Μαρτυρίες αιτούντων άσυλο, που κάνουν λόγο για παράνομες επαναπροωθήσεις από την Ελλάδα στην Τουρκία, φιλοξενεί η Deutsche Welle σε εκτενές δημοσίευμα.

 

Η DW αναφέρει ότι έκανε από κοινού έρευνα με την ολλανδική εφημερίδα Trouw, το Lighthouse Reports και το Bellingcat, και εντόπισαν νεαρούς που δηλώνουν ότι ήταν στην Ελλάδα και επαναπροωθήθηκαν βίαια. «Οι ιστορίες τους αποκρυσταλλώνουν ένα κοινό μοτίβο. Είναι όλοι άνδρες, κάτω των 30 ετών και μόνοι τους. Οι περισσότεροι προέρχονται από το Αφγανιστάν ενώ μερικοί από το Πακιστάν. Συνελήφθησαν είτε στο στρατόπεδο στα Διαβατά ή στη γύρω περιοχή», αναφέρει το δημοσίευμα.

 

«Η DW και οι συνεργάτες της συνάντησαν και πήραν συνέντευξη από πολλούς μάρτυρες στην Ελλάδα και την Τουρκία, συνέλεξαν ελληνικά αστυνομικά έγγραφα και δημιούργησαν μια αλληλουχία αποδεικτικών στοιχείων από το στρατόπεδο προσφύγων στα Διαβατά μέχρι τους δρόμους της Κωνσταντινούπολης. Εξετάζοντας υλικό, όπως αναρτήσεις στα social media με φωτογραφίες σε χαρακτηριστικά σημεία της Ελλάδας, τα οποία εντοπίσαμε, μπορέσαμε να επαληθεύσουμε βασικά στοιχεία των μαρτυριών. Συναντήσαμε συνολικά έξι θύματα επαναπροώθησης στην Κωνσταντινούπολη και εντοπίσαμε άλλα τέσσερα που μπόρεσαν να αποδείξουν ότι πριν ήταν στην Ελλάδα», συνεχίζει το δημοσίευμα.

 

Οι μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν επιβεβαιώνουν τις αναφορές οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συνεργάζονται με το Border Violence Monitoring Network, μια ανεξάρτητη βάση δεδομένων, αναφέρει η DW. «Δείχνουν ότι πραγματοποιήθηκαν τουλάχιστον πέντε αστυνομικές επιδρομές στο camp Διαβατών μεταξύ 31 Μαρτίου και 5 Μαΐου, με αποτέλεσμα την παράνομη επαναπροώθηση δεκάδων μεταναστών. Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, η αστυνομία φαίνεται να στοχεύει νέους, μόνους άνδρες από το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Βόρεια Αφρική», συνεχίζει.

 

Σε δηλώσεις του στη DW ο Βασίλης Παπαδόπουλος, πρόεδρος του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες, έκανε λόγο για ένα σαφές μοτίβο. «Έρχονται βαν της αστυνομίας και κάνουν έναν συνοπτικό έλεγχο, ρωτούν αν κάποιος έχει ή δεν έχει χαρτιά, κινούμενοι στα σημεία του camp που γνωρίζουν ότι μένουν άνθρωποι που δεν έχουν καταγραφεί, άνθρωποι δηλαδή που δεν έχουν υποβάλει αίτηση ασύλου, και εφόσον κάποιος δεν έχει χαρτιά τον προσάγουν και του λένε ότι θα τον πάνε στην αστυνομική διεύθυνση, είτε για να δουν τα χαρτιά, είτε για να του δώσουν χαρτιά και αντ' αυτού καταγγέλλεται ότι τον προωθούν στην Τουρκία», ανέφερε.

 

«Το σημαντικό και πρωτοφανές σε αυτούς τους ισχυρισμούς, εφόσον αποδειχτούν έγκυροι, είναι ότι μιλάμε για επαναπροωθήσεις από το εσωτερικό της χώρας και μάλιστα από ένα camp, χωρίς να ακολουθείται επίσημη διαδικασία απέλασης», συμπλήρωσε ο κ. Παπαδόπουλος.

