Από τη μέρα που ανακοινώθηκε το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών, αυτή ήταν η καυτή παράσταση του καλοκαιριού. Την μέρα που ξεκίνησε η προπώληση, πολύς κόσμος στήθηκε μπροστά στους υπολογιστές 12.01 για να εξασφαλίσει εισιτήριο για την τελική παράσταση της σύμπραξης του The bridge Project. Ο εναλλακτικός σταρ Κέβιν Σπέησι θα πρωταγωνιστούσε στο Ριχάρδο τον Γ’. Του ταίριαζε γάντι ο ρόλος. Ποιός άλλος αν όχι αυτός θα μπορούσε να παίξει το ρόλο του δύσμορφου Ριχάρδου που κερδίζει το δρόμο προς το θρόνο σκοτώνοντας ό,τι έμπαινε ή είχε πιθανότητα να μπει στο δρόμο του προς την εξουσία; Ήμουν κι εγώ ένας από αυτούς που στήθηκε στην ουρά για εισιτήριο και δεν το μετάνοιωσα παρά τα διάφορα ειρωνικά σχόλια από πολλούς φίλους πως αυτό δεν είναι τέχνη, αυτό είναι πλέον ένα κοσμικό event που θα μαζέψει δεκάδες αγράμματους κλπ. Κάθε ευκαιρία για επίσκεψη στο ομορφότερο αρχαίο θέατρο του κόσμου δεν πρέπει να χάνεται.

Πήραμε τον πίσω δρόμο για να φτάσουμε στο Αργολικό Θέατρο και ανταμειφθήκαμε με άδειους δρόμους και ένα καταπράσινο τοπίο που το έλουζε ο τελευταίος ήλιος του απογεύματος. Μέχρι να φτάσουμε στο χώρο στάθμευσης, κάθε σκέψη από την Αθήνα είχε μείνει πίσω μας.

 

Το θέατρο δεν φαίνεται από τον δρόμο, ούτε από τον χώρο στάθμευσης. Ανεβαίνεις τα πέτρινα μονοπάτια, διασχίζεις  το  πευκόδασος και κάποια στιγμή, αναδύεται μπροστά σου αυτό το θαύμα. Απλό, μεγαλειώδες, όμορφο. Για πάνω από 2.500 καλοκαίρια, οι άνθρωποι ανηφορίζουν αυτά τα μονοπάτια και κάθονται σε αυτές τις πέτρινες κερκίδες για να παρακολουθήσουν θεατρικές παραστάσεις. Σκέφτομαι πως εδώ, γεννήθηκε το θέατρο. Μέρος ιερό, τιμή για όποιον ηθοποιό έχει την ευκαιρία να βρεθεί στη σκηνή του. Κι αν λένε πως η Επίδαυρος καταπίνει τις παραστάσεις που δεν της αξίζουν, την ίδια στιγμή τους χαρίζει προκαταβολικά ένα θετικό σπρώξιμο με την μυσταγωγία του τόπου που εισπράττουν οι θεατές ανεβαίνοντας, διασχίζοντας αυτό το τοπίο. Τώρα, το τί γίνεται όταν σβήνουν τα φώτα, αυτό είναι μια άλλη υπόθεση.

 

Ο Σέξπιρ ταιριάζει στην Επίδαυρο. Δεν είναι λίγοι αυτοί που λένε πως ο Άγγλος ποιητής είναι ο μόνος που στέκει αντάξια δίπλα στος μεγάλους έλληνες τραγικούς. Δεν είμαι ειδικός, αλλά συμφωνώ. Τα έργα του έχουν ακριβώς την ίδια αύρα με τα αρχαία κείμενα. Διαβάζω στο πρόγραμμα της παράστασης πως την ίδια χρονιά έγραψε τον Άμλετ και τη Δωδέκατη νύχτα. Μπορείς να το φανταστείς; Δύο από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα του παγκόσμιου θεάτρου γράφτηκαν σε λιγότερο από έξι μήνες το καθένα.

Ο Ριχάρδος ο Γ’ είναι ένα από τα πιο σκοτεινά του έργα. Ο αδελφός του βασιλιά, ένας σακάτης, παραμορφωμένος εκ γενετής, πλέκει για χρόνια τον ιστό της εκδίκησης απέναντι στην κοινωνία. Μια διαδρομή γραμμένη με αίμα που θα τον οδηγήσει, αν ακολουθήσει το σχέδιο του κατά γράμμα, στον Αγγλικό θρόνο. Αδίστακτος και κενός από κάθε συναίσθημα πλην την καθαρής κακίας, ο Ριχάρδος σκοτώνει ό,τι τον απειλεί και καταφέρνει να γίνει Βασιλιάς της Αγγλίας. Δεν σταματά πουθενά, δεν έχει οίκτο για κανέναν και για τίποτα. Ακόμα και την ίδια του τη μάνα την περιφρονεί. Μέσα από τα ίδια του τα λόγια δηλώνει τη μοίρα του στον κόσμο. Και βεβαίως, μέσα από αυτά που δεν λέγονται ο Ριχάρδος δηλώνει πως ο σκοπός του δεν είναι η εξουσία ως όπλο για το μέλλον αλλά ως λάφυρο για τη χαμένη του ζωή. Ένα λάφυρο που όταν το αποκτά, όλα γύρω του αρχίζουν να καταρρέουν, ακόμα και η πέτρινη συνείδησή του. Την αδυναμία του τη διαισθάνονται όλοι, οι οποίοι δολοπλοκούν για την καταστροφή του. Τα φαντάσματα των ανθρώπων που δολοφόνησε έρχονται στον ύπνο του για να τον καταδιώξουν. Η ίδια του η μάνα τον καταριέται να πεθάνει βουτηγμένος στο αίμα. Τρομαγμένος από τη συντριβή και κουρασμένος από τα οράματα, ο Ριχάρδος πεθαίνει στη μάχη.

 

Για τις ανάγκες της παράστασης του Μέντες στήθηκε στο Αρχαίο Θέατρο ένα σκηνικό εντελώς ακατάλληλο. Ο θεατής βλέπει μια ακαθόριστη αίθουσα ενός παλατιού με πολλές πόρτες. Ανάλογα με τη σκηνή, η ίδια αίθουσα, με ελάχιστα σκηνικά στοιχεία, παίρνει την ανάλογη μορφή. Αυτό που διαχωρίζει τις σκηνές είναι μια οθόνη που αναγράφει τα κεφάλαια με μεγάλα ψηφιακά γράμματα. Πίσω από το σκηνικό μαύροι τοίχοι περίκλειστοι, για τις ανάγκες των παρασκηνίων. Ένας γκρίζος ογκόλιθος κομπλέ με σιδεριές για το φωτισμό, κατέστρεφε την ομορφιά του χώρου. Αντικρίζοντας όλο αυτό θυμήθηκα το αριστουργηματικό σκηνικό της  Χλόης Ομπολένσκι για την Αντιγόνη του Βογιατζή -ένα ποίημα που έμοιαζε με φυσική προέκταση του Επιδαύριου Χώρου. Αυθόρμητα σκέφτηκα πως είναι λάθος να έρχονται στην Επίδαυρο παραστάσεις που ανεβαίνουν για κλειστά θέατρα. Η πρόκληση του να ανεβάσεις κάτι αρμονικό με το συγκεκριμένο χώρο δεν πρέπει να υποτιμάται.

 

Ο Ριχάρδος δεν ήταν τόσο σκοτεινός όσο τον περίμενα. Ο σκηνοθέτης έχτισε τον ήρωα  σαν τον Τζόκερ από τα κόμικς του Batman. Φαντάζομαι πως ήθελε να πει πως όσοι είναι πέραν του κακού και του καλού χάνουν και κάθε βάθος στον τρόπο που προσλαμβάνουν τα γεγονότα: «Άλλος ένας φόνος! Σιγά το θέμα, τη δουλειά μου να κάνω... Ας πουλήσω λίγο έρωτα στη γυναίκα της οποίας τον άντρα μόλις σκότωσα. Εύκολο, είναι τόσο χαζή που εύκολα θα πέσει...»κ.ο.κ. Δεν διαφωνώ στον τρόπο προσέγγισης, απλώς, πλήν του Σπέησι οι υπόλοιποι ηθοποιοί ήταν κατώτεροι του εγχειρήματος. Ειδικά οι γυναίκες των οποίων το ψευτοτραγικό τους παίξιμο έκανε τα λόγια του Σέξπιρ ακατανόητα και έφερνε γέλιο εκεί που δεν έπρεπε. Με χειρότερη όλων την ηθοποιό που υποδύθηκε τη μητέρα του Ριχάρδου. Η οποία εκτός από το κάκιστο παίξιμο εμφανίστηκε στη σκηνή με καρέ ξανθό μαλλί κομμωτηρίου, και ντραπέ τουαλέτα, έναν πολύ ατυχή ενδυματολογικό συνδυασμό για μια γυναίκα της οποίας μόλις έχουν δολοφονηθεί τα δυό της παιδιά και πρόκειται να σφαχτούν και τα δυό της εγγόνια από τα χέρια του ίδιου της του γιού. Οι σκηνές χώλαιναν και από όπου έλειπε ο Σπέησι χανόταν όλο το νεύρο της παράστασης. Η δε μουσική επένδυση κάτι ακαθόριστο, ήχοι από τύμπανα που χάριζαν αυτονόητη ένταση εκεί που υπήρχε ήδη από τη δομή του έργου. Στους τοίχουν προβάλλονταν βιντεάκια από σκηνές πολέμου, καπνούς κλπ, τετριμένη επίσης και αχρείαστη χρήση ενός μέσου που ακόμα και στις καλές του στιγμές η Επίδαυρος το καταπίνει. Αφελής σκηνοθεσία, μέτριο παίξιμο, εικαστικά στοιχεία που φλυαρούν, έκαναν το θεατή να μην βλέπει το μεγαλειώδες σχόλιο του Σέξπιρ πάνω ανθρώπινη μοίρα αλλά να εστιάζει το βλέμα του πάνω στην απλή εξέλιξη της πλοκής του έργου. Με τελειωτικό χτύπημα το φινάλε όπου ο νεκρός βασιλιάς κρεμιέται σαν το σφαχτάρι ανάποδα από ένα τσιγκέλι.

Ό,τι και να λέτε πως αποθεώθηκε ο Σπέησι να θυμίσω εδώ, πως η Μνουσκίν και ένας θίασος από αγνώστους υπηρέτες του Θεάτρου του Ήλιου κλήθηκε στη σκηνή εννιά φορές, ενώ στη χθεσινή παράσταση το κοινό κάλεσε τον Σπέησι μόνο δύο και έτρεξε να φύγει βιαστικά. Αυτό είναι και στην τελική το βαρόμετρο ακόμα κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε. Φεύγοντας πάντως ο κόσμος έλεγε καλά λόγια ειδικά για τη στιγμή του φινάλε. Οπότε μπορεί και να είμαι λάθος. Σήμερα πάντως θυμάμαι περισσότερο τον έναστρο ουρανό που κοίταγα κάθε φορά που έσβηναν τα φώτα για να αλλάξει η σκηνή, παρά οτιδήποτε από το έργο.

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr