Τα καλά βραβεία έρχονται αβίαστα όταν οι υποψηφιότητες είναι οι σωστές, δεδομένης πάντα της σοδειάς. Και φέτος, οι ταινίες που διεκδίκησαν τα βραβεία της Ακαδημίας ήταν οι καλύτερες που είχε να επιδείξει η χώρα.

Αν και η Χώρα Προέλευσης είχε τις περισσότερες υποψηφιότητες (12) και το Άτεμπεργκ έλαβε τη διεθνή αναγνώριση, και τελικά απέσπασε το βραβείο-πρόταση της Ακαδημίας για την υποβολή της Ελλάδας στα επερχόμενα Όσκαρ, ο Μαχαιροβγάλτης του Γιάννη Οικονομίδη έφυγε θριαμβευτής στη δεύτερη απονομή με 7 συνολικά βραβεία, ανάμεσα στ οποία της καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και σεναρίου. Με αυτόν τον τρόπο, αναγνωρίστηκε η ελληνική ψυχή των ταινιών του, και η προσπάθεια του να ερευνήσει κι να εντοπίσει με μετωπική σύγκρουση το DNA του νεοέλληνα, τη μιζέρια, τα κόμπλεξ, τον βαθύτατο επαρχιωτισμό και το αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγηθεί προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά

Τα βραβεία ερμηνείας ήταν δίκαια, και οι νικητές άξιοι. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερη επιλογή στους δεύτερους ρόλους από τον Δημήτρη Ήμελλο στο Απ’ τα Κόκαλα Βγαλμένα και την Ιωάννα Τσιριγκούλη στη Χώρα Προέλευσης του Σύλλα Τζουμέρκα, ο οποίος ανακηρύχτηκε καλύτερος πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης. Ο Αργύρης Ξάφης νίκησε στον πρώτο ανδρικό ρόλο για την ταινία του Γκορίτσα, σε μια κατηγορία όπου προτιμούσα την πληρότητα του Χρήστου Χατζηπαναγιώτη και το θάρρος του Θάνου Σαμαρά. Όσο γι την Αριάν Λαμπέντ, χάρηκα ιδιαίτερα που και η Ακαδημία επικρότησε την επιλογή του φεστιβάλ της Βενετίας- αν και σε καμία περίπτωση τα κριτήρια δεν οφείλουν να υποκύπτουν σε μιμητική ξενομανία. Η Λαμπέντ είναι ένα σπάνιο κινηματογραφικό άνθος που έτυχε να ανθίζει στη χώρα μας από ένα ευτυχές καπρίτσιο της μοίρας. Χρειάζεται λεπτό χειρισμό γιατί δε συμβαίνει συχνά μια τόσο νέα και τόσο όμορφη, γενναιόδωρη και μοντέρνα ξένη ηθοποιός να επιθυμεί να ενταχτεί στη δική μας καλλιτεχνική κοινότητα και να μοιραστεί το ταλέντο της με αυταπάρνηση. Άραγε γνωρίζουν πώς να την αξιοποιήσουν οι Έλληνες δημιουργοί; Και τονίζω την αυταπάρνηση, μιας και η Τσιριγκούλη ευχαρίστησε τους γονείς της οι οποίοι ακόμη φροντίζουν για τον βιοπορισμό της.

