Το θέμα της επίσημης ονομασίας του κράτους της ΠΓΔΜ είναι ένα πρόβλημα που απασχολεί τα Σκόπια και την Αθήνα εδώ και πάρα πολλά χρόνια, από την εποχή της ανεξαρτησίας της μικρής αυτής χώρας που ανήκε κάποτε στην ενιαία Γιουγκοσλαβία.


Η διένεξη αυτή ήταν πάντα μια ενοχλητική υπόθεση για την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ, που επιθυμούσαν να κλείσει, για λόγους χρησιμότητας της ΠΓΔΜ κυρίως, χωρίς να μπαίνουν ποτέ στην ουσία της υπόθεσης. Το εάν η Ελλάδα είχε ή όχι δίκιο στους ισχυρισμούς της ήταν κάτι που δεν ενδιέφερε κανέναν πολιτικό στη Δύση. Το ίδιο και η Ιστορία της Μακεδονίας.

 

Τα επιστημονικά ιστορικά στοιχεία, βεβαίως, είναι αντικειμενικά και αδιάψευστα. Από την άλλη, οι κάτοικοι της ΠΓΔΜ αποκαλούνταν πάντα Μακεδόνες κι έτσι, όσοι βρίσκουν αρκετά πολύπλοκη την ουσία του μακεδονικού ζητήματος θεωρούσαν και θεωρούν παράλογη την απαίτηση της Ελλάδας να μην αποκαλούνται με αυτό το όνομα.

 

Αδιαμφισβήτητα «νικητής» ήταν η αποχή και ήταν αυτή που έστειλε το μήνυμα που βγήκε από τις κάλπες, το οποίο δεν ήταν άλλο από το προφανές: η πλειοψηφία των πολιτών της ΠΓΔΜ αγνόησε το δημοψήφισμα, με το οποίο ο Ζόραν Ζάεφ ζητούσε τη λαϊκή νομιμοποίηση της Συμφωνίας των Πρεσπών.


Στην Ελλάδα, παρά τα χρόνια που έχουν περάσει, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ένα ζήτημα που πολλοί θεωρούσαν ξεχασμένο συγκινεί τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, η οποία αντιτίθεται στη χρήση του ονόματος της Μακεδονίας από την ΠΓΔΜ. Την ίδια στιγμή, στη γειτονική χώρα επίσης η συντριπτική πλειοψηφία των Σλαβομακεδόνων (το 70% περίπου των κατοίκων είναι Σλαβομακεδόνες και το 25%-30% Αλβανοί) δεν επιθυμεί τον παραμικρό συμβιβασμό στο θέμα του ονόματος.


Ο Ζόραν Ζάεφ είναι ο πρώτος πρωθυπουργός που δέχεται να κάνει έναν αμοιβαίο συμβιβασμό με την Ελλάδα, πηγαίνοντας κόντρα στη βούληση των πολλών στο θέμα αυτό και με προσωπικό ρίσκο.


Συμφώνησε να υποχωρήσει στο όνομα και η χώρα του να λέγεται επισήμως «Βόρεια Μακεδονία» και ο Αλέξης Τσίπρας συμφώνησε να υποχωρήσει η Ελλάδα στην υπηκοότητα και στη γλώσσα, που θα τις αποκαλούν «μακεδονικές». Γι' αυτό και ο πρωθυπουργός της ΠΓΔΜ λέει συχνά τελευταία ότι εκείνοι θα συνεχίσουν να είναι πάντα οι Μακεδόνες για όλο τον κόσμο.

 

Το πρόβλημα είναι ότι οι δύο λαοί δεν φαίνεται να αποδέχονται τον συμβιβασμό αυτό (που διατυπώνεται μεταξύ πολλών άλλων στη Συμφωνία των Πρεσπών). Και οι δύο πλευρές ‒όσον αφορά τους πολίτες‒ επιθυμούν να υποχωρήσει μόνο η άλλη πλευρά.

 

Το θέμα λίμναζε για πολύ καιρό, αλλά ξαναήρθε τους τελευταίους μήνες στην επικαιρότητα για πολλούς λόγους: α) πρωθυπουργοί και στις δύο χώρες είναι πολιτικοί που δεν θεωρούνται ανυποχώρητοι σε παρόμοια εθνικά θέματα, β) Ζάεφ και Τσίπρας είναι αμφότεροι συνεργάσιμοι για ΗΠΑ και Ε.Ε. γ) οι ΗΠΑ θέλουν άμεση ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ για διάφορους λόγους αλλά και για να μειώσουν τη ρωσική επιρροή, δ) για λόγους συμβολισμού και γοήτρου των ΗΠΑ μετά την κόντρα με τη Ρωσία για την επιρροή στα Βαλκάνια και ε) για τα επιχειρηματικά σχέδια με αγωγούς, ενέργεια και κατασκευαστικά που πρέπει να προχωρήσουν και αποτελούν επίσης μέρος της συμφωνίας. Στα σχέδια αυτά θα πάρουν μέρος μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα της Ελλάδας που στηρίζουν με κάθε τρόπο τη Συμφωνία των Πρεσπών, η οποία τα συμπεριλαμβάνει (παρότι σχεδόν κανείς δεν μιλάει γι' αυτό).


Τα είπε, πάντως, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο πριν από λίγο καιρό ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Γουές Μίτσελ, ο οποίος εξήγησε το πλαίσιο και τόνισε τον ρόλο που είχαν οι ΗΠΑ στην επίτευξη της συμφωνίας: «Δώσαμε ιδιαίτερη έμφαση στην ενίσχυση των χωρών στην πρώτη γραμμή της Ευρώπης που είναι περισσότερο ευάλωτες στη ρωσική γεωπολιτική πίεση. Στην Ουκρανία και στη Γεωργία καταφέραμε να άρουμε περιορισμούς προηγούμενων κυβερνήσεων στην απόκτηση αμυντικών όπλων για την αντίσταση στη ρωσική εδαφική επιθετικότητα. Στα Βαλκάνια, η αμερικανική διπλωματία διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην επίλυση της διαφοράς Ελλάδας - Μακεδονίας για το ονοματολογικό και ενεργοποιείται για να προωθήσει τον υπό την Ε.Ε. διάλογο ανάμεσα στη Σερβία και στο Κόσοβο».


Στο δημοψήφισμα της περασμένης Κυριακής στην ΠΓΔΜ, για να είναι έγκυρο και δεσμευτικό, έπρεπε να συμμετάσχει παραπάνω από το 50% των εγγεγραμμένων, που είναι 1.784.416. Ο Ζόραν Ζάεφ, λαμβάνοντας τα μηνύματα όσο πλησίαζε η ώρα της κάλπης, είχε σπεύσει να δηλώσει ότι το δημοψήφισμα θα είχε συμβουλευτικό χαρακτήρα και ότι σημασία θα είχε το αποτέλεσμα. Οι άνθρωποί του έλεγαν ότι και λίγο κάτω από το 50% να ήταν η συμμετοχή δεν θα είχε σημασία. Τελικά, η συμμετοχή ήταν 36,9% και οι πολίτες που ψήφισαν 666.734, με το 91,46% από αυτούς να ψηφίζει «ναι».

 

Δημοψήφισμα αλά βαλκανικά: προκαταλήψεις, άγνοια και ευσεβείς πόθοι
Ο Ζόραν Ζάεφ είναι ο πρώτος πρωθυπουργός που δέχεται να κάνει έναν αμοιβαίο συμβιβασμό με την Ελλάδα, πηγαίνοντας κόντρα στη βούληση των πολλών στο θέμα αυτό και με προσωπικό ρίσκο. Φωτο: EPA


Το ερώτημα από την κυβέρνηση του Ζόραν Ζάεφ τέθηκε ως εξής: «Είστε υπέρ της ένταξης της χώρας στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ, αποδεχόμενοι τη συμφωνία μεταξύ της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και της Ελλάδας;»


Πολλοί ενοχλήθηκαν από τον τρόπο που διατυπώθηκε το ερώτημα και θεώρησαν ότι το ΝΑΤΟ και η Ε.Ε. ήταν το «τυράκι στη φάκα» για την αλλαγή του ονόματος, που ήταν το ουσιαστικό διακύβευμα. Και είναι γεγονός ότι σχεδόν όλοι στην ΠΓΔΜ επιθυμούν την ένταξη της χώρας τους στην Ε.Ε., αλλά δύσκολα βρίσκει κανείς Σλαβομακεδόνες που δέχονται να αποκαλούνται «Βορειομακεδόνες». «Όλος ο κόσμος μας αποκαλεί "Μακεδόνες". Γιατί να αλλάξουμε; Επειδή έτσι θέλουν οι Έλληνες;» είναι η πιο συνηθισμένη απάντησή τους, συχνά και με επιθετικό τόνο από κάποιους, ειδικά αν πρόκειται για οπαδούς του εθνικιστικού κόμματος VΜRO, που, παρότι βρίσκεται στην αντιπολίτευση, είναι το κόμμα που ήρθε πρώτο (και) στις τελευταίες εκλογές. (Ήταν το αλβανικό κόμμα του Αλί Αχμέτι που συμμάχησε αυτήν τη φορά με τον Ζάεφ, προσφέροντάς του την απαιτούμενη πλειοψηφία και αφήνοντας στην αντιπολίτευση το VMRO).


Η αντιπολίτευση προέκρινε την αποχή αντί του «όχι», καθώς το VMRO συμφωνεί και υπερθεματίζει με την ένταξη σε ΝΑΤΟ και Ε.Ε., αλλά διαφωνεί κάθετα με τη Συμφωνία των Πρεσπών, που το δημοψήφισμα ζητούσε από τους πολίτες να εγκρίνουν με αυτό τον τρόπο.


Δεν ήταν όλοι όσοι απείχαν, όμως, ψηφοφόροι του VMRO.


Αδιαμφισβήτητα «νικητής» ήταν η αποχή και ήταν αυτή που έστειλε το μήνυμα που βγήκε από τις κάλπες, το οποίο δεν ήταν άλλο από το προφανές: η πλειοψηφία των πολιτών της ΠΓΔΜ αγνόησε το δημοψήφισμα, με το οποίο ο Ζόραν Ζάεφ ζητούσε τη λαϊκή νομιμοποίηση της Συμφωνίας των Πρεσπών.

 

Η αποχή, ωστόσο, είχε πολλές αιτίες: η σημαντικότερη ήταν ότι η πλειοψηφία των Σλαβομακεδόνων δεν επιθυμεί κανέναν συμβιβασμό με την Ελλάδα στο θέμα του ονόματος και δεν τους ενδιαφέρει καθόλου αν κάνει υποχωρήσεις και η ελληνική κυβέρνηση. Υπήρχαν όμως και αυτοί που θεώρησαν «στημένο» το δημοψήφισμα και πίστευαν πως ό,τι και να ψήφιζαν, οι πολιτικοί της χώρας είχαν προαποφασίσει τη συνέχεια.


Πολλοί στη γειτονική χώρα πιστεύουν ότι η ψήφος τους δεν έχει καμία αξία και ότι, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, δεν θα άλλαζε τίποτα. Κι αυτό γιατί στην ΠΓΔΜ υπάρχει μεγάλη απογοήτευση για το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Για πολλούς η αποχή ήταν μια μορφή διαμαρτυρίας και για άλλους αδιαφορίας λόγω της εκτίμησης ότι η ψήφος τους δεν θα αλλάξει τίποτα.

 

Οι Αλβανοί της ΠΓΔΜ ήταν η μεγαλύτερη έκπληξη. Η συμμετοχή τους αναμενόταν γύρω στο 80%, αφού επιθυμούν διακαώς την ένταξη στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε., αλλά τους είναι αδιάφορο το θέμα του ονόματος. Εκείνοι αισθάνονται εθνικά Αλβανοί και όχι Μακεδόνες, γι' αυτό και στις συζητήσεις τους, όταν μιλάνε για «Μακεδόνες», εννοούν τους Σλαβομακεδόνες. Η συμμετοχή και του αλβανικού πληθυσμού όμως ήταν χαμηλή, παρότι υψηλότερη από αυτήν του σλαβικού πληθυσμού.


Όπως εξηγούσαν πολλοί από αυτούς, το θέμα της ονομασίας τούς ήταν αδιάφορο και δεν αποτέλεσε κίνητρο για να προσέλθουν στις κάλπες. Όσο για το θέμα της ένταξης στο ΝΑΤΟ, το θεωρούν δεδομένο ότι θα γίνει έτσι κι αλλιώς. Για κάποιους άλλους, αρνητικό ρόλο έπαιξε ότι της καμπάνιας του «ναι» στους αλβανόφωνους ηγήθηκε ο Αλί Αχμέτι (κυβερνητικός εταίρος του Ζόραν Ζάεφ), που θεωρείται διεφθαρμένος. Η αποχή ήταν και μία μορφή διαμαρτυρίας απέναντί του, καθώς το «ναι» μπορεί να εκλαμβανόταν και ως επιδοκιμασία εκείνου, όπως ανέφεραν κάποιοι Αλβανοί αναλυτές.


Ο Ζόραν Ζάεφ επιχείρησε να αγνοήσει την αποχή και πλέον παίζει τα ρέστα του, ταυτίζοντας το πολιτικό του μέλλον με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Δεν είναι λίγοι αυτοί που τον κατηγορούν ότι προδίδει τη χώρα του και είναι βέβαιο ότι, ανεξάρτητα από το αν θα του βγει ή όχι στο τέλος, για την ώρα εισπράττει πολιτικό κόστος. Είναι επίσης γεγονός ότι πιο μετριοπαθής πολιτικός ηγέτης από τον Ζάεφ, σε σχέση με την ελληνική διένεξη, δεν υπάρχει στους Σλαβομακεδόνες. Και είναι μάλλον απίθανο να υπάρξει και στο μέλλον. Αυτός είναι ο πιο διαλλακτικός.

 

Το ας πούμε επιχείρημα που διατυπώνεται από ορισμένους και λέει ότι «αν η συμφωνία ήταν κακή για τους Έλληνες, γιατί δεν τη θέλουν οι Σλαβομακεδόνες» υποδηλώνει άγνοια (άσχετα με το τι πιστεύει ο καθένας για το ποιος έχει δίκιο). Κι αυτό γιατί οι Σλαβομακεδόνες απορρίπτουν τη συμφωνία επειδή δεν επιθυμούν κανέναν συμβιβασμό, όσες υποχωρήσεις και αν κάνει η Ελλάδα.

 

 

Συνέντευξη του Νίκου Κοτζιά για το δημοψήφισμα στα Σκόπια

 

Οι δικαιολογίες πολιτικών που ακούστηκαν για την αποχή ήταν πολλές, όπως ότι λείπουν πολλοί στο εξωτερικό και ότι οι εκλογικοί κατάλογοι της ΠΓΔΜ δεν έχουν εκκαθαριστεί. Τις επικαλέστηκε μάλιστα και ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς. Οι δικαιολογίες αυτές, ωστόσο, αν και έχουν κάποια βάση, δεν ισχύουν. Πράγματι, λείπουν πολλοί εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι της ΠΓΔΜ στη Γερμανία και αλλού, αλλά οι πολίτες της γειτονικής χώρας, σε αντίθεση με τους Έλληνες, έχουν τη δυνατότητα να ψηφίζουν στις χώρες όπου ζουν. Ο Ζόραν Ζάεφ έκανε μεγάλη εκστρατεία στη Γερμανία και στις χώρες όπου ζουν συμπολίτες του για τον λόγο αυτό. Άρα, αυτή η δικαιολογία δεν ευσταθεί. Όσο για την εκκαθάριση, όντως δεν έχει γίνει, αλλά οι αριθμοί που επικαλούνται διάφοροι εδώ για τον πραγματικό αριθμό των ψηφοφόρων είναι αβάσιμοι.


Στις εκλογές που έγιναν πριν από σχεδόν δύο χρόνια στην ΠΓΔΜ προσήλθαν στις κάλπες, παρά την αποχή, 1.191.832 ψηφοφόροι και αυτό μπορεί να είναι ένα μέτρο. Στο δημοψήφισμα της περασμένης Κυριακής προσήλθαν 666.743. Οι αριθμοί και τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους αντί άλλης αποδείξεως. Τέλος, όποιος έκανε μια βόλτα στα καφέ των μεγάλων πόλεων της ΠΓΔΜ την Κυριακή του δημοψηφίσματος θα έβλεπε ότι ήταν γεμάτα από νέους που δεν πήγαν να ψηφίσουν.


Στην Ελλάδα, όπως και στις περισσότερες βαλκανικές χώρες, μετά από κάθε διαδικασία που περιλαμβάνει κάλπες, ακολουθεί διένεξη για το «ποιος νίκησε». Οι πολιτικοί των χωρών αυτών, της δικής μας συμπεριλαμβανομένης, ερμηνεύουν τα όποια αποτελέσματα με βάση τα στερεότυπα, τις προκαταλήψεις και τους ευσεβείς τους πόθους. Όπως κάνουν και τώρα με το δημοψήφισμα στην ΠΓΔΜ. Αν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί μαζί τους, δεν είναι κάτι που τους απασχολεί. Αρκεί να μη χαλάσει η προκατασκευασμένη αφήγηση.