Ο Ντέρεκ Μίλλερ ήταν συγγραφέας, μουσικός και φωτογράφος. Ξεκίνησε τη δική του ιστοσελίδα το 1997 κι έγινε πρωτοπόρος blogger στο Βανκούβερ. Διαγνώστηκε με καρκίνο το 2007 κι άρχισε από τότε να καταγράφει την περιπέτεια του στο blog του, κερδίζοντας χιλιάδες πιστούς αναγνώστες. Πέθανε στις 3 Μαΐου του 2011, στο σπίτι του, ανάμεσα στην οικογένεια του που τον συντρόφευε μέχρι το τέλος. Πριν πεθάνει, έγραψε το τελευταίο του ποστ και ζήτησε από τη γυναίκα του να το δημοσιεύσει στο blog του penmachine.com. Το οποίο και “κράσαρε” μόλις ανέβηκε το συγκεκριμένο μήνυμα, από τους χιλιάδες που μπήκαν να  διαβάσουν τις τελευταίες του λέξεις. Μεταφέρω το συγκινητικό ποστ από το blog του Ντέρεκ.

Το τελευταίο ποστ

Αυτό είναι. Είμαι νεκρός, κι αυτό είναι το ύστατο ποστ στο μπλογκ μου. Ζήτησα προκαταβολικά από την οικογένεια και τους φίλους μου, μόλις ο καρκίνος γονατίσει οριστικά το σώμα μου, να δημοσιεύσουν το μήνυμά αυτό – το οποίο αποτελεί και το πρώτο στάδιο της διαδικασίας μετατροπής του ενεργού αυτού μπλογκ σε αρχείο.

Αν με ξέρατε έστω και λίγο εν ζωή, θα έχετε προφανώς μάθει τα νέα από άλλες πηγές, αλλά όπως κι αν το μάθατε, θεωρείστε το παρόν ποστ ως επιβεβαίωση: Γεννήθηκα στις 30 Ιουνίου 1969 στο Βανκούβερ του Καναδά, και πέθανα στο Μπάρναμπι στις 3 Μαϊου 2011, σε ηλικία 41 ετών, από επιπλοκές σε μεταστατικό καρκίνο παχέως εντέρου, στάδιο 4. Όλοι περιμέναμε το μοιραίο.

Όταν λέω όλοι, εννοώ την οικογένεια και τους φίλους μου, καθώς και τους γονείς μου Χίλκα και Γιούργκεν Καρλ. Οι κόρες μου Λώρεν, 11 ετών, και Μαρίνα, 13ών, γνώριζαν όσα καταφέραμε να τους πούμε από την πρώτη στιγμή που έμαθα ότι έχω καρκίνο. Είχε πλέον γίνει μέρος και της δικής τους ζωής.

Έρντρι

Συμπαραστάτης μου φυσικά ήταν και η γυναίκα μου η Έρντρι. Είμαστε και οι δύο γέννημα-θρέμα της ευρύτερης περιοχής του Βανκούβερ, αποφοιτήσαμε σε διαφορετικά λύκεια το 1986 και σπουδάσαμε Βιολογία στο πανεπιστήμιο UBC, όπου και γνωριστήκαμε το ’88. Εκείνο το καλοκαίρι είχα πιάσει δουλειά σε ένα πάρκο και μια μέρα, ενώ κάναμε κανώ με την ‘Ερντρι, αναποδογύρισα το κανώ και αναγκαστήκαμε να το βγάλουμε στη στεριά σπρώχνοντας.

Είχαμε και μερικά κοινά μαθήματα στο πανεπιστήμιο, αλλά κάποια στιγμή χαθήκαμε. Λίγα χρόνια μετά, το 1994, δούλευα ακόμα στο πανεπιστήμιο. Η Έρντρι βρήκε κάπου το όνομα μου, με ανακάλυψε δηλαδή, και μου έγραψε γράμμα – ναι, γράμμα χειρόγραφο σε χαρτί! Εκείνη την περίοδο προσπαθούσα να ασχοληθώ σοβαρά με τη μουσική, προμηνυόταν οπότε χαός στη ζωή μου, της απάντησα πάντως, επίσης γραπτώς. Ήταν Μάρτιος του ’94 και μέχρι τον Αύγουστο του ’95 είχαμε ήδη παντρευτεί. Δεν το μετάνιωσα ποτέ, έστω και για λίγο, γιατί ήμασταν πάντα πολύ καλά μαζί, στα εύκολα, στα δύσκολα, στα μικρά και τα μεγάλα.

