«Κολοσσιαία αποτυχία» χαρακτηρίζει το ελληνικό πρόγραμμα ο Guardian σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύει σήμερα. 

 

Σύμφωνα με τον αρθρογράφο Λάρι Έλλιοτ μπορεί η Ελλάδα -επιτέλους- να αποχωρεί από τα μνημόνια, ωστόσο αυτό που πλασάρεται ως ελληνικό success story δε θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. 

 

«Η Ελλάδα υπήρξε μια κολοσσιαία αποτυχία. Είναι μια ιστορία ανικανότητας, δογματισμού, αχρείαστων καθυστερήσεων καθώς και μια περίπτωση που τα συμφέροντα των τραπεζών τέθηκαν σε προτεραιότητα σε σχέση με τις ανάγκες των ανθρώπων. Και θα υπάρχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες. Όταν η Ελλάδα έλαβε το πρώτο πρόγραμμα βοήθειας το σχέδιο ήταν να μπορεί να επανέλθει στις αγορές σε δύο χρόνια. Όμως χρειάστηκαν άλλα δύο μνημόνια και άλλα έξι χρόνια μέχρι να συμβεί αυτό» λέει ο αρθρογράφος. 

 

Το αρχικό σχέδιο διάσωσης περιλάμβανε χρηματοδοτική βοήθεια ύψους 110 δισ. ευρώ σε αντάλλαγμα της συρρίκνωσης του ελλείμματος κατά 7,5% το 2010 μόνο στο πλαίσιο ενός δρακόντειου προγράμματος δημοσιονομικών περιορισμών. Αυτό δεν ήταν ποτέ εφικτό αλλά βασίστηκε στη θεωρία ότι η δέσμευση για συρρίκνωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και για μείωση των επιπέδων δημόσιου χρέους θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη των χρηματοπιστωτικών αγορών.

 

Οι επενδυτές θα απαιτούσαν χαμηλότερη πριμοδότηση για την κατοχή κρατικού χρέους και αυτό θα οδηγούσε σε χαμηλότερα μακροπρόθεσμα επιτόκια. Η ελληνική κυβέρνηση ξεκίνησε ένα πρόγραμμα περικοπών των δημοσίων επενδύσεων, που είχε το αντίθετο αποτέλεσμα από το προσδοκώμενο. Η μείωση των μισθών του δημόσιου τομέα και η μείωση της αξίας των παροχών είχαν ως αποτέλεσμα χαμηλότερες καταναλωτικές δαπάνες και περαιτέρω υποβαθμισμένες ιδιωτικές επενδύσεις.

 

«Στην Ελλάδα, αυτή η προσέγγιση οδήγησε σε μια σπειροειδή πτώση καθώς χάθηκαν θέσεις εργασίας και μειώθηκαν τα φορολογικά έσοδα. Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε παρά μειώθηκε, οδηγώντας σε πιέσεις για ακόμη μεγαλύτερες περικοπές.»

 

Επίσης ο αρθρογράφος τονίζει πως η αποτυχία της Ελλάδας, αλλά και άλλων παρόμοιων προγραμμάτων που εφαρμόστηκαν σε άλλες χώρες θα έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες:

 

«Πρώτον είναι το κοινωνικό κόστος μιας δεκαετίας αποτυχημένης λιτότητας. Οι βιβλιοθήκες που έκλεισαν, οι κοινωνικές δομές που κατέρρευσαν, η αύξηση δημιουργίας τραπεζών τροφίμων. 

 

Δεύτερον είναι το κόστος της ευκαιρίας που χάθηκε. Όλες οι υποδομές που κατασκεύαζαν οι κυβερνήσεις βασίζονταν στην πρόσβαση σε φτηνό χρήμα λόγων των χαμηλών επιτοκίων. Το να μειώνεις τις υποδομές για να εξοικονομήσεις χρήματα έχει συνέπειες. 

 

Τρίτον, η παγκόσμια οικονομία δεν έχει ανακάμψει σε καμιά περίπτωση. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για την πιο αργή και αδύνατη ανάκαμψη από κάθε ύφεση, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. 

 

Και βέβαια το παλιό κοινωνικό συμβόλαιο ανάμεσα στους ηγέτες και τους λαούς έχει διαρραγεί σε σχεδόν απόλυτο βαθμό. Παλιότερα οι ψηφοφόροι πίστευαν πως αν δουλέψουν σκληρά θα έχουν έναν αξιοπρεπή μισθό και το κράτος θα τους φροντίσει σε δύσκολες στιγμές. Το ότι αυτό πλέον δεν ισχύει έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με αυτό που συνέβη στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια» καταλήγει ο αρθρογράφος. 

 

 .