Μια μέρα ή, πιο σωστά, ένα βράδυ πριν από δύο χρόνια είχα γράψει ένα status για κάτι κωμικοτραγικό που συνέβη στο ΙΚΑ και το επόμενο πρωί που ξύπνησα το status είχε γίνει viral και κάπως έτσι έζησα τα 15 λεπτά της δόξας μου, που έλεγε και ο Άντι Γουόρχολ, με κανάλια να με παίρνουν να δώσω συνέντευξη και sites να το αναπαράγουν σωρηδόν το συγκεκριμένο. Αυτό το στάτους είναι ίσως και η αφορμή που γράφω εδώ, αφού μετά από αυτό άρχισε να διαβάζει περισσότερος κόσμος τις χαζομάρες που γράφω και το ένα πράμα έφερε το άλλο.


Εδώ και καιρό ήθελα να γράψω και μια άλλη αντίστοιχη ιστορία που αφορά την εγγραφή μου στο (τότε) ΤΕΒΕ, μια εγγραφή φριχτά περιπετειώδη, μέσα από την οποία σκληραγωγήθηκαν τα πιο μαλακά μέρη του χαρακτήρα μου και κάπως έτσι έφτασα να είμαι αυτός ο αδυσώπητα σκληρός άνθρωπος που είμαι ‒ ναι, από την εγγραφή μου στο ΤΕΒΕ. Είναι 2010 και πρέπει να κάνω έναρξη εργασιών για μια ατομική επιχείρηση προκειμένου να διεκπεραιώνω τις δουλειές μου. Δουλειές οι οποίες τρέχουν, αλλά δεν μπορώ να τιμολογήσω μέχρι να γίνει η έναρξη, η οποία, υποτίθεται, βάσει ορισμένων εξαγγελιών γίνεται πλέον σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.


Πηγαίνω στο υποκατάστημα όπου υπάγομαι για να ρωτήσω ποια είναι τα απαραίτητα δικαιολογητικά και να τα προσκομίσω ώστε να προχωρήσει η διαδικασία. Μου λέει ένας κύριος τι ακριβώς χρειάζεται, ρωτάω πότε θα ολοκληρωθεί η διαδικασία από τη στιγμή που θα τα προσκομίσω, εκείνος μου απαντάει «άμεσα, κύριέ μου».

 

Εγώ του λέω «είσαι μεγάλο αλάνι, μωρή παιχτούρα» ή σκέφτηκα κάτι τέτοιο, τέλος πάντων, και φεύγω με μια πληρότητα και την αίσθηση εκσυγχρονισμού της χώρας να με κατακλύζει και να με γεμίζει αισιοδοξία. Πηγαίνω την επόμενη μέρα όλα τα δικαιολογητικά, τα κοιτάει ο ίδιος κύριος και μου λέει «μα, δεν φέρατε το πιστοποιητικό τάδε». Του απαντάω «μα, δεν μου το είπατε». «Τι να σας πω, χίλια συγγνώμη, χωρίς αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε την εγγραφή».

 

Εγώ συνεχίζω: «Με σκοτώνετε, αλλά θα το φέρω». Εν τω μεταξύ, οι δουλειές να τρέχουνε, ο χρόνος να πιέζει και οι επισκέψεις στο ΤΕΒΕ να πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσουν. Πηγαίνω την επόμενη μέρα και προς μεγάλη μου έκπληξη, όταν ο φίλος μου (γιατί από ένα σημείο και μετά αυτούς που βλέπεις κάθε μέρα τους θεωρείς ή συνεργάτες, ή φίλους, ή οικογένεια) βλέπει τα χαρτιά, μου λέει «μα, δεν φέρατε τη φορολογική ενημερότητα του 1832» ξέρω γω. Του απαντώ «δεν μου το είπατε» και με την ίδια ακριβώς ηρεμία, δουλεμένη προφανώς, επαναλαμβάνει «τι να σας πω, χίλια συγγνώμη, χωρίς αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε την εγγραφή».

 

Tην έβδομη περίπου ημέρα, από κάποιο άλλο γραφείο ακούστηκαν τρομερά δυνατά ουρλιαχτά ανθρώπου σαν να το σφάζουν που έλεγε βαριά λόγια όπως «δεν γίνεται να με γαμάτε κάθε μέρα, ρε μουνόπανα» και «δεν θα με τρελάνετε εμένα επειδή είστε βιτσιόζοι, δώστε μου του γαμημένο το κωλόχαρτο να φύγω». Τα ουρλιαχτά μάς έκαναν όλους να κοιτάξουμε προς μία πλευρά, αυτή από την οποία ερχόντουσαν, όλους εκτός από έναν. Καλά καταλάβατε. Ο φίλος μου, εντελώς ατάραχος, συνέχιζε να βυθίζει αργά και βασανιστικά τη σφραγίδα στο μελάνι και να την χτυπάει με τη σιγουριά που χτυπούσε τα πέναλτι ο Ζιντάν στα χαρτιά που είχε μπροστά του


Εδώ παύση για περιγραφή του φίλου μου και του ευρύτερου εργασιακού του περιβάλλοντος. Είναι σε γραφείο πίσω από τα τζαμένια γκισέ, δηλαδή όταν είναι στα γκισέ τον βλέπεις που δουλεύει. Αυτή είναι μια αισθητική, φαντάζομαι, απόφαση: γραφεία σε ανοιχτή θέα που δημιουργούν μια τρομερή εικόνα στους επισκέπτες της υπηρεσίας.

