Ασφαλώς και το αποτύπωμα του αποθανόντος Γιώργου Μιχαηλίδη ήταν πολύ πιο βαθύ στο θέατρο αλλά και στα «γράμματα» γενικώς παρά στην τηλεόραση. Και ο ίδιος, άλλωστε, είχε παραδεχτεί ότι συχνά αναλάμβανε τηλεοπτικές δουλειές για να χρηματοδοτεί τις πραγματικές του ανησυχίες.

 

Κάποια έργα του, όμως, στο δαιμονοποιημένο «χαζοκούτι» προκάλεσαν κάποτε έντονες αναταράξεις, ενώ δύο τουλάχιστον μου έχουν καρφωθεί στη μνήμη, όπως συμβαίνει με έντονες παραστάσεις –είτε πραγματικές είτε μυθοπλαστικές, το παιδικό μυαλό δεν τις διαχωρίζει πάντα αποτελεσματικά– που συναντά κάποιος σε πολύ τρυφερή ηλικία.


Δύσκολο έως αδύνατο να συλλάβουν οι νεότεροι θεατές που δεν θυμούνται το μονοπώλιο της «δημόσιας» τηλεόρασης (ειδικά, δε, στις μέρες μας, που οι μόνες παραγωγές που συζητιούνται είναι κάτι ριάλιτι / δολώματα κατινιάς, τρολιάς και ατέλειωτων memes) πώς ακριβώς ήταν η συμβίωση με τη συσκευή στο κέντρο της οικογενειακής εστίας, όταν υπήρχαν μόνο τα δύο κρατικά κανάλια.

 

Οι επιλογές ήταν απολύτως συγκεκριμένες και όσο περίεργες, εκκεντρικές ή αβάσταχτα ανιαρές κι αν έμοιαζαν, αυτές ήταν και θα τις έβλεπες από τη στιγμή που εξέλιπαν άλλοι αντιπερισπασμοί της οθόνης τότε και η ψυχαγωγία υποβαλλόταν εξ άνωθεν.

 

Οι επιλογές ήταν απολύτως συγκεκριμένες και όσο περίεργες, εκκεντρικές ή αβάσταχτα ανιαρές κι αν έμοιαζαν, αυτές ήταν και θα τις έβλεπες από τη στιγμή που εξέλιπαν άλλοι αντιπερισπασμοί της οθόνης τότε και η ψυχαγωγία υποβαλλόταν εξ άνωθεν.


Πριν από τον ερχομό-οδοστρωτήρα της «Αλλαγής», η κλασική δημοφιλής δραματική ελληνική σειρά στην τηλεόραση ήταν κατά κανόνα «εποχής», μεταφορά στη μικρή οθόνη κλασικών (αν και όχι απαραίτητα πολυδιαβασμένων) βιβλίων του Ξενόπουλου, του Παπαδιαμάντη, του Καραγάτση αλλά και νεότερων «ακαδημαϊκών» συγγραφέων.

 

Ως παιδάκια, μας φαινόντουσαν απείρως πιο συναρπαστικές οι ξένες σειρές, «παιδικές» και «ενήλικες» αδιακρίτως, αλλά θέλοντας και μη έβλεπες και τις ελληνικές μαζί με τους γονείς και τον παππού και τη γιαγιά, συνήθως πριν ή κατά τη διάρκεια της τελετουργίας του δείπνου.

 

Πέμπτη Δημοτικού πήγαινα όταν εμφανίστηκε στη μικρή οθόνη ο «Συμβολαιογράφος» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη από τη νουβέλα του Αλέξανδρου Ραγκαβή που γράφτηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και διαδραματιζόταν στην Κεφαλονιά, παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Η σειρά υπήρξε θριαμβευτικά δημοφιλής –«άδειαζαν οι δρόμοι» όταν παιζόταν, κι αυτό δεν ήταν σχήμα λόγου τότε– και μου είχε κάνει έντονη εντύπωση η βαριά, ερμητική, «γοτθική» σχεδόν ατμόσφαιρα που περιέφερε, αλλά αυτές τις εντυπώσεις τις κρατούσα για τον εαυτό μου.

 

Στα διαλείμματα στο σχολείο κυρίως κάναμε πλάκα με τα «εξωτικά» ονόματα των κεντρικών χαρακτήρων –ο ζεν πρεμιέ Ροδίνης, ο κόμης (κόντες;) Ναννέτος, ο συμβολαιογράφος σιορ Τάπας, ο Μενεγάκος, ειδικά όπως τον ενσάρκωνε με σαρδόνιο «καφκικό» οίστρο ο Στάθης Ψάλτης– που ακόμα κι αν προερχόσουν, όπως εγώ, από κεφαλλονίτικο, κατά το ήμισυ, σπίτι ηχούσαν εξόχως (και κωμικά) επτανησιακά.

 

O Γιώργος Μιχαηλίδης σε συνέντευξη Τύπου του ΚΘΒΕ το 2005. Φωτο: Βασίλης Βερβερίδης / Eurokinissi
O Γιώργος Μιχαηλίδης σε συνέντευξη Τύπου του ΚΘΒΕ το 2005. Φωτο: Βασίλης Βερβερίδης / Eurokinissi

 

Τρία χρόνια περίπου αργότερα, στα 1983, πήγαινα ήδη γυμνάσιο, η παιδική μακαριότητα και ανεμελιά είχαν υποδουλωθεί από τις άρτι αφιχθείσες τότε ορμονικές αγωνίες της εφηβείας, ενώ το ΠΑΣΟΚ ήταν ήδη στην εξουσία και επιχειρούσε, μεταξύ άλλων, να αλλάξει και το ύφος, αλλά κυρίως τη θεματολογία των «prime time» τηλεοπτικών παραγωγών.

 

Σ' αυτήν τη διαδικασία ριζικού «make over» βρέθηκε να συμμετέχει και ο Γιώργος Μιχαηλίδης (ο «Κίτρινος Φάκελος» του οποίου έμεινε για πάντα θαμμένος στο χρονοντούλαπο της ΕΡΤ, όπως και άλλες αναθέσεις της προηγούμενης «δεξιάς» διοίκησης) καταρχάς με τα «Λαυρεωτικά» και ακολούθως με την περιβόητη (τότε) «Κάθοδο», με την οποία έγινε ο κακός χαμός, δικαίως και αδίκως.

 

Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι είχα δει ξαφνικά τότε μαζί με εκατοντάδες χιλιάδες θεατές την ώρα του δείπνου την Πέγκυ Σταθακοπούλου πρεζάκι, όχι μόνο να ψάχνει φλέβα να χτυπήσει ένεση αλλά να τη βρίσκει τελικά και η κάμερα να παραμένει σχεδόν ως την τελευταία στιγμή στο τρύπημα. «Γουάου! Rock & Roll!» αναφώνησα (από μέσα μου).

 

Μαζί της πρωταγωνιστούσε ο Ζαχαρίας Ρόχας ως φρίκος άγγελος-εξολοθρευτής μεταξύ Ρεμπώ (είχε περίοπτη την εικόνα του στο άθλιο υπόγειο-τεκέ όπου διέμενε) και Τσαρλς Μπρόνσον, να μιλάει μόνος του, εκφράζοντας διαρκώς τον στόχο του, που ήταν να βγάλει από τη μέση τον –στερεοτυπικά ομοφυλόφιλο, με γούνες, βαριά ντεκόρ και όλο το κλισέ σετάκι– κυνικό τοκογλύφο/πρεζέμπορα.

 

Μετά από λίγες εβδομάδες άγριας κατακραυγής εκ μέρους του κοινού, η σειρά τελικά εξορίστηκε στη μεταμεσονύκτια ζώνη και ολοκληρώθηκε εσπευσμένα στο όγδοο επεισόδιο. Στην πραγματικότητα, ήταν πολύ πιο κοντά σε ελληνικές «exploitation» κινηματογραφικές παραγωγές ηθικοπλαστικής αντίληψης της εποχής με θέμα τον «κατήφορο» της νεολαίας παρά σε κάποια διεισδυτική ματιά στον χώρο του περιθωρίου. Ήταν όμως αξέχαστη εμπειρία να είσαι δεκατριών και να παρακολουθείς περιδεής ακραίες εικόνες νεανικής παρακμής και αυτοκαταστροφής που μόνο ως γοητευτικές φήμες είχες ακούσει, μαζί με όλη την υπόλοιπη χώρα.