Ο Marcelin και η Francine Dumoulin, γονείς επτά παιδιών, εξαφανίστηκαν στις 15 Αυγούστου του 1942 στις Άλπεις. Είχαν πάει να αρμέξουν τις αγελάδες τους σε ένα λιβάδι πάνω από το χωριό Chandolin, στο ελβετικό καντόνι του Βαλαί και δεν επέστρεψαν ποτέ.

 

Σύμφωνα με το Reuters, 75 χρόνια μετά, οι σοροί των δύο Ελβετών ήρθαν στο φως, εξαιτίας της τήξης ενός παγετώνα.

 

Η αστυνομία του Βαλαί ανακοίνωσε ότι τα πτώματα, που έφεραν ταυτότητες, εντοπίστηκαν την περασμένη εβδομάδα από έναν εργάτη στον παγετώνα Tsanfleuron, κοντά σε ένα τελεφερίκ πάνω από το θέρετρο Les Diablerets, σε υψόμετρο 2.615 μέτρων. Θα διεξαχθεί ωστόσο και εξέταση DNA για να επιβεβαιωθεί η ταυτότητά τους.

 

«Τα πτώματα βρέθηκαν το ένα δίπλα στο άλλο. Πρόκειται για έναν άνδρα και μια γυναίκα που φορούσαν ρούχα από την περίοδο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου», δήλωσε σε τοπική εφημερίδα ο Bernhard Tschannen, διευθυντής της εταιρίας τηλεφερίκ, Glacier 3000. «Είχαν συντηρηθεί σε καλή κατάσταση εξαιτίας του παγετώνα και τα υπάρχοντά τους ήταν άθικτα», συμπλήρωσε.


«Θεωρούμε ότι μπορεί να έπεσαν σε κάποια χαράδρα όπου και παρέμειναν για δεκαετίες. Όταν ο παγετώνας υποχώρησε, αποκαλύφθηκαν οι σοροί τους», πρόσθεσε ο Tschannen.

 

Το χωριό Chandolin, στο ελβετικό καντόνι του Βαλαί. EPA/OLIVIER MAIRE
Το χωριό Chandolin, στο ελβετικό καντόνι του Βαλαί. EPA/OLIVIER MAIRE


Ο 40χρονος τότε Marcelin Dumoulin ήταν υποδηματοποιός, ενώ η 37χρονη Francine ήταν δασκάλα. Είχαν πέντε γιους και δύο κόρες.


«Περάσαμε όλη μας τη ζωή αναζητώντας τους, χωρίς να σταματήσουμε. Πιστεύαμε ότι θα μπορέσουμε να τους κηδέψουμε όπως τους άξιζε κάποια ημέρα», δήλωσε η μικρότερη κόρη τους, Marceline Udry-Dumoulin, η οποία είναι σήμερα 79 ετών. «Μπορώ να πω ότι μετά από 75 χρόνια αναμονής τα νέα αυτά μου δίνουν μια βαθιά αίσθηση ηρεμίας», πρόσθεσε.


 

 
«Ήταν η πρώτη φορά που η μητέρα μου πήγε μαζί του σε μια τέτοια εκδρομή. Ήταν συνέχεια έγκυος και δεν μπορούσε την ανάβαση στις δύσκολες συνθήκες ενός παγετώνα», είπε η ίδια.


«Λίγο καιρό μετά από την εξαφάνισή τους, εμείς τα παιδιά διαχωριστήκαμε και πήγαμε σε διάφορες οικογένειες. Εγώ ήμουν τυχερή και έμεινα με τη θεία μου. Ζούσαμε όλοι στην ίδια περιοχή αλλά αποξενωθήκαμε», σημείωσε.
 
«Δεν θα φορέσω μαύρα στην κηδεία. Πιστεύω ότι το άσπρο θα ταίριαζε περισσότερο. Συμβολίζει την ελπίδα, την οποία ποτέ δεν έχασα», κατέληξε.