 

Πίσω από το γραφείο του υπάρχουν πεντακόσιες χιλιάδες φάκελοι και κλασέρ. Είναι γύρω στα 50, αλλά μοιάζει με 60 και έχει την ηρεμία ανθρώπου που είναι στα 80 και πάσχει από κάποια ασθένεια που τον έχει καθηλώσει σε ακινησία. Φοράει κάθε μέρα άλλα ρούχα, τα οποία όμως μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους που σου δίνουν την αίσθηση ότι ίσως είναι influencer στο Instagram και προωθεί ρούχα για συγκεκριμένη εταιρεία, γι' αυτό φοράει παραλλαγές της ίδιας σειράς.

 

Καπνίζει κάτω από το σήμα που λέει «μην καπνίζετε» και καλά κάνει στην τελική, γιατί το σήμα είναι πίσω από την πλάτη του, ας το έβαζαν μπροστά του. Το καλύτερο είναι ότι όταν χτυπάει το τηλέφωνο του γραφείου του δεν επηρεάζεται καθόλου, δεν κουνιέται ούτε ένα χιλιοστό η κόρη του ματιού του, δεν αντιδρά ούτε στο ελάχιστο μέχρι να σταματήσει να χτυπάει, πράγμα που φαίνεται ανθρωπίνως αδύνατο και που μάλλον έχει διδαχτεί σε κάποιο σεμινάριο ή σε tutorial στο YouTube με τίτλο «How not to react when the phone rings».

 

Αυτά όλα τον έχουν ανεβάσει πολύ στην εκτίμησή μου, όπως και ο μαγικός τρόπος που βρήκε κάποια παλιά μου στοιχεία σε έναν από τους φακέλους, που πρώτα τον ξεσκόνισε με δύναμη και μετά έβγαλε από μέσα έναν πάκο μέσα στον οποίο βρίσκονταν στοιχεία από μια παλιότερη εγγραφή μου.


Αυτό όμως που τον απογείωσε στα μάτια μου ήταν όταν την έβδομη περίπου ημέρα επίσκεψής μου (ναι, κάθε μέρα έλειπε κάποιο δικαιολογητικό και τι να μας πει, χίλια συγγνώμη, αλλά χωρίς αυτό δεν μπορούσαμε να κάνουμε την εγγραφή) από κάποιο άλλο γραφείο ακούστηκαν τρομερά δυνατά ουρλιαχτά ανθρώπου σαν να το σφάζουν που έλεγε βαριά λόγια όπως «δεν γίνεται να με γαμάτε κάθε μέρα, ρε μουνόπανα» και «δεν θα με τρελάνετε εμένα επειδή είστε βιτσιόζοι, δώστε μου του γαμημένο το κωλόχαρτο να φύγω».

 

 

Τα ουρλιαχτά μάς έκαναν όλους να κοιτάξουμε προς μία πλευρά, αυτή από την οποία ερχόντουσαν, όλους εκτός από έναν. Καλά καταλάβατε. Ο φίλος μου, εντελώς ατάραχος, συνέχιζε να βυθίζει αργά και βασανιστικά τη σφραγίδα στο μελάνι και να την χτυπάει με τη σιγουριά που χτυπούσε τα πέναλτι ο Ζιντάν στα χαρτιά που είχε μπροστά του. Καμία αντίδραση, κανένας λόγος να αποσπαστεί από την απίστευτη προσήλωσή του.


Για να μην τα πολυλογώ και καθώς έχω κάπως κουραστεί με αυτή την πολύ γλυκιά ταλαιπωρία που μου έχει προκαλέσει ο λατρεμένος μου φίλος, μου λέει μια μέρα, δίνοντάς μου ένα χαρτί, «ορίστε, είμαστε έτοιμοι από εδώ, μια υπογραφή από τη διευθύντρια και φύγατε». Εγώ κρατιέμαι και δεν τον φιλάω όπως θα ήθελα, αλλά του λέω διάφορα αποθεωτικά και πάω θριαμβευτής προς το γραφείο της διευθύντριας, το οποίο ήταν ακριβώς δίπλα.

