Την τελευταία της πνοή άφησε σε ηλικία 97 ετών η Σύλβια Αποστολίδου- Ιωαννίδου, ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης

 

Την είδηση του θανάτου της έκανε γνωστή η ΝΔ, που εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία εκφράζει θλίψη για την απώλειά της. 

 

Υπήρξε επικεφαλής της βρετανικής μονάδας δολιοφθορών Force 133 στην Αττική κατά την περίοδο της Κατοχής. Δρώντας με την κωδική ονομασία «Πατ», αναδείχθηκε σε μια από τις σημαντικότερες ηρωίδες της Εθνικής Αντίστασης, με καθοριστική συμμετοχή σε κομβικά γεγονότα της περιόδου, επισημαίνει μεταξύ άλλων η ΝΔ για την εκλιπούσα. 

 

«Από τις γραμμές αρχικά της ΕΡΕ και κατόπιν της Νέας Δημοκρατίας, υπηρέτησε αθόρυβα αλλά δυναμικά και με απόλυτη συνέπεια τις αξίες της ελευθερίας και της προόδου. “Πάντα στον νου σας να έχετε την Ελλάδα”, μας είχε προτρέψει σε ομιλία της το 2018. Την αποχαιρετούμε με τη δέσμευση ότι η παρακαταθήκη της αποτελεί για εμάς οδηγό», αναφέρει ακόμη η ΝΔ, εκφράζοντας συλλυπητήρια στην οικογένεια και τους οικείους της. 

 

Ποια ήταν η Σύλβια Αποστολίδου- Ιωαννίδου

 

Κόρη ευκατάστατης οικογένειας της Αθήνας, αποφοίτησε από το Αρσάκειο. Η τυχαία επίσκεψη αξιωματικού των Βρετανών στο σπίτι της οικογένειάς της, για να ενημερώσει για την τύχη της αδελφής της- που εργαζόταν στη βρετανική πρεσβεία και είχε φυγαδευτεί στην Αίγυπτο- οδήγησε στη σύνδεσή της με τη Force 133, τη βρετανική μονάδα δολιοφθορών, με την κωδική ονομασία «Πατ», είχε αφηγηθεί η ίδια στην εφημερίδα «Καθημερινή». 

 

Το διαμέρισμα όπου διέμενε στην οδό Ακαδημίας- όπου ήταν το οδοντιατρείο του πατριού της- έγινε καταφύγιο Βρετανών. Με την πάροδο του χρόνου έγινε επικεφαλής της Force 133 στην Αττική, αναλαμβάνοντας μεταξύ άλλων την παραλαβή όπλων και πυρομαχικών που έρχονταν από το βουνό και τη διανομή τους στις οργανώσεις. Επίσης, έλαβε και η ίδια έναν βαθμό επιχειρησιακής εκπαίδευσης και έμαθε τη χρήση ωρολογιακών μηχανισμών για βόμβες. 

 

Συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον Νεοζηλανδό μηχανικό Τομ Μπαρνς, αρχιτέκτονα της ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοποτάμου. «Είχαμε πολύ στενή συνεργασία αλλά μη φανταστείς κάτι άλλο», είχε πει στην «Καθημερινή». «“Είμαι αρραβωνιασμένος”, μου είχε πει. “Κι εγώ”, απάντησα. Ήμουν ήδη με τον Παύλο», είχε δηλώσει αναφερόμενη στον μέλλοντα σύζυγό της Παύλο Ιωαννίδη, αντιστασιακό, πιλότο της RAF και μετέπειτα στενό συνεργάτη του Αριστοτέλη Ωνάση. 

 

Οι κατοχικές δυνάμεις αντιλήφθηκαν την ύπαρξη μιας νεαρής κατασκόπου με το όνομα «Πατ», χωρίς να ξέρουν την ταυτότητά της. Ενημερωμένη από τον Άγγελο Έβερτ επιχείρησε να διαφύγει για το Κάιρο, αλλά το πρωί εκείνης της ημέρας οι Γερμανοί εισέβαλαν στο διαμέρισμά της. Συνελήφθη, ανακρίθηκε και την έστειλαν στις ανδρικές φυλακές Αβέρωφ, χωρίς να ομολογήσει. Καταδικάστηκε σε θάνατο και στις 8 Σεπτεμβρίου 1944 βρέθηκε στο ίδιο καμιόνι με την Λέλα Καραγιάννη. 

 

«Ήμαστε στο Δαφνί και περιμέναμε το χάραμα. Ήμουν η πρώτη που φώναξαν έξω. Μου είπε: “Ψηλά το κεφάλι. Είσαι Ελληνίδα. Μην αφήσεις τα γουρούνια να σε δουν να φοβάσαι”», είχε πει στην «Καθημερινή». Την τελευταία στιγμή της έσωσε τη ζωή ένα τηλεφώνημα. Αργότερα έμαθε ότι ήταν επειδή θύμιζε έντονα στον Αυστριακό ανακριτή της την κόρη του.

 

Μετά την απελευθέρωση, κυνηγημένη από τον ΕΛΑΣ διέφυγε με βρετανικό αεροπλάνο στο Κάιρο, όπου έμεινε για δέκα μήνες. Της προτάθηκε από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες να αναλάβει πόστο στην Άπω Ανατολή, αλλά δεν δέχθηκε. Το 1956, μετά τον απαγχονισμό των Καραολή και Δημητρίου στην Κύπρο, επέστρεψε, μαζί με τον σύζυγό της, το παράσημο ανδρείας που της είχε απονείμει ο Βρετανός βασιλιάς. Δραστηριοποιήθηκε με διάφορους τρόπους στην ΕΡΕ και στη Νέα Δημοκρατία, μακριά από τις θέσεις εξουσίας.