Η Midgitte Bardot δεν ανεβαίνει στη σκηνή απλώς για να γίνει θέαμα. Ανεβαίνει για να επιστρέψει ένα βλέμμα που πέφτει πάνω της από πολλές πλευρές ταυτόχρονα: πάνω στο dwarf σώμα της, στο non-binary trans βίωμά της, στο drag της και στη δημόσια σεξουαλικότητά της.
Και ίσως γι’ αυτό η περίπτωσή της μοιάζει σήμερα, στην Παγκόσμια Ημέρα Τρανς Ορατότητας, τόσο εύστοχη: επειδή θυμίζει ότι το να σε βλέπουν δεν σημαίνει απαραίτητα ότι σε αναγνωρίζουν με τους δικούς σου όρους.
Στη νέα της παράσταση Shooting From Below, η Tamm Reynolds μετατρέπει αυτή τη διαρκή έκθεση σε σκηνική αντεπίθεση. Οπως λέει και η ίδια, “I’ve been radicalised by the existence I have and the way I’m treated”.
Στη βρετανική queer performance σκηνή, η Midgitte Bardot δεν ξεχωρίζει μόνο επειδή είναι αδύνατον να περάσει απαρατήρητη. Ξεχωρίζει επειδή έχει μετατρέψει αυτή την αδυναμία αορατότητας σε καλλιτεχνική γλώσσα. Η Reynolds, non-binary trans performer με νανισμό, δεν δουλεύει απλώς με την πρόκληση, το camp ή την υπερβολή. Δουλεύει με το ίδιο το κοινωνικό σοκ που προκαλεί η παρουσία της και το επιστρέφει στο κοινό ως performance.
Αυτό είναι που κάνει και το Shooting From Below κάτι πιο σύνθετο από μια ακόμη ακραία drag περσόνα ή μια παράσταση που ποντάρει απλώς στο σκάνδαλο. Το έργο, που παρουσιάζεται στο Southbank Centre του Λονδίνου, μοιάζει περισσότερο με μια ωμή, θεατρική απάντηση σε έναν κόσμο που επιμένει να διαβάζει ορισμένα σώματα ως δημόσια περιουσία. Οχι μόνο για να τα κοιτά, αλλά και για να τα σχολιάζει, να τα γελοιοποιεί, να τα φετιχοποιεί ή να τα μειώνει.
Η ίδια η Reynolds περιγράφει μια καθημερινότητα όπου το βλέμμα των άλλων δεν είναι ποτέ ουδέτερο. Ανθρωποι τη σταματούν, τη βιντεοσκοπούν, τη ρωτούν αν μπορεί να κάνει σεξ, αν μπορεί να κάνει παιδιά, γιατί είναι «τόσο μικρή», αν η οικογένειά της της μοιάζει. Αλλοι την αντιμετωπίζουν σαν αξιοπερίεργο, άλλοι σαν παιδί, άλλοι σαν αντικείμενο μιας περιέργειας που θεωρεί αυτονόητο δικαίωμά της να εισβάλει. Η ίδια το συνοψίζει με μια φράση που αλλάζει αμέσως τη θερμοκρασία του θέματος: “I would love to be able to chat to a random person on the bus. But if I do that, I end up getting followed home”. Το πιο δυνατό στοιχείο εδώ δεν είναι μόνο η αδιακρισία ή η αγένεια. Είναι η αίσθηση ότι πάνω στο ίδιο σώμα συμπιέζονται πολλές διαφορετικές μορφές κοινωνικού ελέγχου ταυτόχρονα.
Γιατί η Midgitte Bardot δεν κουβαλά ένα μόνο στίγμα. Κουβαλά πολλά μαζί. Ο νανισμός της, που εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται μέσα από ένα μείγμα εξευτελιστικής περιέργειας και ιστορικής εκμετάλλευσης. Το non-binary trans βίωμα, που διαταράσσει τα έτοιμα σχήματα με τα οποία ο κόσμος θέλει να ταξινομεί το φύλο. Το drag, που για ένα μεγάλο κομμάτι του κοινού παραμένει πεδίο παρεξήγησης, φόβου ή ηθικού πανικού. Και τέλος, τη δημόσια queer σεξουαλικότητα, που όταν εμφανίζεται σε ένα σώμα σαν το δικό της διαβάζεται συχνά ως πρόκληση που πρέπει να τιμωρηθεί, να γελοιοποιηθεί ή να μπει στη θέση της.
Αυτός ο τετραπλός μηχανισμός είναι που κάνει την περίπτωση της Midgitte Bardot τόσο ισχυρή. Δεν απαντά μόνο στην παρενόχληση. Απαντά σε έναν ολόκληρο κόσμο προβολών, σε έναν πολιτισμικό μηχανισμό που δεν αντέχει εύκολα ένα σώμα να είναι ταυτόχρονα queer, τρανς, μη κανονικοποιήσιμο, σεξουαλικό και αστείο με δικούς του όρους. Κι έτσι το drag της δεν λειτουργεί απλώς ως έκφραση. Λειτουργεί ως ανάκτηση ελέγχου.
Εκεί βρίσκεται και η δύναμη του ονόματος Midgitte Bardot, που ανακτά με βίαιο χιούμορ μια προσβλητική λέξη και τη στρέφει πίσω στο κοινό. Η χειρονομία είναι ξεκάθαρη: “I know what word you’re thinking about when you see me, so I’m going to say it for you”. Σαν να λέει: θα προλάβω εγώ το βλέμμα σου πριν προλάβει να με ορίσει. Και θα το κάνω με στιλ, με camp υπεροχή, σαν να σου κλέβω το όπλο από τα χέρια. Είναι μια τακτική που δεν ζητά αποδοχή. Ζητά ανατροπή του συσχετισμού δύναμης.
Το ίδιο κάνει και η σκηνική της παρουσία. Η Reynolds δεν προσπαθεί να απαλύνει την αμηχανία του κοινού ούτε να καθησυχάσει το βλέμμα των άλλων. Αντίθετα, το σπρώχνει στα άκρα. Παίρνει ό,τι της επιστρέφει η κοινωνία, τη χλεύη, τη σεξουαλική προβολή, τη δυσφορία, τη νοσηρή περιέργεια και το ανεβάζει στη σκηνή σε υπερβολική ένταση. Το χιούμορ της δεν είναι εξωραϊσμός. Είναι μηχανισμός επιβίωσης και ταυτόχρονα επιθετική μορφή αυτοκαθορισμού.
Σε αυτό βοηθά και η ίδια η βιογραφική της διαδρομή. Η Reynolds έχει μιλήσει για μια παιδική ηλικία γεμάτη απορίες που οι άλλοι δεν μπορούσαν να απαντήσουν, για το γράψιμο ως πρώτο χώρο επεξεργασίας του εαυτού, για τη σταδιακή είσοδο στην performance μέσα από τη δημιουργική γραφή και το queer performance circuit. Το drag δεν ήρθε λοιπόν ως απλή μεταμφίεση. Ηρθε ως συνέχεια μιας ήδη βαθιά επεξεργασμένης ανάγκης να βρεθεί μορφή για εμπειρίες που αλλιώς θα παρέμεναν μόνο ως τραύμα ή σύγχυση.
Γι’ αυτό και το Shooting From Below ακούγεται σαν κάτι περισσότερο από νέα παράσταση. Ακούγεται σαν συμπύκνωση μιας ολόκληρης στάσης απέναντι στο κοινό και στον κόσμο. Σαν μια στιγμή όπου η performer δεν ζητά να τη δουν «πέρα από» το σώμα της, αλλά ακριβώς μέσα από αυτό, με όλους τους ιστορικούς, κοινωνικούς και πολιτισμικούς μηχανισμούς που έχουν χαραχτεί πάνω του. Οχι για να εμπνεύσει συμπόνια, αλλά για να καταστήσει αδύνατη την αθωότητα του βλέμματος.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη δύναμη της Midgitte Bardot: στο ότι παίρνει ένα σώμα που ο κόσμος έχει μάθει να διαβάζει ως θέαμα και το μετατρέπει σε σώμα που κοιτά πίσω. Που μιλά πίσω. Που εκθέτει όχι τον εαυτό του, αλλά την κοινωνία που το εκθέτει.