 

Κουμουτσάκος: Ψευδείς και αβάσιμες κατηγορίες

 

Σε ερώτηση για αυτές τις αναφορές για παράνομες επιστροφές, ο αναπληρωτής υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Γιώργος Κουμουτσάκος, δήλωσε στην DW: «Οι κατηγορίες για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις αρχές είναι κατασκευασμένες, ψευδείς και αβάσιμες».

 

Ακόμη, ο κ. Κουμουτσάκος αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι έχουν γίνει τέτοιες επιχειρήσεις. «Η Ελλάδα συμμορφώνεται και θα συνεχίσει να το πράττει, με τις υποχρεώσεις της βάσει του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένων όλων των σχετικών συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα στα οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος, έχοντας επίσης υπόψη τις υποχρεώσεις που έχει υπό το νομικό ευρωπαϊκό πλαίσιο για τα σύνορα, τη μετανάστευση και το άσυλο, όπως κατοχυρώνονται στις Συνθήκες της ΕΕ».

 

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος, ο οποίος ήταν μέχρι πρόσφατα πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δήλωσε ότι η νέα ένταση με την οποία σημειώνονται τα περιστατικά και ο αριθμός των μαρτύρων εγείρουν το ερώτημα σε ποιο βαθμό η ελληνική κυβέρνηση εγκρίνει τις επαναπροωθήσεις και πόσα από αυτά είναι γνωστά στην ΕΕ. «Προφανώς, αυτές οι πρακτικές παραβιάζουν το Ελληνικό Σύνταγμα και το εθιμικό διεθνές δίκαιο, ωστόσο φαίνεται ότι είναι ανεκτές από την ΕΕ, δεδομένου ότι εξυπηρετούν το σκοπό της αποτροπής περαιτέρω διέλευσης ανθρώπων από το Αιγαίο ή τον ποταμό Έβρο», ανέφερε.

 

Ο Γιούργκεν Μπαστ, καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Giessen στη Γερμανία, δήλωσε ότι η στρατηγική των επαναπροωθήσεων έρχεται σε αντίθεση με όσα ορίζει ο ευρωπαϊκός νόμος. Η νόμιμη διαδικασία σε ένα αίτημα ασύλου περιλαμβάνει το δικαίωμα του ατόμου να μείνει στην Ελλάδα μέχρι να ληφθεί η απόφαση, σημείωσε.

 

Η απέλαση, όπως περιγράφεται από τους αιτούντες άσυλο, παραβιάζει όλους τους κανόνες της επίσημης οδηγίας για την επιστροφή, επεσήμανε ο Μπαστ. «Ξεκινά με τη λεγόμενη απόφαση επιστροφής, που σημαίνει ότι πρέπει να ενημερωθούν γραπτώς ότι πρέπει να εγκαταλείψουν τη χώρα εντός μια συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, ενώ στη συνέχεια τίθενται ερωτήματα σχετικά με το εάν η χώρα προορισμού είναι ασφαλής όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φυσικά η χώρα προορισμού πρέπει να ενημερωθεί και έχει το δικαίωμα να αρνηθεί τους απορριφθέντες που ζήτησαν άσυλο από τρίτες χώρες», σημείωσε ο καθηγητής.

 

Οι μαρτυρίες

 

Κανένας από τους νεαρούς άνδρες που συνάντησε η DW δεν είπε ότι είχε ειδοποιηθεί εκ των προτέρων ότι θα έπρεπε να φύγει από την Ελλάδα.

 

Ο 22χρονος Μπαχτιάρ από το Αφγανιστάν είπε ότι διέσχισε τον Έβρο πριν από δύο μήνες και συνέχισε μέχρι το καμπ προσφύγων στα Διαβατά. Έβγαλε χαρτιά από την ελληνική αστυνομία και περίμενε να ανοίξουν οι υπηρεσίες που είχαν κλείσει λόγω κορωνοϊού, για να κάνει αίτηση ασύλου, σύμφωνα με την DW.

 

«Έλα μαζί μας και θα σου δώσουμε καινούρια χαρτιά», του είπε αστυνομικός στα τέλη Απριλίου, σύμφωνα με τη μαρτυρία του. Τον έβαλαν σε ένα λευκό βαν και τον πήγαν σε αστυνομικό τμήμα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Αντί να του δώσουν νέα έγγραφα, του πήραν ό,τι είχε μαζί του. Αργότερα τον μετέφεραν σε άλλο αστυνομικό τμήμα που- σύμφωνα με τη μαρτυρία του- αστυνομικοί τον χαστούκισαν και τον κλώτσησαν. Μέσα σε λίγες ώρες βρισκόταν μέσα σε ένα φορτηγό που σκεπαζόταν με ένα σεντόνι για να εμποδίζει τον οποιονδήποτε να δει ποιος ήταν μέσα.

 

Όταν έφτασε στον Έβρο, είδε και άλλους αιτούντες άσυλο παραταγμένους στον ποταμό, είπε. Οι νεαροί άνδρες έμπαιναν στις βάρκες, δέκα-δέκα. Ο Μπαχτιάρ είπε ότι ο βαρκάρης μίλησε στα ελληνικά μ' αυτούς που ο ίδιος θεώρησε Έλληνες αστυνομικούς και μετά με τους αιτούντες άσυλο στη μητρική τους γλώσσα, τα νταρί. Η DW δεν μπόρεσε να εξακριβώσει ότι επρόκειτο όντως για Έλληνες αστυνομικούς.

 

Ο 24χρονος Ρασίντ, από το Αφγανιστάν, είπε ότι στις αρχές του χρόνου πέρασε από την Τουρκία στην Ελλάδα, από τον Έβρο. Έμεινε για περίπου δύο μήνες σε σκηνή δίπλα στο καμπ προσφύγων στα Διαβατά. Στα τέλη Μαρτίου, γυρίζοντας από την προσευχή της Παρασκευής, τον σταμάτησε η αστυνομία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, εμφανίστηκε ένα άσπρο βαν και οπλισμένοι άνδρες χωρίς στολές και του είπαν να μπει μέσα. Τον μετέφεραν σε αστυνομικό τμήμα. Η DW δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει τη σύνδεση μεταξύ αυτών των αντρών και της αστυνομίας.

 

Τα ελληνικά του έγγραφα, που αρχικά ίσχυαν για ένα μήνα, είχαν λήξει, αλλά δεν ήταν δυνατή η ανανέωσή τους εν μέσω της πανδημίας. Στο τμήμα, η αστυνομία κατάσχεσε όλα τα υπάρχοντά του, αναφέρει ο ίδιος. Μετά από ώρες σε ένα βαν, αναγκάστηκε να μπει σε μια μικρή βάρκα και να διασχίσει τον ποταμό πίσω στην Τουρκία.

 

Ο Τζούμα, από τη Συρία, έφτασε στη Σάμο. Είπε στη DW ότι ένα κορίτσι από την ομάδα προσφύγων, που μιλούσε λίγα αγγλικά, ζήτησε από έναν ντόπιο να ειδοποιήσει την αστυνομία για την άφιξή τους. Περίμεναν να τους μεταφέρουν στο καμπ προσφύγων. Η αστυνομία τους συνέλαβε και πήρε τα κινητά τους, σύμφωνα με τη μαρτυρία του.

 

Οδηγήθηκαν σε ένα λιμάνι όπου μεταφέρθηκαν από το ένα σκάφος στο άλλο και από εκεί σε μια πορτοκαλί και μαύρη σωσίβια σχεδία χωρίς κινητήρα ή κουπιά. Ο Τζούμα ανέφερε ότι ρυμουλκήθηκαν προς τα τουρκικά νερά. Η σχεδία αφέθηκε στην ανοιχτή θάλασσα με τα κύματα να την ωθούν προς την Ελλάδα και ένα ελληνικό σκάφος να την ωθεί προς την Τουρκία. Το χειρότερο, λέει, ήταν ότι το ελληνικό σκάφος έκανε ελιγμούς γύρω τους προσπαθώντας να τους σπρώξει στα τουρκικά νερά, την ώρα που η τουρκική ακτοφυλακή απλώς παρατηρούσε.

 

«Η ελληνική ακτοφυλακή θα υποχωρούσε, ώστε οι Τούρκοι συνάδελφοι τους να έρθουν και να μας πάρουν, αλλά δεν το έκαναν. Αυτό συνεχίστηκε όλη τη νύχτα», είπε. Τελικά οι πρόσφυγες διασώθηκαν το μεσημέρι της επόμενης ημέρας, από τους Τούρκους.