Ο Μενέλαος Καραμαγγιώλης έχει μια εκπομπή στο Τρίτο Πρόγραμμα που λέγεται «Πού πάει η μουσική όταν δεν την ακούμε πια» (θεϊκός τίτλος και κάτι που αν το καλοσκεφτείς, μπορεί να είναι ένα αιώνιο ζήτημα, σαν αυτό της ρητορικής για τη δημιουργία του κόσμου) και άλλη μια που λέγεται «Αυτόματος τηλεφωνητής» και το κόνσεπτ της βασίζεται σε μηνύματα που αφήνει ο ίδιος σε αυτόματους τηλεφωνητές φίλων και γνωστών. Κάποτε μου είχε αφήσει κι εμένα ένα μήνυμα. Κανείς από τους δυο δεν θυμάται τι έλεγε. Ο Μενέλαος Καραμαγγιώλης είναι σκηνοθέτης. Έχει σκηνοθετήσει το Black Out, ίσως την πιο ουσιαστική, μεστή και καλογυρισμένη ταινία των τελευταίων ετών, μια υπερπαραγωγή με διεθνές καστ, χωρίς τα παλαιοαριστερά low budget κόμπλεξ και τις σεναριακές (δήθεν κουλτουριάρικες) αφαιρέσεις. Αλλά κυρίως είναι παραμυθάς. Τον φαντάζομαι στην πλατεία Τζεμάα ελ Φνα στο Μαρακές να διηγείται ιστορίες ανεβασμένος σε ένα μικρό βάθρο δίπλα σε γητευτές φιδιών κι ανάμεσα σε ένα σύννεφο καπνού από τα τηγανητά ψάρια και τις μελιτζάνες των πλανόδιων τοπικών φαστ φουντάδικων. Περπατάμε στην οδό Κολωνού και θυμάμαι την εποχή που δούλευα εκεί στα γραφεία του ΟΠΑΠ, σε ένα κτίριο κάτω από ένα στούντιο που ηχογραφούσε ο Σάκης Ρουβάς και απέναντι από δυο οίκους ανοχής. Μια κλούβα της αστυνομίας είναι παρκαρισμένη στη γωνιά με την Αγησιλάου, ένας αστυνομικός βγάζει μια πολυθρόνα από ένα υπόγειο, σε ένα ίντερνετ καφέ Πακιστανοί μιλάνε στο skype με Ισλαμαμπάντ, πιο κάτω, στο καφενείο «Οι πυραμίδες της Αιγύπτου» μια παρέα Αιγυπτίων παίρνει την τελευταία τζούρα από τον ναργιλέ τους, ένα άλλο νετ-καφέ έχει απέξω ένα τεράστιο πανό με τον Τζέιμς Μποντ που γράφει «Nightfire» κι ένας ήχος από τρίξιμο πόρτας ακούγεται παντού (είναι αυτές οι βαριές σιδερένιες πόρτες των οίκων ανοχής). Και ύστερα οδός Ιάσονος. Και το καφενείο «Η Άρτα», με τις αφίσες του ΕΟΤ καδραρισμένες στους τοίχους και τα θεϊκά κοκκινιστά κεφτεδάκια που φάγαμε κάποτε εκεί, όπου πολλές φορές καταλήγουν οι Breeder (η γκαλερί τους είναι απέναντι) με την παρέα τους μετά από κάποια εγκαίνια. Το κτίριο της γκαλερί είναι ένα τυπικό δείγμα αστικής industrial αρχιτεκτονικής: κάποτε ήταν βιοτεχνία παγωτού και ύστερα βουλκανιζατέρ και αποθήκη ελαστικών (τα λάδια που έχουν ποτίσει στα πατώματα υπάρχουν ακόμα). Ο δρόμος στα seventies ήταν πιάτσα εργαστηρίων ζαχαροπλαστικής που έφτιαχναν λουκούμια, τώρα είναι γεμάτος οίκους ανοχής και ένα μπουλούκι ανθρώπων που μπαινοβγαίνουν σε αυτά. Ο Μενέλαος μου λέει για την ανθρωπογεωγραφία των πελατών. Ετοιμάζει ένα πρότζεκτ για την οδό Ιάσωνος. Στήνει την κάμερά του διαφορετικές ώρες της ημέρας και καταγράφει την πελατεία των οίκων. «Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η διαχείριση της καύλας αυτών των ανθρώπων. Από τον συνταξιούχο που έρχεται όταν παίρνει τη σύνταξή του, τον μετανάστη που έρχεται μετά από την οικοδομή και τον παντρεμένο Έλληνα που περνάει μια βόλτα πριν πάει σπίτι του για το μεσημεριανό. Επίσης, θέλω να προσεγγίσω τις σχέσεις μονιμότητας που αναπτύσσουν πολλοί από τους πελάτες με τις γυναίκες που δουλεύουν εδώ», μου λέει και μετά ανεβαίνουμε στο Feeder, το νέο πρότζεκτ των Breeder που σχεδίασε ο genius Αντρέας Αγγελιδάκης (ο καλύτερος θεωρητικός της αρχιτεκτονικής της γενιάς του με διαφορά). Το Feeder είναι το πιο καλά κρυμμένο εστιατόριο της Αθήνας. Βρίσκεται στον δεύτερο όροφο της γκαλερί, η διακόσμησή του (λευκό μίνιμαλ, ελληνικά παραδοσιακά χαλιά και μαξιλάρια, πορσελάνινες καραγκούνες, πιάτα με τη βασιλική οικογένεια) είναι εμπνευσμένη από τους Alafrangas, τους Έλλήνες διανοούμενους των αρχών του 19ου αιώνα (με κύριο εκπρόσωπο τον Καποδίστρια) και στην κουζίνα βρίσκονται οι Troō Food Liberation, μια πολιτικοποιημένη vegan κολεκτίβα που πιστεύει στο ρητό του Ιπποκράτη «Να είναι φάρμακό σου η τροφή σου και τροφή το φάρμακό σου» και στην ωμοφαγία. Στο μενού έχει πιάτα όπως ταϊλανδέζικα ρολά από ηλιόσπορο με ωμή σάλτσα σόγιας, σαλάτα υπερ-τροφών με μαύρα goji, σύκα, κουκουνάρι με σος σπιρουλίνας και τάρτα σοκολάτας με βάση από χουρμάδες και αμύγδαλα. Το Feeder είναι ό,τι πιο αυθεντικά μεταμοντέρνο έχω δει τα τελευταία χρόνια στην πόλη, ένα πρότζεκτ απόλυτα συνυφασμένο με τη δημιουργική εξτραβαγκάντσα των Breeder, ένα μέρος-ύμνος στην high aesthetica. Και ύστερα ο Μενέλαος αρχίζει να μου μιλάει για τη νέα του ταινία, το J.A.C.E., που σε κανέναν δεν αποκαλύπτει την ερμηνεία του αρκτικόλεξου του τίτλου και στην οποία πρωταγωνιστεί ο Σόμα Μπαντέκας, «ένας πιτσιρικάς που ζει στο Παγκράτι σε ένα διαμέρισμα με έναν δράκο, έναν σκύλο, δυο αράχνες και 14 αρουραίους». Και μετά προσπαθεί να ανατρέψει τα γεγονότα του μύθου του Οιδίποδα και μετά μου λέει ότι όλες οι ταινίες αφορούν στην ουσία την οικογένεια και για ένα γύρισμα σε ένα βυζαντινό μοναστήρι στα Σκόπια, όπου νόμιζες ότι ήσουν στην πηγή του Βυζαντίου, και για τα γυρίσματα που έκανε εδώ, στο ισόγειο της Breeder, ένα βράδυ που έστησε το άντρο του κακού μέσα στο ολόλευκο περιβάλλον της γκαλερί την περίοδο που είχε έκθεση ο Ράιαν Μακγκίνλεϊ. Από τα ηχεία ακούγεται το «Meat is murder» των Smiths («σατανική» επιλογή για το συγκεκριμένο μέρος), ο Κωνσταντίνος Κακανιάς στο διπλανό τραπέζι κρατάει τον δίσκο «Τα Τραγούδια» του Άγγελου Παπαδημητρίου, ο οποίος αυτή την περίοδο έχει έκθεση στο ισόγειο με όρχεις ζώων στη φορμόλη (ω, τι παραδοξότητα!) και με τον Μενέλαο θυμόμαστε κάποτε που τρώγαμε σουβλάκια στη γειτονιά του, στην Κυψέλη, στους Μερακλήδες, στην οδό Αγίας Ζώνης, σχεδόν απέναντι από το Άσυλο Ανιάτων (ήταν κάπως spooky, γιατί μερικοί από αυτούς κυκλοφορούσαν στον δρόμο το βράδυ με τις πιτζάμες). Φεύγουμε. Στον δρόμο σταματάμε για τσιγάρα σε ένα ψιλικατζίδικο ενός Άραβα. Δίπλα είναι ένα καφενείο που λέγεται «Το γεφύρι της Άρτας», το οποίο έχει πράσινες πλαστικές καρέκλες και ένα τραπεζάκι με τυπωμένο το σήμα το ΔΗΚΚΙ. Τσοβόλα, δώσ' τα όλα.