Έναν χρόνο μετά την επίσημη ανακήρυξη της πανδημίας, ο πλανήτης συνεχίζει να αντιμετωπίζει ένα πρωτοφανές κύμα ανθρώπινων απωλειών σε καιρό ειρήνης: 2,7 εκατομμύρια θύματα σε έναν χρόνο, χωρίς να συνυπολογίζονται όσα δεν καταγράφονται στις επίσημες στατιστικές, είναι, αν μη τι άλλο, πολλά. Επώδυνα πολλά.

 

Στη χώρα μας ξεπεράστηκε ήδη το ορόσημο των 7.200 νεκρών και, δυστυχώς, το μακάβριο κοντέρ συνεχίζει να γράφει. Σε λιγότερους από δώδεκα μήνες χάθηκε ο πληθυσμός μιας κωμόπολης. Πίσω, όμως, από τα απρόσωπα στατιστικά και τις καμπύλες που απεικονίζουν την αθροιστική πορεία των θανάτων από τη νόσο Covd-19 κρύβονται άνθρωποι.

 

«Άνθρωποι που έφυγαν μόνοι τους, σε μια μονάδα εντατικής θεραπείας, στον θάλαμο μιας κλινικής ή σε ένα γηροκομείο, χωρίς να έχουν στο πλευρό τους κάποιον δικό τους άνθρωπο» λέει στη LiFO η Δανάη Παπαδάτου, καθηγήτρια Κλινικής Ψυχολογίας στο ΕΚΠΑ.

 

«Ήταν ασφαλώς δύσκολο γι’ αυτούς, αλλά ακόμα πιο δύσκολο γι’ αυτούς που έμειναν πίσω, βιώνοντας την απώλεια. Για κάθε άνθρωπο που πεθαίνει υπάρχουν τουλάχιστον δέκα που πενθούν την απώλειά του υπό τόσο ιδιαίτερες συνθήκες».

 

Η πίεση προς τα γραφεία τελετών από τους συγγενείς, προκειμένου να τους αφήσουν να αποχαιρετήσουν όπως θα ήθελαν τους οικείους τους, δεν είναι εξίσου έντονη όπως στο ξέσπασμα της επιδημίας, καθώς τότε επικρατούσε άγνοια και έλλειψη ενημέρωσης. Ο κόσμος έχει εξοικειωθεί με τη νόσο και καταλαβαίνει καλά ότι πρέπει να προστατευτούν και οι ίδιοι.

 

Ο προπαρασκευαστικός θρήνος

Η Αλεξάνδρα έφτασε εσπευσμένα στην Ελλάδα από το Παρίσι, όπου ζει μόνιμα, μόλις έμαθε ότι και οι δύο γονείς της νοσούσαν από Covid-19. «Δεν μου το είχαν πει αρχικά, για να μη με ανησυχήσουν, όταν όμως ο πατέρας μου διακομίστηκε στη Θεσσαλονίκη για να νοσηλευτεί, δεν μπορούσαν πια να μου το κρύψουν».

 

Την επόμενη μέρα, στην ίδια κλινική εισήχθη και η μητέρα της. «Δεν πρόλαβα να τους δω, γιατί δεν επιτρεπόταν το επισκεπτήριο» λέει. Νοίκιασε μέσω Airbnb ένα διαμέρισμα κοντά στο νοσοκομείο και, όπως μου είπε, απλώς περίμενε. Μια ατελείωτη, επώδυνη αναμονή, με ελάχιστα νέα από το νοσοκομείο.

 

Όπως εξομολογείται στη LiFO, από τη στιγμή που μπήκε ο πατέρας της στην εντατική, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. «Φοβόμουν ότι θα μου τηλεφωνούσαν από το νοσοκομείο για να μου ανακοινώσουν το μοιραίο κι έτσι έμενα ξάγρυπνη» λέει. «Εν τω μεταξύ, επιδεινώθηκε και η κατάσταση της μητέρας μου και έπρεπε να νοσηλευτεί κι εκείνη σε ΜΕΘ. Έκλαιγα διαρκώς. Θρηνούσα ήδη για τον θάνατό τους, προτού καν φύγουν».