Κι όμως, δεν πίστευα ποτέ ότι η κοινή πορεία μας θα είναι τόσο σύντομη: 23 χρόνια πέρασαν από την πρώτη μας γνωριμία (στο πάρκο Kanaka Creek Regional, είμαι απολύτως βέβαιος) και μέχρι το θάνατό μου. Δεν ήταν αρκετά. Ούτε στο τόσο αρκετά.

Τι ήταν το τέλος

Δεν πήγα σε ένα καλύτερο μέρος, ή σε χειρότερο. Δεν πήγα πουθενά, γιατί ο Ντέρεκ δεν υπάρχει πια. Μόλις με εγκατέλειψε το σώμα μου και οι νευρώνες του εγκεφάλου μου σταμάτησαν να μάχονται υπέρ μου, άρχισα να μεταμορφώνομαι από ζωντανό οργανισμό σε πτώμα, όπως συμβαίνει σε ένα λουλούδι ή ένα ποντικάκι που δεν καταφέρνουν να βγάλουν την  παγωμένη νύχτα. Τα πειστήρια δεν άφηναν περιθώρια για παρερμηνείες, ο θάνατος σήμανε οριστικά το τέλος μου.

Δεν φοβήθηκα το θάνατο – τη στιγμή του θανάτου μου – ούτε το τι ακολούθησε, το οποίο ήταν και είναι ούτως ή άλλως ένα απόλυτο τίποτα. Αλλά από την αρχή της περιπέτειας μου με τρόμαζε η διαδικασία του θανάτου μου, η συνεχής εξασθένιση, η κόπωση, ο πόνος και η αίσθηση οτι χάνεις σιγά σιγά τον εαυτό σου καθώς πλησιάζει το τέλος. Ήμουν και τυχερός, καθώς οι νοητικές μου ικανότητες δεν είχαν επιβαρυνθεί τους μήνες και τα χρόνια πριν το τέλος, και δεν υπήρχε κανένας ίχνος καρκίνου στον εγκέφαλό μου – από όσο μπορώ εγώ και οι γιατροί μου να ξέρουμε.

Όταν μικρός μάθαινα αφαίρεση, είχα υπολογίσει πόσο χρονων θα ήμουν τη σημαδιακή χρονιά του 2000. Η απάντηση ήταν 31, το οποίο μου ‘χε φανεί αρκετά μεγάλο (ηλικιακά). Έτσι κι έγινε, στα 31 μου έιχα προλάβει να παντρευτώ και να κάνω και δυο κόρες, ενώ δούλευα ως τεχνικός συντάκτης και ειδικός διαδικτύου σε μια εταιρία ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Είχα όμως αρκετά ακόμα που σκόπευα να κάνω. Ήθελα να ξεκινήσω το μπλογκ αυτό, το οποίο πρόσφατα έκλεισε τα 10 του χρόνια. Ήθελα ακόμα να επιστρέψω στα ντραμς και τη μπάντα μου, αλλά και να κάνω δικές μου εκπομπές στο ίντερνετ – βέβαια τότε ήταν πολύ νωρίς για podcasts, για iPod, για Facebook και Twitter. Πολλά από αυτά που σήμερα θεωρούμε δεδομένα, τότε φυσικά δεν υπήρχαν. Το ανθρώπινο γονίδιο δεν είχε εξερευνηθεί επαρκώς.

Οι δίδυμοι πύργοι του WTC έστεκαν ακόμα περήφανοι στη Νέα Υόρκη. Ο Ζαν Κρετιέν ήταν ακόμα πρωθυπουργός του Καναδά, ο Κλίντον προεδρος της Αμερικής, ο Μπλαίρ πρωθυπουργος του Η.Β. – ενώ ο Σαντάμ, ο Μουμπάρακ, ο Κιμ Γιόνγκ ΙΙ, ο Μπεν Αλί και ο Καντάφι κρατούσαν ακόμα τα ηνία στις χώρες τους.

Πολλά από αυτά που τώρα θεωρούνται δεδομένα στην οικογένεια μου, το 2000 ήταν ακόμα σχέδια επί χάρτου ή αποφευκτέα. Η ξαδέρφη μου δεν είχε κάνει ακόμα μωρό, η άλλη μου ξαδέρφη ήταν στα πρώτα στάδια γνωριμίας με τον μετέπειτα σύζυγο της, η κολλητή φίλη της μάνας μου, η Σόνια, ήταν ακόμα στη ζωή, το ίδιο και η γιαγιά μου, που τότε πατούσε τα ‘ ’90. Ούτε εγώ, αλλά ούτε και η γυναίκα μου είχε χρειαστεί να μπούμε ποτέ στο νοσοκομείο για κάτι σοβαρό – όχι ακόμα τουλάχιστον. Και τα παιδιά μας ήταν και τα δυο ακόμα με πάνες, δεν είχαν προλάβει να ζήσουν τη ζωή τους, να βγάλουν φωτογραφίες, να γράψουν ιστορίες, να κάνουν ποδήλατο, να ανέβουν σε άλογο ή να ποστάρουν κάτι στο Facebook. Δεν είχαμε ούτε σκύλο ακόμα.

Και δεν είχα ούτε καρκίνο τότε. Δεν είχα καν την παραμικρή ιδέα ότι μπορεί  να έχω καρκίνο, ούτε ότι μπορεί να «αποκτήσω» στα 10 χρόνια που θα ακολουθούσαν, ούτε φυσικά ότι θα μπορούσε να μου στοιχίσει τη ζωή.

Τι θα έχανα

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Γιατί κατάλαβα ότι, οποιαδήποτε στιγμή, μπορώ να κλαίω και να οδύρομαι για όσα δεν θα κάνω, όσα δεν θα γνωρίσω ποτέ, αλλά δεν πρόκειται να μετανιώσω τίποτα από αυτά που με έφεραν στο σημείο που βρίσκομα. Θα μπορούσα να έχω πεθάνει το 2000 (στα «γεράματα» των 31 μου χρονων) και να είμαι ευχαριστημένος με τη ζωή που έζησα, με την καταπληκτική μου γυναικα, με τα αξιαγάπητα παιδιά μου, με την ενδιαφέρουσα δουλειά μου και τις ασχολίες μου που με γέμιζαν χαρά και ικανοποίηση. Αλλά θα έχανα μια σειρά από σημαντικά πράγματα.

Και τώρα, πολλά θα συμβούν «ερήμην μου». Όταν έγραφα αυτό το ποστ, δεν ήξερα το παραμικρό για το τι θα μπορούσαν όλοι αυτοί να απογίνουν. Πως θα είναι ο κόσμος το 2021, ή ακόμα παραπέρα, το 2060, τότε που, αν ζούσα, θα ήμουν 91 χρονων, όσο και η γιαγιά μου; Τι καινούριο θα μας έχει αποκαλυφθεί μέχρι τότε; Πως θα έχουν αλλάξει οι χώρες και οι λαοί τους; Πως θα επικοινωνούμε και πως θα μεταφερόμαστε; Ποιον θα θαυμάζουμε ως τότε και ποιον θα μισούμε;

Τι θα απογίνει η γυναίκα μου η Ερ; Οι κόρες μου Μαρίνα και Λόλο; Τι θα έχουν σπουδάσει, πως θα περνούν το χρόνο τους και πως θα βγάζουν το ψωμί τους; Θα αποκτήσουν δικά τους παιδιά; Εγγόνια; Θα υπάρχουν πτυχές της ζωής τους, τις οποίες τώρα θα αδυνατούσα να κατανοήσω;

Τι να γνωρίζετε, τώρα που είμαι νεκρός

Δεν υπάρχουν απαντήσεις σήμερα. Όσο ήμουν ακόμα στη ζωή και έγραφα αυτό το ποστ, με λύπη διαπίστωνα ότι θα έχανα τόσα πράγματα – δεν λυπόμουν βέβαια γιατί δεν θα ήμουν σε θέση να ζήσω και να χάρω όλα αυτά που θα συνέβαιναν, αλλά γιατί η Ερ, η Μαρίνα και η Λώρεν δεν θα με έχουν στο πλάι τους, να τους συμπαραστέκομαι σε ότι κι αν κάνουν.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τι του επιφυλάσει η ζωή. Μπορούμε να κάνουμε σχεδια, να κάνουμε αυτό που μας ευχαριστεί, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι τα σχέδια μας θα ευοδωθούν. Κάποια ίσως να βγουν όπως τα θέλουμε, αλλά τα περισσότερα μάλλον όχι. Εφευρέσεις και ιδεές θα κάνουν την εμφάνιση τους, γεγονότα θα συμβούν, τα οποία δεν θα μπορούσαμε ποτέ να προβλέψουμε. Δεν είναι κάτι το κακό, ούτε καλό, είναι απλά η πραγματικότητα.

Ελπίζω και εύχομαι αυτό να κρατήσουν οι κόρες μου και η πολυαγαπημένη μου Ερ από την όλη περιπέτεια της αρρώστιας και του θανάτου μου. Όχι ότι μπορεί να πεθάνουν ανά πάσα στιγμή, αλλά το να μη σταματήσουν να κυνηγούν την ευτυχία τους, να κάνουν αυτό που τους εξάπτει τη φαντασία και την περιέργεια, όσο το δυνατόν περισσότερο γίνεται – έτσι ώστε να είναι έτοιμοι για οποία ευκαιρία εμφανιστεί στο δρόμο τους, αλλά και να μην απογοητεύονται όταν τα πράγματα δεν βαίνουν αισίως, όπως αναπόφευκτα συμβαίνει.

Ήμουν τυχερός. Ποτέ μου δεν πείνασα. Ποτέ μου δεν φοβήθηκα ότι θα μπούνε ξένοι κατακτητές στη χώρα μου, νύχτα, με όπλα, έτοιμοι να σκοτώσουν ή να πληγώσουν την οικογενεια μου. Ποτέ μου δε χρειαστηκε να φύγω για να σωθώ (κάτι που δεν θα μπορούσα να κάνω τώρα πια). Δυστυχώς, αυτη είναι η καθημερινότητα για πολλούς ανθρώπους σήμερα.

Ένα θαυμάσιο μέρος

Ο κόσμος, και μάλιστα ολόκληρο το σύμπαν, είναι ένα καταπληκτικό, πανέμορφο, θαυμάσιο μέρος. Κρύβει μέσα του τόσα πολλά που μπορείς να ανακαλύψεις. Δεν κοιτάω πίσω, ούτε μετανιώνω για τίποτα, κι ελπίζω και η οικογένεια μου να βρει τον τρόπο να κάνει το ίδιο.

Αυτό που παραμένει αλήθεια, είναι ότι τους αγαπώ. Λώρεν και Μαρίνα, όσο θα μεγαλώνετε και όταν με τα χρόνια γίνετε μεγάλες και τρανές, να ξέρετε ότι σας αγάπησα και έκανα ότι καλύτερο μπορούσα για να είμαι καλός πατέρας.

Έρντρι, ήσουν η καλύτερη μου φίλη και ο πιο κοντινός μου άνθρωπος. Δεν ξέρω τι θα γινόμασταν αν δεν είχαμε ο ένας τον άλλο, αλλά ο κόσμος θα ήταν σίγουρα πιο φτωχός. Σε αγάπησα πολύ, σε αγάπησα, σε αγάπησα, σε αγάπησα.


 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr