Νέες εξετάσεις αίματος ενδέχεται να μπορούν να προβλέψουν τον κίνδυνο εμφάνισης άνοιας έως και δεκαετίες πριν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα, σύμφωνα με πρόσφατες επιστημονικές μελέτες.
Η έρευνα επικεντρώνεται σε μια νέα κατηγορία βιοδεικτών που σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ, τη συχνότερη μορφή άνοιας. Ήδη, δύο τέτοιες εξετάσεις έχουν εγκριθεί στις ΗΠΑ για τη διάγνωση ασθενών που παρουσιάζουν συμπτώματα. Το επόμενο βήμα για τους επιστήμονες είναι να διαπιστώσουν αν μπορούν να χρησιμοποιηθούν και προληπτικά, πολύ πριν εκδηλωθεί η νόσος.
Η νόσος Αλτσχάιμερ συνδέεται με τη συσσώρευση δύο πρωτεϊνών στον εγκέφαλο, της β-αμυλοειδούς και της tau, οι οποίες σχηματίζουν πλάκες και «κόμπους» που καταστρέφουν τα νευρικά κύτταρα. Οι πλάκες αμυλοειδούς μπορεί να εμφανιστούν έως και 20 χρόνια πριν από τα πρώτα συμπτώματα, ενώ οι αλλοιώσεις της tau σχετίζονται πιο άμεσα με τη γνωστική έκπτωση.
Οι νέες εξετάσεις αίματος δεν μετρούν άμεσα το αμυλοειδές, αλλά μια τροποποιημένη μορφή της πρωτεΐνης tau. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι αλλαγές στην tau ξεκινούν περίπου την ίδια περίοδο με τη συσσώρευση αμυλοειδούς, γεγονός που τις καθιστά χρήσιμο δείκτη για την εξέλιξη της νόσου.
Σε ασθενείς που ήδη εμφανίζουν προβλήματα μνήμης, οι εξετάσεις αυτές έχουν ακρίβεια περίπου 90% στην ανίχνευση των σχετικών αλλοιώσεων στον εγκέφαλο, βοηθώντας τους γιατρούς να διαπιστώσουν αν τα συμπτώματα οφείλονται στη νόσο Αλτσχάιμερ ή σε άλλη αιτία.
Ωστόσο, η αξιοπιστία τους είναι χαμηλότερη σε άτομα χωρίς συμπτώματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ένα θετικό αποτέλεσμα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος θα εμφανίσει άνοια. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η πιθανότητα μπορεί να είναι περίπου 50%, ενώ υπάρχει και σημαντικός κίνδυνος ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων.
Ακόμη και όταν υπάρχουν ενδείξεις συσσώρευσης αμυλοειδούς, δεν είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσουν σε γνωστική έκπτωση. Όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες, η κατάσταση μοιάζει με την αθηροσκλήρωση: αυξάνει τον κίνδυνο, αλλά δεν καθορίζει με βεβαιότητα την εξέλιξη.
Σήμερα, οι επιλογές παρέμβασης παραμένουν περιορισμένες. Παρότι ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι η άσκηση και αλλαγές στον τρόπο ζωής μπορεί να επιβραδύνουν τη διαδικασία, δεν υπάρχει ακόμη αποδεδειγμένη θεραπεία που να αποτρέπει την εμφάνιση της νόσου.
Σε εξέλιξη βρίσκονται κλινικές δοκιμές φαρμάκων που στοχεύουν στην απομάκρυνση των πλακών αμυλοειδούς από τον εγκέφαλο, με στόχο να προληφθεί η περαιτέρω βλάβη. Τα αποτελέσματα αναμένονται το 2027 και θεωρούνται κρίσιμα για το αν οι εξετάσεις αυτές θα χρησιμοποιηθούν ευρέως ως εργαλείο πρόληψης.
Παρά τις αβεβαιότητες, πολλοί επιστήμονες εκτιμούν ότι στο μέλλον τέτοιες εξετάσεις θα μπορούσαν να ενταχθούν σε προληπτικούς ελέγχους, επιτρέποντας την εκτίμηση του ατομικού κινδύνου για άνοια σε βάθος χρόνου.
Ωστόσο, η εφαρμογή τους σε ευρεία κλίμακα θα εξαρτηθεί τόσο από τη βελτίωση της ακρίβειας όσο και από την ύπαρξη αποτελεσματικών θεραπειών που θα μπορούν να αξιοποιούν έγκαιρα τη διάγνωση.
Με πληροφορίες από New York Times