Ο Μάλκολμ είχε ακούσει πως υπήρχαν πολύ μεγάλες βουτηχτάρες με λοφίο σ' αυτό εδώ το σημείο, αλλά δεν το είχε πιστέψει απολύτως. Τώρα είχε την απόδειξη. Οπωσδήποτε θα επέστρεφε αργότερα μέσα στη χρονιά για να δει αν βρίσκονταν σε αναπαραγωγή.


Οι καλαμιές ήταν ψηλότερες από εκείνον έτσι όπως καθόταν στη βάρκα, και αν παρέμενε σχεδόν ακίνητος, σκέφτηκε πως πιθανότατα δεν θα μπορούσε να τον δει κανείς. Άκουσε φωνές πίσω του, μια αντρική και μια γυναικεία, και έμεινε ασάλευτος την ώρα που εκείνοι περνούσαν δίπλα του, απορροφημένοι ο ένας από τον άλλο. Τους είχε προσπεράσει πιο πριν: δυο ερωτευμένοι που έκαναν βόλτα πιασμένοι χέρι χέρι, τα δαιμόνιά τους, δυο μικρά πουλιά, να πετάνε λίγο πιο μπροστά, να σταματάνε για να ψιθυρίσουν το ένα στο άλλο και να πετάνε ξανά.


Το δαιμόνιο του Μάλκολμ, η Άστα, ήταν αλκυόνα εκείνη τη στιγμή, καθισμένη στην άκρη της κουπαστής της βάρκας. Όταν είχαν περάσει πια οι ερωτευμένοι, πέταξε ως τον ώμο του και του ψιθύρισε: «Ο άντρας εκεί πέρα – κοίτα...».

 

Μόλις ο άλλος πέρασε, ο άντρας με το γκρίζο αδιάβροχο φόρεσε πάλι το ρολόι στον καρπό του και πήγε να συνεχίσει το ψάξιμο για το αντικείμενο που είχε ρίξει το δαιμόνιό του. Βρισκόταν σε κατάσταση πανικού, δεν μπορούσε με τίποτα να το κρύψει, και το δαιμόνιό του ήταν ολοφάνερα η προσωποποίηση της συγγνώμης. Ήταν έκδηλη η μεγάλη τους ανησυχία.


Ο Μάλκολμ δεν τον είχε δει. Λίγα μέτρα μπροστά τους στο μονοπάτι, ορατός μόνο μέσα από τα βλαστάρια των καλαμιών, ένας άντρας με αδιάβροχο και γκρίζα ρεπούμπλικα στεκόταν κάτω από μια βελανιδιά. Έδειχνε σαν να ήθελε να προστατευτεί από τη βροχή, μόνο που δεν έβρεχε. Το αδιάβροχο και το καπέλο του είχαν σχεδόν την απόχρωση του σούρουπου: ήταν δύσκολο να τον διακρίνει όπως τις βουτηχτάρες, δυσκολότερο στην πραγματικότητα, σκέφτηκε ο Μάλκολμ, επειδή εκείνος δεν είχε λοφίο με φτερά.


«Τι κάνει;» ψιθύρισε ο Μάλκολμ.


Η Άστα μεταμορφώθηκε σε μύγα και πέταξε όσο πιο μακριά μπορούσε από τον Μάλκολμ, σταματώντας μόνον όταν η απομάκρυνσή τους άρχισε να γίνεται επώδυνη, και πήγε και θρονιάστηκε στην κορυφή ενός βούρλου έτσι ώστε να μπορεί να παρακολουθεί τον άντρα ανεμπόδιστα. Εκείνος προσπαθούσε να μην τραβά την προσοχή, αλλά ήταν τόσο αμήχανος και δυστυχισμένος, που είχε το ίδιο αποτέλεσμα όπως κι αν ανέμιζε μια σημαία.


Η Άστα είδε το δαιμόνιό του –μια γάτα– να κινείται ανάμεσα στα χαμηλότερα κλαδιά της βελανιδιάς, ενώ εκείνος στεκόταν από κάτω και παρακολουθούσε και από τις δυο μεριές το μονοπάτι. Ύστερα η γάτα σάλεψε ανεπαίσθητα, ο άντρας σήκωσε το κεφάλι του κι αυτή πήδηξε στον ώμο του – αλλά, καθώς το έκανε, της έπεσε κάτι από το στόμα της.


Ο άντρας άφησε να του ξεφύγει ένα σύντομο βογκητό απογοήτευσης, και το δαιμόνιό του πήδηξε άτσαλα στο έδαφος. Άρχισαν να ψάχνουν απεγνωσμένα γύρω τους, κάτω από το δέντρο, στην άκρη του νερού, ανάμεσα στο θαμνόφυτο γρασίδι.

 

«Τι έριξε;» ψιθύρισε ο Μάλκολμ.

«Έμοιαζε με καρπό. Είχε το μέγεθος καρυδιού».

«Είδες προς τα πού κύλησε;»

«Νομίζω. Νομίζω πως κατρακύλησε από τη βάση του δέντρου και πήγε και σταμάτησε κάτω από εκείνο τον θάμνο εκεί πέρα. Κοίτα, προσποιούνται πως δεν το ψάχνουν...»


Το έψαχναν ωστόσο. Κάποιος άλλος διέσχιζε το μονοπάτι, ένας άντρας μαζί με τον σκύλο δαιμόνιό του, και ενώ ο άντρας με το αδιάβροχο τους περίμενε να περάσουν, προσποιήθηκε πως κοίταζε το ρολόι του, τινάζοντας τον καρπό του, ακούγοντας τους χτύπους του, τινάζοντας ξανά τον καρπό του, βγάζοντας το ρολόι, κουρδίζοντάς το... Μόλις ο άλλος πέρασε, ο άντρας με το γκρίζο αδιάβροχο φόρεσε πάλι το ρολόι στον καρπό του και πήγε να συνεχίσει το ψάξιμο για το αντικείμενο που είχε ρίξει το δαιμόνιό του. Βρισκόταν σε κατάσταση πανικού, δεν μπορούσε με τίποτα να το κρύψει, και το δαιμόνιό του ήταν ολοφάνερα η προσωποποίηση της συγγνώμης. Ήταν έκδηλη η μεγάλη τους ανησυχία.


«Θα μπορούσαμε να πάμε να τους βοηθήσουμε», είπε η Άστα.


Ο Μάλκολμ ήταν σε δίλημμα. Μπορούσε ακόμη να βλέπει τις βουτηχτάρες, και το ήθελε πολύ να συνεχίσει να τις παρακολουθεί, αλλά ο άντρας ήταν ολοφάνερο πως είχε ανάγκη βοήθειας, και ήταν σίγουρος πως τα μάτια της Άστα θα μπορούσαν να βρουν το αντικείμενο, ό,τι κι αν ήταν αυτό. Θα της έπαιρνε μόνο ένα με δύο λεπτά.

 

Αλλά, πριν του δοθεί η ευκαιρία να κάνει οτιδήποτε, ο άντρας έσκυψε και μάζεψε τη γάτα δαιμόνιό του και κατηφόρισε αρκετά γρήγορα το μονοπάτι, σαν να είχε αποφασίσει να πάει να ζητήσει βοήθεια. Αμέσως ο Μάλκολμ έκανε όπισθεν, έβγαλε τη βάρκα από τις καλαμιές και, κωπηλατώντας βιαστικά, κατευθύνθηκε προς το σημείο κάτω από τη βελανιδιά όπου είχε σταθεί ο άντρας. Ένα λεπτό αργότερα πηδούσε έξω κρατώντας το παλαμάρι, και η Άστα, μεταμορφωμένη τώρα σε ποντίκι, όρμησε στο μονοπάτι και χώθηκε κάτω από τον θάμνο. Ακούστηκε θρόισμα φύλλων, ύστερα σιωπή, κι άλλο θρόισμα, κι άλλη σιωπή, ενώ ο Μάλκολμ παρακολουθούσε τον άντρα να φτάνει στη μικρή σιδερένια πεζογέφυρα που έβγαζε στην πλατεία και ν' ανεβαίνει τα σκαλοπάτια. Ύστερα ένα τσίριγμα ενθουσιασμού είπε στον Μάλκολμ πως η Άστα το είχε βρει και, με τη μορφή σκίουρου, γύρισε πίσω τρέχοντας, σκαρφάλωσε στο μπράτσο του και από εκεί στον ώμο του και έριξε κάτι στο χέρι του.


«Πρέπει να είναι αυτό», του είπε. «Πρέπει να είναι».

 

Με την πρώτη ματιά, έμοιαζε με βελανίδι, αλλά ήταν παράξενα βαρύ, και όταν εκείνος το κοίταξε από πιο κοντά, είδε πως είχε σκαλιστεί σ' ένα κομμάτι ξύλο με γραμμώσεις. Σε δυο κομμάτια, για να είμαστε πιο ακριβείς, ένα για τον κάλυκα, του οποίου η επιφάνεια ήταν σκαλισμένη σαν ακριβές αντίγραφο των άγριων αλληλοεπικαλυπτόμενων λεπιών ενός πραγματικού βελανιδιού και λεκιασμένη ελάχιστα από την πρασινάδα, κι ένα για τον καρπό, που αυτό ήταν λουστραρισμένο και κερωμένο μ' ένα εξαιρετικά στιλπνό ανοιχτό καφέ χρώμα. Ήταν όμορφο, και η Άστα είχε δίκιο: έπρεπε να είναι αυτό το πράγμα που είχε χάσει ο άντρας.


«Ας τον προλάβουμε πριν διασχίσει τη γέφυρα», είπε ο Μάλκολμ και έβαλε το ένα του πόδι στη βάρκα, αλλά η Άστα τού είπε: «Περίμενε. Κοίτα».


Είχε μεταμορφωθεί σε κουκουβάγια, πράγμα που έκανε πάντα όταν ήθελε να δει κάτι καθαρά. Το επίπεδο πρόσωπό της κοίταζε το κανάλι και καθώς ο Μάλκολμ ακολούθησε το βλέμμα της είδε τον άντρα να φτάνει ως τα μισά της πεζογέφυρας και να διστάζει, επειδή ένας άλλος άντρας είχε ανέβει κι αυτός στη γέφυρα από την άλλη μεριά, ένας γεροδεμένος άντρας, ντυμένος στα μαύρα, με το δαιμόνιό του, μια ελαφροπάτητη αλεπού, και ο Μάλκολμ και η Άστα μπόρεσαν να δουν πως ο δεύτερος άντρας ετοιμαζόταν να σταματήσει τον άντρα με το αδιάβροχο και πως ο άντρας με το αδιάβροχο έδειχνε φοβισμένος.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO