Και παλιότερα μπορούσες να μεταφέρεις σχεδόν οτιδήποτε ως γεγονός ή, έστω, ως κάποιου τύπου «πόρισμα» αν το εισήγαγες στη συζήτηση με κάποια πιστοποίηση εγκυρότητας τύπου «σύμφωνα με σχετικές μελέτες...» ή «η σύγχρονη επιστήμη λέει...» κ.λπ. Στην εποχή μας, όμως, έχει καταντήσει ανέκδοτο να πλασάρεται ακόμα και το πιο αμφιλεγόμενο και συχνά παθολογικό σύμπτωμα ως εγκεκριμένο από επιστημονικές μελέτες (παραμύθι κατά 90%, και σιγά μην πάει οποιοσδήποτε να το ψάξει, εδώ δεν το ψάχνουμε με άλλες τερατώδεις ειδήσεις που είναι προφανείς μούφες και τρολιές, αλλά εξυπηρετούν προσωρινά την ατζέντα μας).


Τούτου δοθέντος, κυκλοφορούν φυσικά και πραγματικές έρευνες που έχουν να κάνουν με όλη την γκάμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς και δραστηριότητας, ακόμα και με τα πιο ειδικά «προβλήματα του πρώτου κόσμου». Σύμφωνα με (πραγματικές) μελέτες, λοιπόν, και επειδή με απασχολεί εσχάτως το θέμα, η διαδικασία ξαναδιαβάσματος «αγαπημένων» βιβλίων της παιδικής, εφηβικής ή νεανικής ηλικίας αποτελεί μια θεραπευτική εμπειρία που επιτρέπει στον αναγνώστη να ανασυνθέσει τον χρόνο και λειτουργεί ως καταλύτης υπαρξιακού αναστοχασμού (λες και μας λείπουν τα κάθε λογής στραπάτσα ως αφορμές για υπαρξιακό αναστοχασμό).

 

Κι όλες αυτές οι ντουζίνες τίτλων του Μπορίς Βιαν ή του Τομ Ρόμπινς που καταναλώναμε βουλιμικά κάποτε, τι φάση;


Προσωπικά, τις φοβάμαι αυτές τις αναθεωρητικές τελετουργίες. Κι αν αποδειχτούν αλλιώτικα και, κυρίως, κατώτερα απ' ό,τι πίστευα τα αγαπημένα μου βιβλία, τα οποία υποτίθεται με διαμόρφωσαν; Ήταν όλα μια παρεξήγηση; Και ποιος είμαι εγώ εκ των υστέρων; Με τις ταινίες γίνεται εύκολα η επανάληψη μιας αφήγησης που παραμένει ίδια, αλλά τη «διαβάζεις» διαφορετικά, επειδή εσύ είσαι αλλιώς – πιο μεγάλος, πιο σοφός, πιο κυνικός, πιο δυσκοίλιος, πιο στριμμένος, πιο οτιδήποτε. Με τα βιβλία τρέχα-γύρευε (κυριολεκτικά).


Ο Μουρακάμι (ή ένας χαρακτήρας του Μουρακάμι – δεν είμαι σίγουρος και βαριέμαι να το ψάξω) πίστευε ότι το ιδανικό είναι να διαβάζει κανείς ξανά και ξανά τα ίδια δέκα κλασικά αριστουργήματα μέχρι να τα εμπεδώσει απολύτως και τίποτε άλλο. Συνταγή για παραφροσύνη και διαταραχή μεγαλείου μου φαίνεται αυτό. Άσε που κανένα σχεδόν από τα δικά μου αγαπημένα δεν ανήκει στον ανθεκτικό κανόνα των κλασικών έργων της λογοτεχνίας (το Γιοι και Εραστές του Ντ.Χ. Λόρενς πλησιάζει ίσως κάπως).

 

Θυμάμαι, επίσης, που είχα διαβάσει να λέει η Σούζαν Σόνταγκ(υπόδειγμα μανιακής της ανάγνωσης και ειδικά του ξαναδιαβάσματος αγαπημένων βιβλίων) ότι η βιβλιοθήκη της είναι «ένα αρχείο επιθυμιών και προσμονών». Η βιβλιοθήκη της, όμως, απαριθμούσε γύρω στα δεκαπέντε χιλιάδες βιβλία, κάποια εκ των οποίων τα είχε κρατήσει ως τοτέμ από την προεφηβική ηλικία ακόμα. Εγώ, και να ήθελα να μπω στη διαδικασία ξαναδιαβάσματος (που είμαι περίπου βέβαιος ότι θα ήταν μάλλον τραυματική παρά θεραπευτική), πού να βρω ξανά αυτά τα βιβλία που στο μυαλό μου υπήρξαν πολυαγαπημένα και πολλαπλώς καθοριστικά;

 

Δανεικά κι αγύριστα πήγαν τα περισσότερα ή χαμένα σε διάφορες μετακομίσεις. Δεν έχω κρατήσει ούτε ένα –ή έχω κάποια ελάχιστα σε μεταγενέστερες εκδόσεις– όχι μόνο από τα παιδικά/εφηβικά/νεανικά χρόνια αλλά και από τον προηγούμενο αιώνα γενικώς. Μέχρι τα τριάντα δεν υπογράμμιζα καν (μου φαινόταν αφαιρετικό, επιλεκτικό και, κυρίως, σαφής ένδειξη σπασίκλα) αγαπημένα αποσπάσματα. Κατόπιν, υπογράμμιζα και υπογραμμίζω (με μολύβι, και καλά για να μπορούν να σβηστούν κάποτε) οτιδήποτε μοιάζει ενδιαφέρον σε μια έκδοση.


Ας υποθέσουμε, όμως, ότι εμφανίζονταν ξαφνικά μπροστά μου σε ένα μαγικό ράφι όλα τα βιβλία (στις «αρχικές» τους, για μένα, εκδόσεις) που είχα αγαπήσει και με είχαν πλημμυρίσει λαχτάρα και προσμονή και μεγαλειώδεις ιδέες σε τρυφερές ηλικίες. Σίγουρα θα χάζευα για ώρα τα εξώφυλλα και τα οπισθόφυλλα, ανακαλώντας περιστάσεις και σκηνικά (και τραγικές επιλογές). Μετά όμως; Θα έμπαινα στον κόπο να τα ξαναδιαβάσω;


Πολύ αμφίβολο. Κι αν ο Τομ Σόγερ αποδειχτεί ένα σαχλό προνομιούχο κωλόπαιδο; Κι ο Χόλντεν Κόλφιλντ ένα αντικοινωνικό μικρομέγαλο ψώνιο; (Αφήνω κατά μέρους το πόσο θα κλοτσούσαν οι μεταφράσεις, εδώ κλοτσούσαν και τότε). Το Στο δρόμο διαβάζεται ακόμα; Είναι δυνατόν να στέκεται η Μυστική Ιστορία της Ντόνα Ταρτ αν είσαι πάνω από 25; Κι ο Υπνοβάτης της Καραπάνου μπορεί να είναι το αγαπημένο μου βιβλίο σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας ή απλώς έχω διαβάσει ελάχιστα; Είναι το Υπόγειο το καλύτερο βιβλίο του Ντοστογιέφσκι ή απλώς βόλευε τρελά τότε λόγω συμπυκνωμένου μεγέθους; Κι όλες αυτές οι ντουζίνες τίτλων του Μπορίς Βιαν ή του Τομ Ρόμπινς που καταναλώναμε βουλιμικά κάποτε, τι φάση;


Ας μείνουν στο μυαλό μου όπως είναι –αχνά και λαμπερά συγχρόνως–, ως πυλώνες μιας ακατέργαστης επιθυμίας. Εξάλλου, εδώ δεν βρίσκουμε χρόνο να διαβάσουμε καινούργιες εκδόσεις και, κυρίως, να διαβάσουμε επιτέλους τα «κλασικά».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO