Η υπόθεση του τραγικού θανάτου (ας ξορκίσουμε για λίγο τη θλίψη και την οργή κι ας παραστήσουμε κι εμείς τους ψύχραιμους παρατηρητές που δεν κάνουν λόγο για στυγνή δολοφονία πριν βγουν τα τελικά πορίσματα) του Ζακ Κωστόπουλου, ειδικά αν συμπεριληφθούν η ταυτότητα και οι ιδιότητες που συνόδευαν τον νεκρό, τσεκάρει τόσο πολλά κουτάκια που ήταν άμεσα προβλέψιμες οι έντονες αναταράξεις και αντιπαραθέσεις που θα ακολουθούσαν και συνεχίζονται αμείωτες.

Ανεξέλεγκτη εγκληματικότητα, απενοχοποίηση της αυτοδικίας, πρέζα, περιθωριοποιημένες υποκουλτούρες, queer ακτιβισμός, ηθική πλειοψηφία των μικροαστών «νοικοκυραίων», στάση της αστυνομίας, δικαιωματισμός, νομιμοποίηση φασιστικών ενστίκτων και συμπεριφορών και πολλά άλλα ακόμη.

Καπάκι έσκασαν ως θλιβερή υποσημείωση με επιστημονικό περίβλημα και οι σχετικές έρευνες (αμφιβόλου υπόστασης πάντα), με αφορμή τις αντιδράσεις για το γεγονός, περί των «φόβων, των αρχών και των αξιών των Ελλήνων».

 

Έντρομοι δήθεν εμείς οι «πολιτισμένοι» διαπιστώσαμε ότι «1 στους 3» δεν θέλουμε για γείτονες ομοφυλοφίλους, «1 στους 4» μετανάστες και «1 στους 5» άτομα διαφορετικής θρησκείας. 1 στους 4; 1 στους 5; Μακάρι να ήταν έτσι, θα ήταν μέχρι και καθησυχαστικά τέτοια ποσοστά.


Έντρομοι δήθεν εμείς οι «πολιτισμένοι» διαπιστώσαμε ότι «1 στους 3» δεν θέλουμε για γείτονες ομοφυλόφιλους, «1 στους 4» μετανάστες και «1 στους 5» άτομα διαφορετικής θρησκείας. 1 στους 4; 1 στους 5;

 

Μακάρι να ήταν έτσι, θα ήταν μέχρι και καθησυχαστικά τέτοια ποσοστά. Σίγουρα είναι πολύ χειρότερα τα πράγματα και είναι βέβαιο ότι η πλειοψηφία (οριακή έστω), τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, έχει αποφασίσει ότι οι «ξένοι» ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την υποβάθμιση του επιπέδου καθημερινής διαβίωσής της.

 

Εξού και η (μυστική ή εξόφθαλμη) πολιτική αποτροπής προσέλευσης προσφύγων μέσω της φρίκης, όπως αποτυπώνεται σε κολαστήρια τύπου Μόριας.

 

Το «1 στους 3» κατά των γκέι γειτόνων μοιάζει ακραίο για ευρωπαϊκή χώρα, αλλά αν ισχύει κάτι τέτοιο έστω και κατά αυθαίρετη προσέγγιση, έχουμε πολλά να αναλογιστούμε και να διορθώσουμε σε σχέση με την κουλτούρα ομοφοβίας και μάτσο κλαρινομαγκιάς που μαστίζει ακόμα την κοινωνία και, φυσικά, δεν παρουσίασε ύφεση με τα γκέι στερεότυπα που αναδεικνύει η λυσσάρα ‒ακόμα και στο κώμα που βρίσκεται‒ ελληνική τηλεόραση και τα δυσώδη media της ακροδεξιάς διέγερσης και της ειδησεογραφικής αρπακόλλας.


Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι ο σαρκασμός εναντίον της «ηρωοποίησης» του νεκρού Ζακ Κωστόπουλου υπήρξε διάχυτος και μάλιστα δεν προερχόταν μόνο από τους συνήθεις υπόπτους, που ξέρεις ότι υπάρχουν μπόλικοι εκεί έξω, αλλά δεν είναι φίλοι (ούτε καν «φίλοι») ούτε και θες να τους ξέρεις, αλλά και από εγγράμματους, πολιτισμένους, προοδευτικούς κ.λπ.

 

Δεν προερχόταν καν από την εντελώς αφηρημένα ορισμένη συνομοταξία των «νοικοκυραίων» μικροαστών που βρέθηκαν μπουλουκηδόν στο στόχαστρο ανταρτών του πληκτρολογίου λες και δεν είμαστε κατά 90% μικροαστικής προέλευσης σ' αυτήν τη χώρα.

 

Επέπλευσε ξανά ως ανάθεμα αυτός ο όρος «νοικοκυραίοι» με τον οποίον είχα πάντα κακή σχέση, όπως και με το «γειτόνοι» (μου έρχονταν διαρκώς αυτές τις μέρες, εκτός πλαισίου, οι πρώτες στροφές του «Άλλος για Χίο τράβηξε»: «Στα καλντερίμια συζητούν ως το πρωί οι γειτόνοι / μα σκοτεινιάζει ο καιρός και στις καρδιές νυχτώνει»), κυρίως όμως όταν ήμουν νέος, σνομπ και αλαζών.

  

Εδώ και χρόνια μου φαίνεται άχρηστος και άδικος προσδιορισμός και επίσης μου φαίνεται σαχλή η γλαφυρή επίκληση του κάθε «κυρ-Παντελή» και «κυρ-Στέφανου» και «κυρα-Κατίνας». Μια πρόσφατη περιπέτεια της μάνας μου, μάλιστα, με έκανε να εκτιμήσω οριστικά τη συμβολή των μικροαστών «νοικοκυραίων» γειτόνων στα ζόρικα, που μόνος μου δεν θα μπορούσα να διαχειριστώ, εγώ ο απροπόνητος πεφωτισμένος wannabe αστός.

 

Στο πλαίσιο αυτής της δύσκολης οικογενειακής στιγμής εκτίμησα επίσης κάποιους μικρο-επαγγελματίες και τεχνίτες που δεν ανήκουν πια (λόγω των δυσμενών οικονομικών περιστάσεων ή/και επειδή εκπροσωπούν μια νεότερη και καλύτερη πάστα) σε εκείνη την κατηγορία που μας ταλαιπωρούσε πάντα μέχρι να έρθει να κάνει τη δουλειά της και μετά μας έσκιζε κι από πάνω.

 

Θέλει να πιστέψει κάποιος στο Καλό, ειδικά όταν συνηγορούν οι ενδείξεις, έρχονται όμως (όλο και πιο συχνά) εκείνες οι «κακές οι ώρες» και τα άθλια απόνερά τους που σε βάζουν στη θέση σου και σε στέλνουν πακέτο πίσω στην αμφιθυμία, στην απογοήτευση, στην καχυποψία, ακόμα και στη μισανθρωπία.