 

Μπαίνω, της λέω «γεια σας», μου λέει «τι θες;», λέω από μέσα μου «οχ, μπλέξαμε», λέει από μέσα της «οχ, μπλέξαμε», της λέω απ' έξω μου «μια υπογραφή να μου βάλετε» και της δείχνω το χαρτί και μου λέει απ' έξω της «τι λες, παιδί μου, δεν γίνονται έτσι αυτά, άσ' το εδώ και βλέπουμε» λες και επρόκειτο για τα χαρτιά του διαζυγίου της. Της λέω κάπως αποκαμωμένος από όλο αυτό το ταξίδι στην ελληνική γραφειοκρατία «μια υπογραφή είναι, γιατί δεν μου τη βάζετε». Λέει «πρέπει να κάνω μια επείγουσα δουλειά, επιστρέφω σε λίγο» και φεύγει. Λέω από μέσα μου τρομερά βαριά λόγια και απ' έξω μου ψελλίζω ένα «μα...», καθώς πλέον είμαι τρομερά καταβεβλημένος από την εξέλιξη των πραγμάτων.

 

Περιμένω, περνάει μισή ώρα και η διευθύντρια πουθενά. Και περνάει μία ώρα. Και τότε αποκαλύφθηκε μπροστά μου μια πτυχή του χαρακτήρα μου που δεν γνώριζα καθόλου και μου συστήθηκε λέγοντάς μου «Αντρέα, γεια, είμαι η υστερία, δεν με ξέρεις, αλλά ας γνωριστούμε γιατί σύντομα θα κάνω την πρώτη μου εμφάνιση». Και πριν το καταλάβω, είχα χάσει τον έλεγχο.

Πάω σε μια κοπέλα και της λέω «πού είναι η διευθύντρια», αυτή με κοιτάει κάπως φοβισμένα και μου λέει «ε, δεν ξέρω, θα κάνει κάποια δουλειά εδώ στην υπηρεσία», την κοιτάω όπως ο δολοφόνος πριν σκοτώσει το θύμα του και φωνάζω «δώσε μου το κινητό της να την πάρω τώρα, δεν θα με τρελάνετε εσείς» και μου λέει «δεν το ξέρουμε το κινητό».

 

Φεύγω, πάω στο γραφείο του διοικητή, μπαίνω, τον βλέπω να λύνει πολύ προχωρημένου επιπέδου πασιέντζα, χαίρομαι για το διευθυντικό επίπεδο του ελληνικού δημοσίου και του λέω «το και το», αν δεν μου τη βρείτε τώρα θα κάνω χαμό εδώ μέσα. Ειλικρινά, ποτέ άλλοτε δεν έχω πει και κάνει τέτοια πράγματα, αλλά εκείνη τη μέρα ένας άλλος άνθρωπος είχε μπει μέσα μου και τελικά καλώς μπήκε, όπως θα δείτε και στη συνέχεια. Μου λέει ο διοικητής κάπως τρομαγμένος «τι να σου πω, βρε παιδί μου, δες εδώ δίπλα που είναι το γραφείο της αδερφής της» και αυτό με συγκίνησε κάπως, καθώς εκτιμώ τις οικογενειακές επιχειρήσεις, μου θυμίζουν την παλιά Ελλάδα.

 

Μπαίνω με διαλυμένη πλέον ψυχολογία και τη βλέπω να χαχανίζει με μια κυρία, δηλαδή την αδερφή της, της λέω με φωνή έτοιμη να σπάσει, αυτή που έχει δευτερόλεπτα πριν ξεσπάσει σε λυγμούς «ελάτε να μου βάλετε την υπογραφή, μην παίζετε με τα νεύρα των ανθρώπων» και τότε σηκώνεται η μεγάλη αυτή κυρία του ελληνικού δημοσίου, η Γιουβέντους του ΤΕΒΕ, και μου λέει φωνάζοντας «τι θέλετε, κύριε; Έχουμε ένα νεγάλο πρόβλημα με τον printer και κοιτάμε πώς θα το λύσουμε».

 

Αυτή η ατάκα έβγαλε από μέσα μου οργή ημερών και οι φωνές μου ανάγκασαν τον διοικητή να μπει στο γραφείο και να πει στη διευθύντρια με πολύ αυστηρό ύφος «κυρία τάδε, εξυπηρετήστε τον κύριο, σας παρακαλώ». Όπως και έγινε. Περπατήσαμε μαζί μέχρι το γραφείο της, σαν τους αντιπάλους που μισιούνται, αλλά περπατάνε μαζί μέχρι τον αγωνιστικό χώρο για την έναρξη του αγώνα, πήρε τη σφραγίδα στο χέρι, την έβαλε στο μελάνι και η ατομική επιχείρηση ήταν πλέον γεγονός.

 

Έφυγα σαν τον θριαμβευτή που μόλις έχει εξολοθρεύσει όλους τους κακούς και ένιωθα σαν να περπατάω σε αργή κίνηση και τα πλήθη να κοιτάνε λίγο με θαυμασμό και λίγο με φόβο. Από τότε δεν ξανάπαθα υστερία, αλλά ξέρω πως, αν χρειαστεί, την έχω στις επιλογές μου. ΤΕΒΕ, σε αγαπώ, μου έμαθες πολλά για τον εαυτό μου!