Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υπερασπίστηκε σήμερα την κόρη του και σύμβουλο του Λευκού Οίκου, Ιβάνκα Τραμπ, μετά τις επικρίσεις που προκάλεσε κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου η παρουσία της σε μια συζήτηση με άλλους ξένους ηγέτες στη Σύνοδο της G20.

 


Η Ιβάνκα Τραμπ έκατσε για λίγο στην καρέκλα του πατέρα της κατά τη διάρκεια μιας στρογγυλής τράπεζας κεκλεισμένων των θυρών με αντικείμενο την ανάπτυξη στην Αφρική κι ενώ ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας εκφωνούσε εκείνη τη στιγμή την ομιλία του.

 

Η εμφάνιση της προκάλεσε σωρεία αντιδράσεων από χρήστες του Twitter και σχολιάστηκε εκτενώς από τα γερμανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης και άλλα έντυπα.

 

Νωρίς σήμερα, ο Τραμπ υποστήριξε ότι μια τέτοια περίπτωση είναι κάτι το «πολύ σύνηθες», σε ένα tweet που ανήρτησε κι όπου επίσης σημείωσε ότι η καγκελάριος της Γερμανίας Άγγελα Μέρκελ, η οικοδέσποινα της Συνόδου, συμφώνησε με αυτό.

 

 

Εξάλλου στη συνέντευξη τύπου που η επικεφαλής της γερμανικής κυβέρνησης παραχώρησε μετά τη λήξη των εργασιών της G20, δεν έδειξε να την απασχολεί ιδιαίτερα το γεγονός αυτό.

 

«Η Ιβάνκα ανήκει στην αμερικανική αντιπροσωπεία» τόνισε η Μέρκελ, η οποία συνεργάστηκε σε σειρά θεμάτων με την κόρη του Ντόναλντ Τραμπ.

 

Η πρέσβειρα των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, Νίκι Χέιλι, υπερασπίστηκε και αυτή με τη σειρά της την Ιβάνκα σημειώνοντας ότι η κόρη του προέδρου συχνά συμμετέχει στις συναντήσεις που η ίδια έχει με τον Αμερικανό πρόεδρο, ιδίως όσες αφορούν τις γυναίκες και την επιχειρηματικότητα.

 

Αντιθέτως, ο Λόρενς Σάμερς, πρώην αξιωματούχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και οικονομικός σύμβουλος υπό τον πρώην πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα δήλωσε ότι είναι σπάνιο οι επικεφαλής των κρατών και κυβερνήσεων να αποχωρούν εν μέσω των εργασιών σημαντικών Συνόδων κι όταν αυτό γίνεται οι υπουργοί Εξωτερικών ή άλλοι υψηλόβαθμοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι τους αντικαθιστούν.

 

«Δεν υπάρχει προηγούμενο το ενήλικο τέκνο ενός επικεφαλής κυβέρνησης να τον αντικαθιστά» έγραψε χθες στην Washington Post.

 

«Υπάρχει λόγος (για αυτό). Είναι προσβλητικό για τους άλλους (ηγέτες) που παρίσταντο και στέλνει ένα μήνυμα αδυναμίας προς τους άλλους ανώτατους κυβερνητικούς αξιωματούχους».