Γεννήθηκα στην Αθήνα. Πήγα νηπιαγωγείο στη Μύκονο, στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα. Δεν ήξεραν τι να με κάνουν, φαίνεται, και με έστελναν συνέχεια νηπιαγωγείο. Η μητέρα μου είναι Ιταλίδα από την Αλεξάνδρεια, οπότε μέχρι 6 χρόνων, που άρχισα το σχολείο, ήμασταν κάτι μεταξύ Μυκόνου τα καλοκαίρια και Αλεξάνδρειας τους χειμώνες, όπου ζούσαν ο παππούς και η γιαγιά...

Με βάφτισαν Βανέσσα από τη... Βανέσσα Ρεντγκρέιβ! Είχε δει η μητέρα μου το Blow Up, ξετρελάθηκε και είπε «άμα κάνω κορίτσι, θα το βγάλω έτσι».

Μικρή ήθελα να ασχοληθώ με το θέατρο. Ήμουν «άρρωστη». Τα χρόνια του δημοτικού και του γυμνασίου μπορεί να πήγαινα μέχρι και τρεις ή τέσσερις φορές την εβδομάδα στο θέατρο. Όχι με το ζόρι. Οικειοθελώς! Όπου πια τελειώνοντας το σχολείο είχα πάθει overdose. Έβλεπα ό,τι κυκλοφορούσε στην Αθήνα - τα μικρά θέατρα κυρίως. Τα πιο πρωτοποριακά. Με είχε εντυπωσιάσει της Οδού Κυκλάδων περισσότερο.

Ήθελα να κάνω κουστούμια. Τρία χρόνια, όσο ήμουν ακόμα στο σχολείο, έκανα και μαθήματα υποκριτικής, στο σύστημα Στανισλάφσκι στην Ελληνοαμερικανική Ένωση. Ουδέποτε όμως είχα σκοπό να γίνω ηθοποιός. Ήθελα απλώς να μάθω τα πάντα για το θέατρο.

Στο γυμνάσιο και το λύκειο για να βγάζω χαρτζιλίκι έπαιζα σε διαφημιστικά. Είχα παίξει σε μια διαφήμιση μπίρας... Ήμουν πάρα πολύ αναπτυγμένο κοριτσάκι, σε βαθμό τρομαχτικό, γιατί από 10 χρόνων ήμουν το πιο ψηλό παιδί του σχολείου. Οι συμμαθητές μου με κοίταζαν ως άλιεν. Οι φωτογραφίες μου μαζί τους είναι πάρα πολύ αστείες... Τα παιδιά με φοβόντουσαν και φυσικά το εκμεταλλευόμουν στο έπακρο. Ήμουν κι η πιο δυνατή, έκανα πολλά σπορ, είχα μυική δύναμη και όγκο κι όλα τα αγοράκια τα σάπιζα. Έκανα μπρα ντε φερ στοιχήματα με λεφτά και τα κέρδιζα όλα!

Είχα κάνει και διαφήμιση της Τράπεζας Κρήτης λίγο πριν το σκάνδαλο, όπου έπαιζα μπάσο ηλεκτρικό με έναν τεράστιο κότσο... Εκεί, μέσα από όλα αυτά, άρχισε η επαφή με αυτό που λέμε «γύρισμα». Με το που πήγα σε γύρισμα τρελάθηκα κι ένιωσα πάρα πολύ άνετα, ότι εδώ είναι το σπίτι μου δηλαδή. Είχα επαφή με όλο το συνεργείο, ήθελα να βλέπω τι κάνουν, γι' αυτό και πήγαινα σε όλο και περισσότερα γυρίσματα, όπου χρειάζονταν κομπάρσο ή βοήθεια για οτιδήποτε.

Πήγα στην Αγγλία να σπουδάσω κουστούμια για τον κινηματογράφο.Αλλά δεν μ' άρεσε καθόλου εκεί. Δεν ξέρω, μ' έπιασε τρομερή κατάθλιψη, πήρα 15 κιλά και γύρισα πίσω κυριολεκτικά νύχτα.

Άρχισα να δουλεύω ως βοηθός ενδυματολόγου... Δούλεψα αρκετά χρόνια, έγινα γνωστή, αλλά κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι δεν μου φτάνει. Πήγαινα στο γύρισμα και ενδιαφερόμουν για όλο το υπόλοιπο εκτός από τα κουστούμια μου. Γι' αυτό και γράφτηκα στη σχολή Σταυράκου και σιγά σιγά άρχισα να δουλεύω ως βοηθός σκηνοθέτης. Ήταν μια σκληρή αλλαγή, ειδικά όταν είσαι στον ίδιο χώρο και αλλάζεις ειδικότητα, ξεκινάς από την αρχή και επιπλέον σε αντιμετωπίζουν και πολύ περίεργα. Αλλά το 'κανα. Δούλεψα για 8 χρόνια. Και ως καμεραγούμαν σε δημοσιογραφικές εκπομπές της τηλεόρασης.

Μετά, ο καλύτερος μου φίλος μού λέει ότι το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου δίνει υποτροφίες για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό. Κάνουμε αίτηση, μας παίρνουν και πηγαίνουμε στην Ακαδημία του Μονάχου. Είχα φοβερούς δασκάλους, απ' όλο τον κόσμο, Τσέχους, Πολωνούς, Ρώσους, Άγγλους, Αμερικανούς, είχαν μαζέψει τους καλύτερους, επειδή είναι κρατική σχολή και πλούσια. Ήταν συγκλονιστικό. Έμαθα όσα όχι μόνο δεν είχα μάθει όλα αυτά τα χρόνια, αλλά δεν είχα φανταστεί καν.

Είχα κάνει ήδη τη σπουδαστική μου ταινία, το Προσεχώς, που ήταν το τρέιλερ μιας ανύπαρκτης ταινίας. Μ' αυτήν πήρα την υποτροφία, είχα πάρει και κρατικό βραβείο, βρήκα και διανομή, είχε πάει ανέλπιστα καλά. Αυτά το 1997. Έχουν περάσει 10 χρόνια... εντάξει, ντροπή!

Πρέπει να έχεις το χρόνο να αφοσιωθείς, να γράψεις, να βρεις μια ιδέα και μετά μια χρηματοδότηση. Αναγκάζεσαι ταυτόχρονα να έχεις μια δουλειά, που μπορεί να σε απορροφήσει απόλυτα και να χάσεις το στόχο σου.

Το σενάριο της Τζίνα Ντοστογιέφσκι, της ταινίας που έκανα τώρα, το είχα καταθέσει στο Κέντρο το 2003. Κανονικά υποτίθεται ότι τα σενάρια εγκρίνονται ή δεν εγκρίνονται μέσα σε 6 μήνες. Εγώ είχα την ατυχία να πέσω σε κάτι αλλαγές διοίκησης, σε εκλογές, σε απανωτά γεγονότα που καθυστερούσαν τη διαδικασία... φοβερή γραφειοκρατία. Όπου πια, όταν το ενέκριναν, λέω, τι είναι αυτό, ούτε που θυμάμαι και δεν ξέρω πια αν θέλω να το κάνω...

Πρόκειται για την ιστορία ενός φαροφύλακα που μετατίθεται σε ένα απομακρυσμένο νησί. Εκεί συναντάει έναν χωροφύλακα και έναν αχθοφόρο. Οι τρεις τους είναι εντελώς διαφορετικοί ως προσωπικότητες, ο φαροφύλακας έχει εμμονή με τη λογοτεχνία και έτσι αντιμετωπίζει τη μοναξιά του, το χωροφύλακα τον έχουν ξεχάσει εκεί για χρόνια... Δεν είναι εντελώς φιξιόν, είναι εμπνευσμένο από μια ιστορία που μου είχε διηγηθεί ένας πρώην φαροφύλακας που είχα γνωρίσει σε ένα νησί και μου περιέγραψε πώς έφτασε σ' αυτό το νησί και τι αντιμετώπισε. Όσο μου το διηγιόταν, μου φάνηκε πάρα πολύ κινηματογραφικό. Το συζήτησα με τον φίλο μου συγγραφέα Σωτήρη Κακίση, του άρεσε κι έτσι κάτσαμε και το γράψαμε μαζί.