Το καλύτερο στοιχείο της τελετής, όπως και πέρυσι, ήταν οι απονεμητές: τα βραβεία μοίρασαν μηχανικός προβολής, ταμίας σε σινεμά, ένας συγγραφέας, ένας ψυχίατρος που εύστοχα παρομοίωσε τα πέντε όνειρα που κατά μέσο όρο βλέπουμε κάθε βράδυ, με μικρού μήκους ταινίες, ένας ηθοποιός του θεάτρου κωφών που σημείωσε πως, αν και ήθελε να δει τις διαγωνιζόμενες ταινίες, δεν τα κατάφερε γιατί δεν είναι υποτιτλισμένες, αναγκάζοντας τον παραγωγό Πάνο Παπαχατζή να ζητήσει αναδρομικά συγγνώμη που δεν είχε προνοήσει για κάτι τέτοιο, η πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Εξαγωγών, μια Ελληνο-γιαπωνέζα που ευχαρίστησε για την ελληνική στήριξη στη τραγωδία της Φουκουσίμα, κι οι γονείς του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, καθώς και άνθρωποι του σινεμά, όπως ο Λάνθιμος και ο ever witty Τζούμας. Με αυτόν τον τρόπο συντηρείται η έκπληξη, η πρωτοτυπία καθώς και η υπενθύμιση πως το ελληνικό σινεμά παραμένει ανθρώπινο κι χειροποίητο, σαν τις πίτες κάθε μάνας συντελεστή που ταϊζουν τους ευγνώμονες συντελεστές- για να μην ξεχνιόμαστε και νομίζουμε πως είμαστε στο Χόλυγουντ, αν κι ο Τζιμ Γιαννόπουλος, σε ωραιότατα ελληνικά, τόνισε πως η διεθνής κοινότητα αντιλαμβάνεται το ελληνικό ρεύμα

Το αρνητικό στοιχείο, εκτός από τη μάλλον φτωχή παραγωγή(που δεν έχει να κάνει με κακώς εννοούμενο υπερθέαμα, αλλά με ανέμπνευστα και επαναλαμβανόμενα βίντεο και μια σκηνική αμηχανία των παρουσιαστών, που καλύφθηκε από το θεϊκό και σπάνιο αυτοσχεδιαστικό ταλέντο του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου) και πάλι οι ασυμμάζευτοι λόγοι, που οδηγούν σε πολυλογία και ανυπομονησία από μεριάς του θεατή. Τον βραβευμένο δεν μπορείς εύκολα να τον ελέγξεις, αλλά τον «δωροθέτη», αν δεν είναι ο Τζούμας, οφείλεις να τον κοντρολάρεις και να τον κατευθύνεις. Πέρα από σκηνοθεσία και σενάριο με όρια και ευφάνταστες ντιρεκτίβες, χρειάζεται ένας παραγωγός με θεατρική ή τηλεοπτική παιδεία, που να παραλαμβάνει τον καθένα που είναι να ανέβει στη σκηνή, ν καταλαβαίνει τι θέλει να πει, να τον προβάρει με τρόπο, για να μην ανακόψει την προσωπικότητα του, και να τον μοντάρει, για να μη χάσει το έρμα του, και βυθιστεί η τελετή. Κανείς δεν θα ήθελε να ζήσει την κατάντια των απονομών του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου ο κάθε πικραμένος ανέβαινε στη σκηνή και δεν είχε τη σεμνότητα και το τακτ να πάρει το βραβείο του και να συγκινηθεί- αντ’ αυτού χρησιμοποιούσε το βήμα για μίζερες αντεγκλήσεις και απωθημένες επιθέσεις, μετατρέποντας τη γιορτή σε συνδικαλιστική αρένα.Η δε παρουσία του υφυπουργού Πολιτισμού, που πέρυσι την είχαμε αποφύγει, ήταν ειλικρινώς βαρετή και τελείως περιττή (το έπιασα το υπονοούμενο, επρόκειτο για μια πρόσκληση αγκαλιάς και πολιτικού ελιγμού της Ακαδημίας στον επίσημο φορέα του πολιτισμού), ειδικά σε καιρούς που οι πολιτικοί δεν έχουν τίποτε καίριο να καταθέσουν δημοσίως. Απόδειξη είναι πως η Ζωζώ Σαπουντζάκη, με κατακίτρινο jumpsuit και μαύρα μποτάκια, που έχει μάλλον λιγότερη σχέση με τον πολιτισμό από ότι έχει ο κύριος Χυτήρης, απέσπασε το δεκαπλό χειροκρότημα από το ενθουσιώδες, όταν ανέβηκε στη σκηνή για να παρουσιάσει το βραβείο μακιγιάζ.

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr