στο μυαλό της θέατρο, ρούχα και interior και έγινε η πρώτη Ελληνίδα που μπήκε στα Harrods. Φτιάχνει ρούχα παρατηρώντας το βλέμμα ενός ανθρώπου. Η Λουκία αφηγείται τη ζωή της στη LifO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Πάολα Λάκαχ: «Η ζωή είναι ένα κύμα που το καβαλάς και σε πάει»

Εικαστικά / Πάολα Λάκαχ: «Η ζωή είναι ένα κύμα που το καβαλάς και σε πάει»

Αρχιτέκτων και γλύπτρια. Με συριακές ρίζες και παιδικά χρόνια στην Αίγυπτο, πιστεύει ότι «η πορεία μας πρέπει να είναι προς το φωτεινό κομμάτι της ζωής». Από τις πρώτες καλλιτέχνιδες που πειραματίστηκαν με ανακυκλώσιμα υλικά ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, αναζητά το παιχνίδι, την έρευνα και την πολλαπλή χρήση ενός αντικειμένου, μεταφέροντας την ίδια φόρμα από το ελάχιστο στο μεγαλειώδες. Η Πάολα Λάκαχ αφηγείται τη ζωή της στη LifO.
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
Bill Georgoussis: «Από τα περιοδικά δεν ζεις πια, έχουν γίνει πολυτέλεια»

Οι Αθηναίοι / Bill Georgoussis: «Από τα περιοδικά δεν ζεις πια, έχουν γίνει πολυτέλεια»

Κάνοντας σκέιτ, φωτογράφιζε cool και ενδιαφέροντες ανθρώπους. Όταν κατάλαβε ότι έτσι πιάνει το ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και μετατρέπει το στιγμιότυπο σε έργο τέχνης, αποφάσισε να ασχοληθεί με τη φωτογραφία. Ο Bill Georgoussis αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Ody Icons Περφόρμερ, μουσικός, δραματουργός, συνθέτης 

Οι Αθηναίοι / Ody Icons: «Δεν γίνεται να μη διεκδικήσεις τον χώρο που σου αναλογεί»

Περφόρμερ, μουσικός. Μεγάλωσε σε περιβάλλον που αγαπούσε την Ανατολή, ήταν λαϊκό και καθόλου εστέτ, κι αυτό επηρέασε τη μουσική του. Γι' αυτό δεν καταλαβαίνει τι εννοούν στην Ελλάδα όταν τον ρωτούν «γιατί τόσο τουμπερλέκι;». Ο Ody Icons αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Γιώργος Χατζηνάσιος

Μουσική / Γιώργος Χατζηνάσιος: «Ότι τι; Είναι ηλίθιοι όσοι ακούνε ελαφρολαϊκά;»

Έγινε συνθέτης για να μπορέσει να παντρευτεί τη γυναίκα του. Πιστεύει πως όποιος λέξη «ελαφρός» είναι απαίσια. Πρόλαβε την εποχή που τους τραγουδιστές τούς καταλάβαινες από τον ήχο της φωνής τους - τώρα δεν τους ξεχωρίζει. Ο Γιώργος Χατζηνάσιος αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Κορμί κι αλάτι, Μπέσσυ μου!

Οι Αθηναίοι / Κορμί κι αλάτι, Μπέσσυ μου!

Η καριέρα της μετράει πάνω από μισό αιώνα. Αν και έχει να βγάλει δίσκο από το 1983, τα τραγούδια που ηχογράφησε μέσα σε μια δεκαετία έχουν απήχηση σήμερα σε 17χρονα παιδιά, κι αυτό την κάνει να νιώθει έφηβη. Η Μπέσσυ Αργυράκη αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