Το αντιμετώπισα ως κωμωδία. Στο μοντάζ, όσοι ήρθαν να το δουν, είχαν μείνει ανέκφραστοι και στο τέλος μου είπαν ότι είναι μια πάρα πολύ μελαγχολική ταινία. Και αισθάνθηκα ότι απέτυχα παταγωδώς. Ευτυχώς όμως στη Δράμα το κοινό ανταποκρίθηκε και γέλασε πάρα πολύ, ακόμα και σε σημεία που δεν το πίστευα. Αυτό είναι τρομερή χαρά, πολύ μεγαλύτερη από το βραβείο.

Πάντα είναι πολύ ευχάριστο να παίρνεις ένα βραβείο, γιατί αισθάνεσαι ότι οι κόποι σου ανταμείβονται. Βέβαια, από την άλλη, επειδή πάρα πολύ συχνά τα βραβεία δεν είναι δίκαια για διάφορους λόγους -πας στα φεστιβάλ και βλέπεις ότι υπάρχουν πάρα πολύ καλές ταινίες και βραβεύονται οι χειρότερες- έφτασα να ανησυχώ μήπως τώρα που πήρα βραβείο σημαίνει ότι έχω κάνει μια πολύ κακή ταινία! Μήπως κάτι δεν έχω κάνει καλά;

Για πολλούς ήταν θαύμα που βραβεύτηκε η ταινία μου, γιατί δεν είναι «κοινωνικού προβληματισμού» (και ό,τι τέλος πάντων σημαίνει αυτό). Οι ταινίες που βραβεύονται φαίνεται ότι πρέπει οπωσδήποτε να έχουν παιδάκια ή μετανάστες για να συγκινήσουν. Πιστεύω ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος να πεις τα πράγματα που θέλεις, να μιλήσεις στο κοινό.

Για τη δουλειά μου τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα εδώ. Όσο για το εξωτερικό, αν πεις σκηνοθέτης, διευθυντής φωτογραφίας κ.λπ. από την Ελλάδα, σε αντιμετωπίζουν σαν ένα τίποτα. Που μπορεί να μην ισχύει, αλλά γι' αυτούς έτσι είναι, δεν υπάρχεις στο χάρτη. Θυμάμαι όταν πήγαινα στο Μόναχο και έλεγα από πού έρχομαι, έπεφτε γέλιο. Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα, όποιος θέλει να ασχοληθεί σοβαρά με το σινεμά πρέπει να ξενιτευτεί.

Αλλά είμαι αισιόδοξη, γιατί πλέον υπάρχει εδώ μια γενιά νέων σκηνοθετών που έχουν εκπαιδευτεί στο εξωτερικό, κατέχουν την τεχνική, έχουν και μια ματιά και πιστεύω ότι θα προχωρήσει η κατάσταση. Το «νέος σκηνοθέτης» στην Ελλάδα, βέβαια, έχει εντελώς διαφορετική έννοια από αυτήν που έχει στην Αγγλία ή τη Γερμανία. Εδώ όλα είναι ετεροχρονισμένα. Αναγκαστικά. Αν παρουσιαζόταν κάποια ευκαιρία, κάποια δουλειά, κι εγώ θα έφευγα από την Ελλάδα. Και θα νοσταλγούσα πάντα την Αθήνα και τη Μύκονο.

Αγαπώ την Αθήνα, ειδικά το κέντρο. Όταν λείπω πολύ καιρό τη νοσταλγώ. Δεν μπορώ να διανοηθώ να μένει κάποιος στα βόρεια προάστια, δεν το καταλαβαίνω. Είτε πας στην περιφέρεια να μείνεις, σε ένα νησί, ή στο κέντρο. Γιατί και τα βόρεια προάστια έχουν φασαρία και επιπλέον είναι αποστειρωμένα, δεν έχουν ζωή, αλλά ούτε είσαι κοντά στη φύση. Οπότε άμα ζω στην πόλη, θέλω να είμαι μέσα στο χάος, στη βρόμα, σε όλα.