Μια μέρα πριν από λίγο καιρό βρεθήκαμε σε ένα σπίτι διάφοροι φίλοι και γνωστοί, μερικοί αρκετά γνωστοί και άλλοι λιγότερο ή καθόλου, φάγαμε, ήπιαμε και κάναμε κουβέντες σαν να γνωριζόμαστε όλοι από χρόνια. Συμβαίνει μερικές φορές, κάποιες βραδιές, σε κάποια σπίτια, η συζήτηση να κυλάει και να μη θες να φύγεις ποτέ και κάποιες άλλες να κοιτάς το ρολόι σου και να σκέφτεσαι τρόπους διαφυγής, να αναρωτιέσαι αν είναι καλύτερα να πεις ότι μόλις πέθανε η γιαγιά σου ή ότι αύριο το πρωί πρέπει να ξυπνήσεις στις 5 γιατί φεύγεις μετανάστης στην Αυστραλία και το είχες ξεχάσει και, τέλος πάντων, παρότι ήταν υπέροχα, πρέπει να φύγεις.

 

Αυτή η βραδιά όμως ήταν τέλεια. Τέλεια γιατί η σύνθεση των ατόμων ήταν τέτοια που όσοι δεν γνωρίζονταν, αντί να δημιουργούν μεταξύ τους απόσταση για να νιώσουν πιο ασφαλείς, προσπαθούσαν να έρθουν πιο κοντά για να νιώσουν πιο οικεία. Η συνταγή για να συμβεί αυτό δεν είμαι σίγουρος ποια είναι, αλλά σίγουρα βοηθάει αν μερικοί από την παρέα είναι εξωστρεφείς και έχουν χιούμορ και σοβαρή διάθεση αυτοσαρκασμού.

 

Για να μην κολλήσουμε πολύ στην εισαγωγή και μετά με μαλώνουν που στέλνω πιο μεγάλα άρθρα από αυτό που έχουμε συμφωνήσει, να πω ότι με αυτά και μ' εκείνα η συζήτηση κατέληξε στις ταινίες πορνό και συμφωνήσαμε μεταξύ μας ότι το τι επιλέγει ο καθένας να δει μπορεί να είναι αρκετά ενδεικτικό του βαθύτερου ψυχισμού του, αλλά, εν τέλει, κανείς δεν θέλησε να αποκαλύψει αυτήν τη σκοτεινή πτυχή του χαρακτήρα του, γιατί αν αρχίζαμε, μάλλον θα έπεφτε παγωμάρα και αμηχανία και κρίμα να χαλάσει το ωραίο κλίμα που είχαμε φτιάξει.

 

Σε αυτή την παρέα που βρεθήκαμε σε αυτό το σπίτι περάσαμε όλοι κοντά από δρόμους με πολύ δύσκολο γυρισμό, αλλά ξεφύγαμε. Επειδή δεν ήταν να συμβεί, επειδή το χειριστήκαμε σωστά, επειδή είχαμε ένα υποστηρικτικό περιβάλλον που μας κράτησε όρθιους όταν πήγαμε να πέσουμε. Επειδή, πάνω απ' όλα, ήμασταν τυχεροί.

 

Αποφασίσαμε όμως, σε όποιον καινούργιο ερχόταν στο σπίτι, καθώς δεν είχαν έρθει ακόμα όλοι οι καλεσμένοι, να του κάνουμε κατευθείαν αυτή την ερώτηση, δηλαδή «καλησπέρα, καλώς ήρθες, τι τσόντες βλέπεις;», πράγμα που κάναμε με σχετική επιτυχία, καθώς δημιουργούσαμε με αυτό τον τρόπο μια πολύ ευχάριστη αμηχανία, αλλά, δυστυχώς, δεν πήραμε καμία απάντηση που θα μπορούσε να είναι πιο διασκεδαστική από αυτή την αμηχανία.

 

Για να μη νομίζετε ότι όλα αυτά συνέβαιναν μεταξύ ασόβαρων ανθρώπων, να σας πω ότι μεταξύ μας είχαμε καθηγητές πανεπιστημίου, σοβαρούς επικοινωνιολόγους και οικονομολόγους μεταξύ άλλων, πράγμα που δεν σημαίνει και τίποτα, πέραν του ότι η συζήτηση είχε σε μερικά σημεία της και κάποιο θεωρητικό υπόβαθρο, το οποίο είναι πολύ σημαντικό αν θες να πεις γελοιότητες και να είσαι πειστικός.

 

Κάποια στιγμή, και καθώς μαζί με όλα τα παραπάνω πίναμε ταυτόχρονα σημαντικές ποσότητες κρασιού, κάπως απελευθερωθήκαμε και στη συνέχεια η κουβέντα πήγε στους ψυχολόγους, στην ψυχοθεραπεία, στην ψυχανάλυση, στα ψυχοφάρμακα, σε κοντινούς μας ανθρώπους που πάσχουν από ψυχικές νόσους. Δεν είναι τόσο ότι βάρυνε η κουβέντα αλλά περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο η συνειδητοποίηση ότι σε μια μεγάλη παρέα όλοι είχαν κάτι να πουν για το θέμα. Όλοι ανεξαιρέτως είχαμε σχετικά βιώματα, είχαμε επισκεφτεί ψυχολόγο ή ψυχίατρο, είχαμε περάσει μεγάλα ζόρια, όλοι κάποια στιγμή πήραμε κάποιο συνταγογραφούμενο φάρμακο και όλοι είχαμε στον περίγυρό μας μία ή περισσότερες περιπτώσεις ανθρώπων που πέρασαν ή περνούν ακόμα από πολύ δύσκολα μονοπάτια.

 

Στις 10 Οκτωβρίου, η Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας έρχεται, όπως κάθε χρόνο, να υπενθυμίσει και να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη σχετικά με τα ψυχικά νοσήματα. Οι παγκόσμιες ημέρες έρχονται και περνάνε, όμως το θέμα δεν είναι τι κάνουμε μια τέτοια ημέρα αλλά τι κάνουμε όλες τις υπόλοιπες. Και το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι οι ψυχικές ασθένειες είναι κάτι πολύ κοντινό σε όλους μας, ότι δεν κάνουν διακρίσεις και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να στιγματίζουν.

 

Το παράδειγμα της παρέας που συναντήθηκε και λόγω άλλων συζητήσεων που προηγήθηκαν και του κρασιού που καταναλώθηκε ένιωσε άνετα να ανοιχτεί και να συζητήσει ελεύθερα γι' αυτό το θέμα είναι ένα παράδειγμα που επιβεβαιώνει ότι στην εποχή μας οι ψυχικές ασθένειες είναι μέρος της κοινωνίας στην οποία ζούμε και, εν τέλει της, ζωής του καθενός από εμάς. Με οποιονδήποτε άνθρωπο κι αν ανοίξετε αυτό το θέμα θα έχει κάτι να σας πει, κάτι που έχει περάσει ή περνάει ακόμα ο ίδιος, κάποιος κοντινός συγγενής του, η κοπέλα του ή ο κολλητός του. Άνθρωποι που αναγκάζονται πολλές φορές να κρύψουν αυτό που τους βασανίζει γιατί γνωρίζουν ότι δεν θα τους συγχωρεθεί, άνθρωποι που έχουν βιώσει το στίγμα με τον πιο σκληρό τρόπο.

 

Σε αυτή την παρέα που βρεθήκαμε σε αυτό το σπίτι περάσαμε όλοι κοντά από δρόμους με πολύ δύσκολο γυρισμό, αλλά ξεφύγαμε. Επειδή δεν ήταν να συμβεί, επειδή το χειριστήκαμε σωστά, επειδή είχαμε ένα υποστηρικτικό περιβάλλον που μας κράτησε όρθιους όταν πήγαμε να πέσουμε. Επειδή, πάνω απ' όλα, ήμασταν τυχεροί.

 

Και είναι τόσο πολλές οι λεπτομέρειες που μπορεί να στοιχίσουν, είναι τόσο εύκολο να βρεθείς εκεί που δεν το έχεις ποτέ φανταστείς που όταν στιγματίζεις κάποιον, είναι σαν να στιγματίζεις μια πολύ σημαντική πιθανότητα του μελλοντικού εαυτού σου ή κάποιου πολύ κοντινού σ' εσένα ανθρώπου. Άλλωστε είναι τόσο πολλές οι περιπτώσεις ανθρώπων που καταστράφηκαν επειδή οι ίδιοι ή το κοντινό τους περιβάλλον φοβήθηκαν την κοινωνία και το στίγμα και αντιμετώπισε το πρόβλημα σαν μια μεγάλη ντροπή και άλλες τόσες αυτές που οι σωστοί χειρισμοί έφεραν πολύ καλά αποτελέσματα, που αν ποτέ νιώσεις ότι σου συμβαίνει κάτι που ξεπερνάει αυτό που θεωρείται φυσιολογικό, αν ποτέ νιώσεις ότι εσύ ή κάποιος κοντινός σου χάνει τον εαυτό του, το πρώτο που χρειάζεται να κάνεις είναι να βγεις και να μιλήσεις. Και τότε θα εκπλαγείς με τα πόσα «κι εγώ θα ακούσεις». Και τότε θα έχεις κάνει το πιο μεγάλο και το πιο σημαντικό βήμα για να παλέψεις όσο καλύτερα μπορείς με αυτό που σε βασανίζει.