 

Ο Φραγκίσκος Γονιδάκης, αναπληρωτής καθηγητής Ψυχιατρικής στο ΕΚΠΑ, σημειώνει ότι το φαινόμενο αυτό έχει βάσιμη εξήγηση. «Ο προπαρασκευαστικός θρήνος είναι ο τρόπος που επιλέγει το μυαλό μας για να μας προετοιμάσει για το ενδεχόμενο του θανάτου ενός οικείου προσώπου, συνήθως γονέα ή συντρόφου» λέει στη LiFO. «Πολλοί άνθρωποι βιώνουν το άγχος του θανάτου οικείων προσώπων χωρίς καν να έχουν έρθει σε επαφή με τον ιό. Γίνεται, βέβαια, πιο έντονο εφόσον κολλήσουν, και κυρίως αφού νοσηλευτούν».

 

Αντίστοιχη, και σαφώς πιο δυσάρεστη, είναι η εμπειρία για πολλούς ασθενείς. Όπως λέει στη LiFO ο κ. Γονιδάκης, «άλλοι νοσηλευόμενοι, υπό τον φόβο του θανάτου, μπαίνουν σε κατάσταση μάχης, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες των γιατρών, θεωρώντας τους συμμάχους στη μάχη τους με τον κορωνοϊό. Βέβαια, ορισμένοι απ’ αυτούς που μπαίνουν σε αυτή την κατάσταση γίνονται πολλοί απαιτητικοί, φωνάζουν, διαμαρτύρονται, απειλούν. Υπάρχουν όμως και αυτοί που μπαίνουν σε κατάσταση φυγής, που βιώνουν σιωπηλοί και αποσυρμένοι τη νόσο, πενθώντας οι ίδιοι για τον ενδεχόμενο θάνατό τους. Όλες αυτές οι καταστάσεις εντείνονται από το αίσθημα της απομόνωσης».

 

νεκροί κορωνοϊός
Όλοι παίρνουν μέτρα ασφάλειας κατά τη φροντίδα του νεκρού, καθώς όλα τα νεκρά σώματα είναι δυνητικά μολυσματικά. Φωτ.: Getty Images/Ideal Image

 

Από τη θλίψη στον θυμό…

Κάποια στιγμή η Αλεξάνδρα κατέρρευσε. «Ήταν λες και έπεσα σε λήθαργο» λέει χαμηλόφωνα. «Κοιμόμουν επί δεκατρείς, δεκατέσσερις ώρες. Και τελικά συνέβη αυτό που φοβόμουν. Ο πατέρας μου πέθανε και δεν με έβρισκαν να μου το πουν». Τρεις ημέρες αργότερα, πέθανε και η μητέρα της.

 

Απευθύνω στην Αλεξάνδρα την κλισέ δημοσιογραφική ερώτηση για το κυρίαρχο συναίσθημα εκείνες τις ώρες. Η απάντησή της είναι δηλωτική της πρωτόγνωρης συνθήκης που όλοι βιώνουμε. «Δεν υπήρχε μόνο ένα συναίσθημα. Τις πρώτες ώρες κυριαρχούσε η θλίψη. Από την άλλη, ένιωθα και ανακούφιση που δεν ταλαιπωρήθηκαν άλλο λόγω της φρικτής διασωλήνωσης και της απομόνωσης. Κι αυτό μου δημιουργούσε ενοχές. Ταυτόχρονα, όμως, ένιωθα και θυμό για όλους εκείνους που αναφέρονται απαξιωτικά στους ηλικιωμένους και τους ευπαθείς, λες και η ζωή τους δεν είναι ισάξια των συνανθρώπων τους. Ναι, οι γονείς μου ήταν μεγάλης ηλικίας. Ναι, υπέφεραν από άλλα νοσήματα πριν κολλήσουν κορωνοϊό, όπως οι περισσότεροι συνομήλικοί τους. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είχαν χρόνια μπροστά τους. Όσο κι αν νόμιζα ότι είχα πια προετοιμαστεί για την προοπτική του θανάτου τους, το σοκ δεν έπαυε να είναι ισχυρό».

 

… Και από τον θυμό στις τύψεις

«Και τώρα;» τη ρωτάω. «Ποιο είναι το κυρίαρχο συναίσθημα, τρεις και πλέον μήνες μετά τις απώλειες;» «Τύψεις» απαντάει η Αλεξάνδρα, χωρίς να το σκεφτεί πολύ. «Τύψεις γιατί δεν πρόλαβα να τους αποχαιρετήσω». Ο Φραγκίσκος Γονιδάκης επισημαίνει ότι το αίσθημα των τύψεων απαντά πολύ συχνά τους τελευταίους μήνες στους συγγενείς θυμάτων του Covid-19, οι οποίοι ζητούν ψυχολογική υποστήριξη. «Το γεγονός και μόνο ότι ο ιός μεταδίδεται από την επαφή, και συνήθως κολλάμε τους ανθρώπους με τους οποίους ζούμε κοντά, ερμηνεύει το φαινόμενο» μας λέει.

 

Ακόμη και η κηδεία των γονιών της, όπως μου εξηγεί η Αλεξάνδρα, δεν έγινε με τρόπο που τους άξιζε. «Λες και είναι ανεπιθύμητοι, ακόμη και μετά θάνατον». Λιγοστοί συγγενείς, που στέκονταν σε απόσταση ο ένας από τον άλλο. Ούτε αγκαλιές ούτε αγγίγματα.

 

«Αρκετοί συγγενείς θυμάτων του Covid-19 νιώθουν τύψεις, γεγονός που περιπλέκει τη φυσιολογική διαδικασία του θρήνου» μας λέει η καθηγήτρια Δανάη Παπαδάτου. «Και νιώθουν τύψεις, είτε γιατί δεν τους αποχαιρέτησαν όπως θα ήθελαν είτε γιατί δεν τους απέδωσαν τις πρέπουσες τιμές». Λόγω των περιοριστικών μέτρων, οι τελετές είναι πολύ σύντομες και απλουστευμένες, ενώ επιτρέπεται η παρουσία έως εννέα ατόμων – εκτός του θρησκευτικού λειτουργού και όσων επιμελούνται της ταφής. Το ίδιο ισχύει για όλες τις ιεροπραξίες και ταφικές εκδηλώσεις.

 

«Αυτό που επίσης στενοχωρεί τους οικείους του νεκρού είναι ότι δεν μπορούν να του προσφέρουν ό,τι θα ήθελαν κατά τη διάρκεια της τελετής» λέει στη LiFO ο Αθανάσιος Κωστόπουλος, Πρόεδρος Σωματείου Ιδιοκτητών Γραφείων Τελετών Αθηνών, καθώς, σύμφωνα με τις οδηγίες του ΕΟΔΥ, έχει απαγορευτεί ο ασπασμός ή ακόμη και το άγγιγμα του νεκρού σώματος. Το γεγονός ότι δεν μπορούν καν να δουν τους δικούς τους ανθρώπους πριν από την ταφή –καθώς και το φέρετρο πρέπει να μένει κλειστό– φορτίζει πολλαπλά συγγενείς και στενούς φίλους.

 

Όπως επισημαίνει η κ. Παπαδάτου, τελετές όπως οι κηδείες και τα μνημόσυνα επιτρέπουν την έκφραση συναισθημάτων, ακόμη κι αν δεν χρειάζεται να πει κανείς το παραμικρό. Οι τελετές διαχρονικά συμβάλλουν στη νοηματοδότηση της απώλειας».

 

Η πίεση προς τα γραφεία τελετών από τους συγγενείς, προκειμένου να τους αφήσουν να αποχαιρετήσουν όπως θα ήθελαν τους οικείους τους, δεν είναι εξίσου έντονη όπως στο ξέσπασμα της επιδημίας, καθώς τότε επικρατούσε άγνοια και έλλειψη ενημέρωσης. Όπως μας λέει ο κ. Κωστόπουλος, ο κόσμος έχει εξοικειωθεί με τη νόσο και καταλαβαίνει καλά ότι πρέπει να προστατευτούν και οι ίδιοι. «Ειδικά όσοι χάνουν τους δικούς τους από Covid είναι ακόμη πιο προσεκτικοί από τους άλλους, καθώς γνωρίζουν την επικινδυνότητα της νόσου» επισημαίνει.

 

κηδεία
Φωτ.: Eurokinissi

 

Απομόνωση και μετά θάνατον

Οι γονείς της Αλεξάνδρας, όπως και αρκετοί συνάνθρωποί μας, τάφηκαν σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους, εκτός του νεκροταφείου, υπό τον εν πολλοίς ατεκμηρίωτο φόβο της μετά θάνατον μετάδοσης του ιού. «Ήταν απομονωμένοι στο νοσοκομείο. Απομονωμένοι και μετά θάνατον» μου λέει συγκινημένη. «Τους είχαν σε άλλους θαλάμους, τους κράτησαν σε άλλα ψυγεία, τους έθαψαν σε άλλο νεκροταφείο». Μάλιστα, όπως ειπώθηκε σε μέλη της οικογένειας, η εκταφή δεν θα γίνει εντός τριετίας, όπως προβλέπεται, αλλά μετά από τουλάχιστον δέκα χρόνια, παρότι δεν υπάρχει αντίστοιχη οδηγία του ΕΟΔΥ ή άλλης Αρχής στη χώρα μας.

 

Σε ορισμένα νεκροταφεία –ενδεικτικά στη Θεσσαλονίκη, στην Καλαμάτα κ.α.– έχει προβλεφθεί πλέον ειδική «ζώνη» για την ταφή των θυμάτων του κορωνοϊού. Στην Αθήνα, όπως μας εξηγεί ο κ. Κωστόπουλος, αυτό δεν είναι εφικτό λόγω της έλλειψης χώρου, η οποία ήταν έντονη και προ πανδημίας. Μοναδική, προς το παρόν, εξαίρεση αποτελεί το νεκροταφείο της Βούλας, όπου δημιουργήθηκε ειδικός χώρος για την ταφή των θυμάτων της Covid-19.

 

Όπως επισημαίνει ο κ. Κωστόπουλος, η δημιουργία ειδικής ζώνης ούτως ή άλλως δεν προβλέπεται βάσει νόμου, συνεπώς η ταφή μπορεί να γίνει κανονικά σε τάφο τριετούς χρήσης. «Αν, τώρα, κάποια κοιμητήρια έχουν την πολυτέλεια χώρου, μπορούν να το πράξουν, αλλά ουδείς τους υποχρεώνει». Προς το παρόν, πάντως, στην Αττική δεν υπάρχει πρόβλημα λόγω αυξημένων θανάτων, πλην ορισμένων κοιμητηρίων, που ήδη αντιμετώπιζαν ζήτημα χωρητικότητας.

 

Όσον αφορά τις αλλαγές στη διαχείριση, ο κ. Κωστόπουλος μας λέει ότι όλοι οι συνάδελφοί του λαμβάνουν, ούτως ή άλλως, μέτρα ασφάλειας κατά τη φροντίδα του νεκρού, καθώς όλα τα νεκρά σώματα είναι δυνητικά μολυσματικά. Απλώς, με τα θύματα της Covid-19 οφείλουν να είναι πολύ πιο προσεκτικοί και να λαμβάνουν αυστηρά μέτρα, ώστε να μην επιμολυνθούν και οι ίδιοι. Το ίδιο ισχύει και στα νοσοκομεία ή σε άλλες δομές, όπως οι οίκοι ευγηρίας, όπου το πρωτόκολλο διαχείρισης των νεκρών σωμάτων είναι πολύ αυστηρό. Συνίσταται, μάλιστα, ειδικός εξοπλισμός (γάντια, αδιάβροχη ρόμπα με μακριά μανίκια, ασπίδα προσώπου, μάσκα υψηλής προστασίας κ.ά.) κατά την εκτέλεση διαδικασιών που μπορεί να οδηγήσουν στην εκτίναξη βιολογικών υγρών ή την παραγωγή αερολύματος.

 

Απολύμανση φέρετρο
Φωτ.: Getty Images/Ideal Image

 

Το στίγμα του θανάτου

Τον φόβο για το στίγμα που συνοδεύει τη νόσο, ειδικά στις μικρές, κλειστές κοινωνίες επισημαίνει και ο κ. Γονιδάκης, που είναι υπεύθυνος του προγράμματος «Απομόνωση χωρίς μοναξιά» (μέσω της δωρεάν τηλεφωνικής γραμμής 10306), συμπληρώνοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις το στίγμα συνοδεύεται από την αίσθηση της ενοχής. Όπως σημειώνει ο κ. Γονιδάκης, «ορισμένοι από τους ασθενείς που αναρρώνουν βιώνουν την ενοχή του επιβιώσαντα, κάτι που βλέπαμε σε βετεράνους πολέμου». Η ενοχή είναι εντονότερη σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής μετάδοσης, ειδικά αν χάσει τη ζωή του κάποιο νεότερο μέλος.

 

Όπως διαπιστώσαμε από το ρεπορτάζ, σε αρκετές περιπτώσεις, κυρίως κατά το πρώτο επιδημικό κύμα στη χώρα μας, πολλοί έκρυβαν το γεγονός ότι νόσησαν, ενώ απέδιδαν τους θανάτους των οικείων τους σε άλλες αιτίες. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, το ταμπού της αρρώστιας οδήγησε σε ευρεία διάδοση του ιού.

 

Το πρόσφατο παράδειγμα της Μαλεσίνας στη Φθιώτιδα είναι ενδεικτικό. Η διάδοση συνεχιζόταν «σιωπηλά» επί εβδομάδες, καθώς κάτοικοι της περιοχής που νοσούσαν το απέκρυπταν, υπό τον φόβο του στιγματισμού, και κυκλοφορούσαν κανονικά. Μέσα σε λίγες ημέρες η μικρή κοινότητα θρηνεί έξι νεκρούς, ενώ τουλάχιστον διπλάσιος αριθμός κατοίκων νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση. Όπως μας λέει κάτοικος της περιοχής, η αίσθηση του θανάτου πλανάται πάνω από την πόλη. «Και να μην υπήρχαν τα μέτρα που μας το επιβάλλουν, κανείς δεν θα έβγαινε από το σπίτι» λέει.

 

Κάτι αντίστοιχο συνέβη τον περασμένο Δεκέμβριο στη Μεγάλη Παναγία Χαλκιδικής, όταν μέσα σε λίγες ημέρες πέθαναν δεκαέξι άνθρωποι από επιπλοκές της νόσου Covid-19. Όπως λέει στη LiFO ο πρόεδρος της κοινότητας Κωνσταντίνος Πασχάλης, οι περισσότεροι ήταν μεγάλης ηλικίας και υπέφεραν από υποκείμενα νοσήματα. Μεταξύ των θυμάτων, όμως, συγκαταλέγεται και μια 47χρονη μητέρα τριών παιδιών αλλά και συμπολίτες της κάτω των 65. «Επικρατούσε πρωτοφανής φόβος και όλοι έμεναν κλεισμένοι στα σπίτια» μας λέει ο κ. Πασχάλης.

 

Αντίστοιχες καταστάσεις βίωσαν οι κάτοικοι της Σκύδρας στην Πέλλα. Ο Ιγνάτιος Καραπαναγιώτης, διευθυντής του διοικητικού-οικονομικού του δήμου, μίλησε στη LiFO για το συλλογικό σοκ που βίωσαν οι κάτοικοι της περιοχής, και ειδικά του Μάνδαλου, όπου μέσα σε λίγες ημέρες πέθαναν από επιπλοκές της νόσου έξι άνθρωποι, και μάλιστα σχετικά νέας ηλικίας. Το άγχος της νόσησης και του ενδεχόμενου θανάτου ήταν εντονότατο σε όλο το χωριό, καθώς οι δυνατότητες του τοπικού νοσοκομείου είναι περιορισμένες.

 

τάφοι Θεσσαλονίκη
Aεροφωτογραφία των νέων τάφων που ανοίχτηκαν στη Θεσσαλονίκη για τα θύματα της πανδημίας. Φωτ.: Athanasios Gioumpasis/Getty Images/Ideal Image

 

«Βοηθάει να μοιράζεσαι τον πόνο της απώλειας»

«Ενώ ο θάνατος γίνεται ορατός, καθώς βλέπουμε καθημερινά εικόνες από τις ΜΕΘ και συζητάμε διαρκώς για στατιστικά απωλειών, το πένθος είναι πολύ πιο αθέατο, σαφώς πιο σιωπηλό και ιδιωτικό. Γι’ αυτό και ο πόνος είναι πολύ πιο αβάσταχτος. Πολλοί συνάνθρωποί μας που βιώσαν την απώλεια αισθάνονται ότι δεν είναι εκεί κανείς να τους ακούσει, να τους συμπαρασταθεί, να τους πάρει αγκαλιά».

 

Η Δανάη Παπαδάτου, πρόεδρος του Δ.Σ. της «Μέριμνας», της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας που αναλαμβάνει «τη φροντίδα παιδιών και οικογενειών στην αρρώστια και τον θάνατο», λέει στη LiFO ότι η ανάγκη των συγγενών των θυμάτων να μιλήσουν για όλο αυτό που συμβαίνει είναι πολύ έντονη το τελευταίο διάστημα. «Προσπαθούμε να δημιουργήσουμε ομάδες, έστω και διαδικτυακές, προκειμένου οι άνθρωποι να βγουν από αυτή την απομόνωση και να διαπιστώσουν ότι υπάρχουν κι άλλοι που βιώνουν αντίστοιχες αγωνίες και προβληματισμούς. Βοηθάει να μοιράζεσαι τον πόνο της απώλειας».

 

Ακόμη πιο δυσχερής είναι η συνθήκη για τις οικογένειες που έχουν παιδιά. Για τους ανήλικους, όπως μας εξηγεί η κ. Παπαδάτου, είναι σαφώς πιο δύσκολο να συνειδητοποιήσουν ότι έφυγε ο γονιός τους, ο παππούς ή η γιαγιά. Αρκετοί ανήλικοι αναπτύσσουν αισθήματα ντροπής ή ενοχής για τη νόσο. Γι’ αυτό και μέσω του δικτύου της “Μέριμνας” ενθαρρύνουν τους γονείς να δημιουργήσουν οικογενειακά τελετουργικά, ώστε να γίνει πιο κατανοητό και πιστευτό όλο αυτό. Πάντως, όπως σημειώνει η κ. Παπαδάτου, «το πένθος κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι ένα πρόβλημα δημόσιας υγείας και ο κίνδυνος είναι να ιατρικοποιηθεί και να στραφεί ο κόσμος προς την αλόγιστη χρήση φαρμάκων».

 

«Αν δεν ακινητοποιηθούμε από την επαφή με την οδύνη του θανάτου, ενδέχεται να αφυπνιστούμε» συνεχίζει η κ. Παπαδάτου. «Μπορεί η εμπειρία αυτή να μας επιτρέψει να σκεφτούμε τι είναι αυτό που πραγματικά δίνει νόημα στη ζωή μας, να επαναπροσδιορίσουμε τον προσανατολισμό και να αξιολογήσουμε ποιες από τις σχέσεις μας είναι σημαντικές και ποιες δευτερεύουσες». Ίσως αυτή η αλλόκοτη συνθήκη μάς επιτρέψει να απαντήσουμε στο προαιώνιο ερώτημα του ανθρώπου: «Γιατί είμαι εδώ;».

 

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr