Φωτ.: Σπύρος Στάβερης
Φωτ.: Σπύρος Στάβερης

 

Η διεθνής εμπειρία επιτρέπει να συλλάβουμε την ουσία του τηλεοπτικού Μέσου με γνώμονα την αρχή αυτής της γενικευμένης και σαρωτικής άνωσης υπέρ της οποίας λογοδοτεί η υπνωτική του απήχηση και στην οποία κανείς και τίποτα δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να αντισταθεί: αργά ή γρήγορα, όλα έρχονται υποχρεωτικά στην επιφάνεια, σαν από έναν βυθό όπου ο βούρκος αναμοχλεύεται βιαίως και συνεχώς.


Έτσι συνέβη και εδώ· γεγονότα και πρόσωπα, εμπόρευμα και διαφήμιση, ρεπορτάζ και σαπουνόπερες, τουρισμός και ριάλιτι, αθλητισμός και Χρηματιστήριο, όλα ανέβαιναν, όλα αιωρούνταν, όλα επέπλεαν στον αφρό μαζί με τα αποκρουστικά περιεχόμενα των οχετών που είχαν διαρραγεί μετά τη χαοτική κατάρρευση του κρατικού μονοπωλίου στην τηλεοπτική ενημέρωση. Καταλαμβάνοντας κεντρική θέση στον φαντασιακό της κοινής γνώμης, όπου η χαμηλή αυτοεκτίμηση του τηλεθεατή περίμενε τη σωτήρια απογείωση με το ατομικό της τραπεζάκι κλειστό, η τηλεόραση άρχισε να ξεπλένει τα πάντα, μύθους και ιδεολογήματα, επιστημονικές εικασίες και αντικείμενα νοσταλγίας, στατιστικές βεβαιότητες και διεκδικήσεις δικαιωμάτων, αξιοθέατα και events, σεξ και τηλεπαιχνίδια, υπολήψεις και σκάνδαλα, όλα, μα όλα, έβγαιναν στο ξεπούλημα μαζί με κάθε λογής ανακυκλωμένους ρύπους συν τα απόβλητα της βιομηχανικής αναπαραγωγής της κοινοτοπίας που παρουσιάζονταν, δωρεάν ή με κουπόνια, σαν πανάκεια για τη χαμένη τιμή των μη προνομιούχων. Τα πάντα έρχονταν σε πρώτο πλάνο, τα πάντα ωθούνταν στην προφάνεια, τα πάντα ανασύρονταν απ' τις χωματερές για ξέπλυμα και επανεισαγωγή στην κυκλοφορία, όπου ο καταναλωτής είχε την τάση να σπεύδει στο ραντεβού με την Ιστορία νωρίτερα επειδή, καταλαβαίνετε, δεν είχε ακούσει ποτέ του ότι τα διαμάντια είναι παντοτινά. Το ίδιο το μοίρασμα των λαφύρων γινόταν φόρα παρτίδα στο φως της μέρας· υπό τις τυμπανοκρουσίες του συνθήματος ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ, η τηλεόραση ποτέ δεν ήταν αποτελεσματικότερη απ' ό,τι ως καθαρτήριο αμαρτιών, ασυναγώνιστο απορρυπαντικό για όλες τις ύποπτες ή και ξεφωνημένες στρατηγικές και ιδιοτέλειες: πολιτικοί και δημοσιογράφοι, αθλητές και μοντέλα, οικονομολόγοι και μητροπολίτες, φιλόσοφοι σαν τον Ράμφο και γραφικοί του περιθωρίου σαν τον Λεβέντη, όλοι ξεπλένονταν απ' τα μιάσματα της προϋπηρεσίας στα ΜΜΕ και εφορμούσαν ξανά με την ελπίδα ότι η άνωση θα τους παρείχε μιαν ύστατη δόση απ' την αδρεναλίνη της αναγνωρισιμότητας. Το να πούμε ότι για όλα αυτά φταίει ο Μπερλουσκόνι είναι, νομίζω, υπερβολικά αισιόδοξο.

 

Η αγωνία για το αν οι τηλεοπτικοί σταθμοί θα είναι τέσσερις ή δεκατέσσερις και αν οι άδειες θα δίνονται απ' τον υπουργό ή από το ΕΣΡ είναι σταγόνα ντροπής στον ωκεανό της αναισχυντίας και, εν τέλει, κάποιος χέστηκε.


Έκτοτε, μαζί με τα πατροπαράδοτα μυστικά που εξασφάλιζαν τον σεβασμό στην εξουσία, σβήστηκε απ' το πεδίο των κοινωνικών αντηχήσεων κάθε πνευματική φωτοσκίαση, κάθε ανάμνηση συνομιλίας με τους νεκρούς, όπως αυτή που διασώζεται πχ. στο ραδιόφωνο, και κάθε κρυφή περιοριστική ρήτρα της έλλογης συνείδησης πάνω στις ακρότητες της πράξης· τέλος εξαλείφθηκε κάθε έμφυτη απαγόρευση που προστάτευε το ιδιωτικό απ' την κανιβαλική εισβολή του δημόσιου και κάθε επιβραδυντική ανάπαυλα στη ροή του χρόνου, που ήταν τώρα σκηνοθετημένος απνευστί επί 24ώρου βάσεως ως άσκηση επιλογών τηλεθέασης υπό τη σκέπη του μάρκετινγκ και της AGB. Τηλεοπτικός πλασιέ βιβλίων το βράδυ, ο Γεωργιάδης δικαιούνταν, λέει, το πρωί, να διεκδικεί την αρχηγία της Αντιπολίτευσης. Η άνωση έφερνε για ξέπλυμα στο φως των προβολέων το οτιδήποτε και τον οποιονδήποτε, τη μαφία της μίζας και την αρπακτικότητα της τριτοκοσμικής αστικής τάξης, τη ρητορική κώφωση του αριστερού λόγου και την κενότητα του λάιφστάιλ, τους καταρράκτες του κιτς και τις αμέτρητες εφήμερες μόδες, όλα έπαιζαν, μαζί με την κλήρωση του ψυγείου στον Ant1, και τα αλλόκοτα αγγλικά του Τσίπρα. Μοιραία, από κοινού με τα παρασκήνια, φωτίστηκε η καμουφλαρισμένη χυδαιότητα όλων εκείνων των πολιτικών παιχνιδιών που κάποτε μας γοήτευαν επειδή συνδέονταν με το αίνιγμα της νομιμοποίησης της εξουσίας. Κανένα αίνιγμα πλέον δεν διεκδικούσε την προσοχή μας στην καρδιά αυτής της πορνογραφικής φωταψίας, τα πάντα έμοιαζαν κρεμασμένα στα τηλεοπτικά μανταλάκια για να στεγνώσουν μετά το πλύσιμο.


Άπαξ και η πολιτική ομολόγησε ότι ευνοείται απ' αυτό τον τύπο αποκαλυπτηρίων, τα αποκαλυπτήρια, με τη σειρά τους, έμελλαν να γίνουν η πεμπτουσία της πολιτικής. Σε ξεσκεπάζω, με ξεσκεπάζεις, να ποια ήτανε τώρα πια η κυρίαρχη μορφή συνδιαλλαγής στην τηλεόραση, όπου η αισχρότητα, επίσης αποκαλυπτική, έσπαγε τα ταμεία κολακεύοντας τις όψεις εκείνες της εθνικής καταναλωτικής ψυχοσύνθεσης που θα μπορούσαν, δίχως ίχνος αυστηρότητας, να χαρακτηριστούν βλακώδεις και που συνιστούσαν το θερμοκήπιο για την υπεραγωγιμότητα του Μέσου στην έλλειψη ηθικών και αισθητικών αντιστάσεων: εν ονόματι των αναγκών μιας διευρυμένης πελατείας, που καλούνταν να επιβάλλει την αισθητική της ως φονική μετεξέλιξη του Μινιόν και των έγχρωμων μιούζικαλ του Δαλιανίδη, η παράπλευρη συσσώρευση απορριμμάτων κατά το ξεσκέπασμα του οιουδήποτε στόχου οδηγήθηκε σε παροξυσμό.


Έτσι, τώρα, όλα δείχνουν ότι, στη σφαίρα της επιρροής των ηλεκτρονικών ΜΜΕ, λαμβάνει χώρα η τελευταία φάση του ξεπλύματος, καθώς συντελείται φανερά ένα είδος αργοπορημένης αλλά αναπόφευκτης εξιλαστήριας απογύμνωσης του κακού που ενυπήρχε εκεί ανέκαθεν και που υποτίθεται ότι ήταν η εμπλοκή της επιχειρηματικής ελίτ στο πολιτικοοικονομικό παιχνίδι των εκβιασμών για τον έλεγχο των κρατικών προμηθειών – σιγά την είδηση! Λες και το ζήτημα θα μπορούσε ποτέ να είναι νομοθετικής ή δεοντολογικής φύσεως, ενώ πρόκειται μάλλον για το τεράστιο ρήγμα που ανοίγει η τηλεόραση στη συνείδηση των μικροαστικών στρωμάτων με τον απενοχοποιητικό αναδιπλασιασμό του χωροχρόνου στον οποίο αυτά φυτοζωούν – βλ. σίριαλ όπου η οθόνη φιλοξενεί πάντα την κατοπτριζόμενη προέκταση του δωματίου όπου βρίσκεται παρκαρισμένος ο θεατής. Η αγωνία για το αν οι τηλεοπτικοί σταθμοί θα είναι τέσσερις ή δεκατέσσερις και αν οι άδειες θα δίνονται απ' τον υπουργό ή από το ΕΣΡ είναι σταγόνα ντροπής στον ωκεανό της αναισχυντίας και, εν τέλει, κάποιος χέστηκε.

 

Δεν υπάρχει
ούτε θα υπάρξει ποτέ
καλή τηλεόραση