Με αφορμή τον πρόωρο θάνατο του διακεκριμένου Έλληνα φωτορεπόρτερ Γιάννη Μπεχράκη και την κοινοποίηση κάποιων από τις πιο ισχυρές εικόνες που είχε απαθανατίσει σε διάφορα σκηνικά, πεδία και μέτωπα, ανέκυψε ξανά ένας διαχρονικός προβληματισμός για τον ρόλο και την επίδραση του φωτορεπορτάζ αιχμής, ειδικά στην εποχή της κατακλυσμιαίας ροής πληροφορίας και της ψηφιακής πανσπερμίας εικόνων που κατακλύζουν καθημερινά τις οθόνες μας.


Πώς αντιλαμβανόμαστε –και κυρίως, ίσως, πώς αφομοιώνουμε– στις μέρες μας το έργο του φωτογράφου-πολεμικού ανταποκριτή;

 

Πώς επεξεργαζόμαστε διανοητικά και συναισθηματικά και αισθητικά το φωτορεπορτάζ, τη «φωτογραφία ντοκιμαντέρ» ή τη φωτογραφία κρίσης ή σύγκρουσης, όπως αποκαλείται, σε καιρούς που υπάρχει διαρκής πρόσβαση σε τέτοιες εικόνες από τις εκατοντάδες εστίες ανθρωπιστικών κρίσεων και πολεμικών συγκρούσεων στον πλανήτη;

 

Ενισχύουν αυτές οι συνταρακτικές (όπως νωχελικά τις αποκαλούμε) εικόνες τη συνειδητοποίησή μας ή λειτουργούν απλά ως ένα φευγαλέο «reality check» (λιγότερο ή περισσότερο εντυπωσιακό), καθώς «σκρολάρουμε» στα social media;

 

Οι εμβληματικές εικόνες έχουν ακόμα μεγάλη ισχύ, ίσως μεγαλύτερη και απ' ό,τι πριν από την ψηφιακή επέλαση, επειδή ακριβώς φτάνουν παντού, ανά πάσα στιγμή. Αυτό που δεν έχει αλλάξει είναι η αμφιλεγόμενη υφή τους ως απόλυτων και στεγνών ντοκουμέντων, ως φορέων της Αλήθειας.


Οι σύγχρονοι προβληματισμοί έρχονται να προστεθούν στους παλιότερους που τριγυρίζουν το πεδίο του φωτογραφικού ρεπορτάζ από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, ήδη από την εποχή που ο Καρτιέ-Μπρεσόν συνέλαβε την έννοια της «αποφασιστικής στιγμής», και έχουν να κάνουν με διάφορες ενστάσεις περί στησίματος και χειραγώγησης της εικόνας προκειμένου να δημιουργηθεί ένα όσο το δυνατόν πιο εντυπωσιακό, διεγερτικό και συχνά «κραυγαλέο» εφέ.


Μάλλον, όμως, δεν έχει πλέον νόημα (αν είχε ποτέ) η ιερή αναζήτηση μιας υπερβατικής αυθεντικότητας στην εικόνα που καταγράφει κρίσιμες και οριακές περιστάσεις και στόχο έχει να μεταδώσει μια βαθύτερη αίσθηση του επείγοντος.

 

Με έναν τρόπο, όλες οι φωτογραφίες είναι στημένες και ο φωτορεπόρτερ είναι θηρευτής που αναζητά το ιδανικό στιγμιότυπο, την πιο φορτισμένη συμβολικά (και αισθητικά συχνά) φωτογραφική ευκαιρία.

 

Στημένη, όμως, δεν σημαίνει ψεύτικη. Όλες οι διάσημες εικόνες είναι «μολυσμένες», καθώς δίνουν εκ προοιμίου έμφαση στη δραματική αναπαράσταση της στιγμής. Αυτή η αισθητική δραματοποίηση των γεγονότων ήταν πάντα και παραμένει αναπόσπαστο τμήμα του επαγγελματικού φωτορεπορτάζ.

 

Εξάλλου, πρόκειται σαφώς για υβριδικό είδος που συμπεριλαμβάνει στοιχεία δημοσιογραφίας, φωτογραφίας, ιδεολογικής προσέγγισης και εικαστικής αντίληψης.


Οι εμβληματικές εικόνες έχουν ακόμα μεγάλη ισχύ, ίσως μεγαλύτερη και απ' ό,τι πριν από την ψηφιακή επέλαση, επειδή ακριβώς φτάνουν παντού, ανά πάσα στιγμή.

 

Αυτό που δεν έχει αλλάξει είναι η αμφιλεγόμενη υφή τους ως απόλυτων και στεγνών ντοκουμέντων, ως φορέων της Αλήθειας.


«Οι φωτογραφίες αποκαλύπτουν και αποκρύπτουν συγχρόνως» είχε γράψει στο βιβλίο του Believing is seeing (ο τίτλος αποτελεί μια αντιστροφή του κλασικού αξιώματος, σύμφωνα με το οποίο «πρέπει να το δεις για να το πιστέψεις») ο διάσημος ντοκιμαντερίστας Έρολ Μόρις, ο οποίος πιστεύει ότι η φωτογραφική κάμερα δεν είναι ποτέ ολοκληρωτικά ούτε camera obscura ούτε camera lucida. «Η αλήθεια στη φωτογραφία είναι μια φευγαλέα και παραπλανητική ιδέα. Ενδεχομένως να μην υφίσταται καν τέτοιο πράγμα».


Μπορεί, όμως, φωτογραφίες σαν αυτές που τραβούσε σε διάφορες εύφλεκτες εστίες ανά τον πλανήτη ο Μπεχράκης να είναι μια έκκληση για προσοχή, μια πρόσκληση για μια διακοινοτική εμπειρία, μια διακήρυξη του επείγοντος, ένα θαυμαστικό που εμπεριέχει ίσως και μικρότερα ερωτηματικά, αλλά στόχος του κυρίως είναι να σου δηλώσει «κοίτα τι γίνεται εκεί έξω!».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO