Το Κολωνάκι είναι η πιο διάσημη περιοχή της Αθήνας που εξακολουθεί να μαγνητίζει με την κοσμοπολίτικη αύρα του: ανώνυμοι και επώνυμοι συνωστίζονται στους κοσμικούς δρόμους του και αποτελεί μια γειτονιά η οποία, παρά την οικονομική κρίση, διατηρεί ακόμη την αστική ομορφιά της. Αν και τα τελευταία χρόνια άλλαξαν πολλά στην περιοχή, η ευρωπαϊκή της ατμόσφαιρα παραμένει το βασικό της χαρακτηριστικό, με δρόμους ξεχωριστούς, μεσοπολεμικές πολυκατοικίες, όμορφα κτίρια, ψηλά δέντρα και πασίγνωστες πλατείες. Τι είναι, όμως, αυτό που αγαπούν σήμερα στο Κολωνάκι όσοι κατοικούν ή δραστηριοποιούνται εκεί; Ας δούμε τι μας απάντησαν.

 

Μαριλένα Πανουργιά

Ιδιοκτήτρια του εκδοτικού οίκου Ίκαρος

«Αγαπώ το Κολωνάκι νωρίς το πρωί. Αγουροξυπνημένοι γονείς που συναντιόμαστε στη στάση του σχολικού, με κάτι από πιτζάμα μέσα από το παλτό και την κούπα του καφέ στο χέρι. Ο μανάβης, ο μόνος ανοιχτός τόσο νωρίς, φωνάζει "καλημέρα" χαμογελώντας και καμιά φορά μας δανείζει το χαρτζιλίκι της μέρας γιατί "πάλι το ξέχασε η μαμά". Αγαπώ το Κολωνάκι το απόγευμα, που βγαίνω έξω με τις κόρες μου και στο περίπτερο, στο μπακάλικο, στο βιβλιοπωλείο, στο σουβλατζίδικο τις ξέρουν όλοι με το μικρό τους όνομα. Ξέρουν για κάθε πιτσιρίκι, αν έπεσε με το πατίνι στη Δεξαμενή, αν πήγε σχολείο χθες ή ήταν άρρωστο, αν προτιμάει βανίλια ή σοκολάτα παγωτό. Αγαπώ το Κολωνάκι τα βράδια μέσα στη βδομάδα. Που είναι ήσυχο και στα μαγαζιά οι πιο πολλοί είναι, αν όχι φίλοι, γνωστοί πολλών ετών και συχνά τα τραπέζια των δύο ενώνονται και γίνονται παρέες μεγάλες. Αγαπώ το Κολωνάκι για την αντίθεσή του: ενώ είναι ένα κομμάτι του κέντρου με μαγαζιά, μπαρ και εστιατόρια, μουσικές και φασαρία, έχει μια αθέατη, πιο ήσυχη πλευρά. Αυτήν της κανονικής γειτονιάς, των κατοίκων. Αν κοιτάξετε προσεκτικά, θα τους εντοπίσετε εύκολα: είναι αυτοί που κοντοστέκονται έξω από τα μαγαζιά και λένε "καλημέρα" από την πόρτα, κουβεντιάζουν στο περίπτερο και κρατάνε σακούλες από τον φούρνο και το σούπερ μάρκετ. Τέλος, αγαπώ το Κολωνάκι και για έναν ακόμη λόγο: όπου να 'ναι θα μυρίσουν οι νεραντζιές που φέρνουν το καλοκαίρι».

 

Γιώργος Φωτεινόπουλος

Δημοσιογράφος—επιχειρηματίας

«Το Κολωνάκι, η πάλαι ποτέ πιο σικ συνοικία του κέντρου, μπορεί να έχει απολέσει τον ελιτίστικο χαρακτήρα της, παραμένει ωστόσο μία ιδιαίτερα θελκτική περιοχή, αφού με έναν μαγικό τρόπο καταφέρνει να διατηρήσει την εσάνς γειτονιάς που τόσο λείπει από τη σύγχρονη αθηναϊκή ζωή. Το Κολωνάκι ήταν, είναι και θα είναι μια αστική γειτονιά χωρίς τα έντονα στοιχεία που συναντά κανείς στο Παλαιό Ψυχικό ή στο Κεφαλάρι, αφού εδώ δεν υπάρχουν ψηλοί μαντρότοιχοι που κρύβουν τα σπίτια, αντιθέτως υπάρχουν εκατοντάδες μαγαζιά από τα οποία μπορείς να ψωνίσεις από κουμπιά μέχρι προϊόντα delicatessen και από vintage κοσμήματα μέχρι ρούχα κορυφαίων οίκων, ενώ είναι περιττό να μιλήσω για τα δεκάδες καφέ και εστιατόρια για κάθε γούστο, τα οποία, η αλήθεια είναι, έχουν αυξηθεί στον υπερθετικό βαθμό, παίρνοντας τη θέση εμπορικών καταστημάτων, γραφείων, ακόμα και βιβλιοπωλείων που δεν άντεξαν το απανωτό "σφυροκόπημα" της οικονομικής ύφεσης. Αν δεν συνέβαιναν όλα αυτά, πώς θα μιλούσαμε τώρα για μια περιοχή με μερικά από τα πιο εντυπωσιακά ακίνητα της πρωτεύουσας, στα οποία συναντά κανείς την ελίτ του κέντρου, η οποία βηματίζει στις ίδιες πεζοδρομιακές πλάκες με τους απανταχού επισκέπτες, φοιτητές, skaters, μικροπωλητές, παιδιά που δοκιμάζουν τις ικανότητές τους στο παρκούρ ακριβώς επάνω στην πλατεία Φιλικής Εταιρείας, με καθηγητές πανεπιστημίου, ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων, εικαστικούς ή ζωγράφους που ακόμα δεν έχουν δοκιμάσει να μετακομίσουν προς Κεραμεικό ή Μεταξουργείο. Όλοι οι παραπάνω γίνονται ένα συνονθύλευμα που κάνει την περιοχή να ισορροπεί, χωρίς η μία κάστα να μπαίνει στα χωράφια της άλλης. Με λίγα λόγια, το Κολωνάκι είναι συγχρόνως κλασάτο, αλλά και απλό, είναι αυτό που λέμε δύο σε ένα, κι αυτό μπορεί να οφείλεται απλώς στη γεωγραφική του θέση και στη γειτνίαση με λιγότερο αστικές περιοχές, χωρίς φυσικά σύνορα που να "ακουμπούν διακριτικά επάνω του", δίνοντας μια εναλλακτική αίσθηση ελευθερίας ή απλώς το old world αρτίστικο στυλ του, που επιτρέπει διαχρονικά το παραπάνω πάντρεμα. Για να το αντιληφθεί κανείς δεν χρειάζεται να κατοικεί στην οδό Στησιχόρου ή στην Ξενοκράτους. Αρκεί απλώς να κάνει μια βόλτα μια Δευτέρα ή Τετάρτη απόγευμα ή μια Κυριακή πρωί (όποτε, τέλος πάντων, τα μαγαζιά είναι κλειστά) από την πλατεία μέχρι το Φίλιον στη Σκουφά και να επιχειρήσει να γυρίσει από Αναγνωστοπούλου και να φτάσει μέχρι τη Χάρητος, λίγο πριν από τον πεζόδρομο. Για τους πιο ψαγμένους, η βόλτα από το Tops και τη Λυκόβρυση μέχρι την οδό Δημάκη (μετά τα σκαλιά) είναι κάτι σαν ιεροτελεστία, με επιστροφή από τη Φωκυλίδου, όπου συναντάς κάθε λογής συνοδοιπόρο, ενώ, όταν σηκώσεις το βλέμμα σου προς τα πάνω, θα δεις από απλωμένα ρούχα σε μπαλκόνια μέχρι μυστικούς αστυνομικούς να φυλάνε κάποια κατοικία και από Φιλιππινέζες να βγάζουν βόλτα κατοικίδια που κάνουν την ανάγκη τους σε ένα από τα δεκάδες δέντρα (γιατί παραδόξως το Κολωνάκι έχει ακόμα αρκετό πράσινο) μέχρι νεανικά, ανήσυχα πνεύματα που έφτασαν στην πλατεία επειδή περπατούσαν από τα Εξάρχεια μέσω της Διδότου. Ένα απόλυτα ετερόκλητο κοινό, μαζί με φυσική ομορφιά, μπερδεμένη ρυμοτομία και πάμπολλες ανηφοριές και παρκάκια κάνουν το Κολωνάκι ένα πολυπολιτισμικό και πολυταξικό μέρος με έναν άκρως ελιτίστικο χαρακτήρα, που όσο και αν αυτός φθίνει στη διάρκεια του χρόνου, καταφέρνει να κρατά ακριβώς αυτήν τη μαγεία που το έκανε μοναδικό».

 

Ραχήλ Καπόν

Ιδιοκτήτρια του εκδοτικού οίκου Καπόν

«Το Κολωνάκι για μένα διατηρεί τη νοσταλγία του παρελθόντος, γιατί παραμένει γειτονιά. Από το 1974 που εργάζομαι και κυκλοφορώ στην περιοχή υπάρχουν τα ίδια καταστήματα, ο φούρνος, το περίπτερο, το κομμωτήριο, το μπακάλικο, το κρεοπωλείο. Στις γειτονιές της Λάρισας, όπου μεγάλωσα, υπήρχε μια τέτοια ζεστή ατμόσφαιρα, την οποία διατηρεί και το Κολωνάκι. Είναι ωραίο να ανακαλύπτεις τις μνήμες της πόλης όπου γεννήθηκες, κουβαλώντας, κατά κάποιον τρόπο, τη γειτονιά που θυμάσαι ως μικρό παιδί. Παράλληλα, όμως, ακολουθεί και τις εξελίξεις της σύγχρονης εποχής με έναν ξεχωριστό τρόπο, δημιουργώντας μια αθηναϊκή συνοικία με μοναδικό χαρακτήρα».

 

Κώστας Κοντόπουλος

Ιδιοκτήτης του Carpo

«Το Κολωνάκι εξακολουθεί να αναδίδει την αύρα του παρελθόντος που τη νιώθεις ακόμη σε διαφορετικές γωνιές του. Η Δεξαμενή, που φιλοξενούσε στα τραπεζάκια της συγγραφείς, ποιητές και ζωγράφους, παραμένει το αγαπημένο μου κομμάτι – είναι ο κινηματογράφος, οι οικογένειες που πλημμυρίζουν τον χώρο, ακόμα και η δεδομένη μουσική υπόκρουση των πάρτι του παράπλευρου ξενοδοχείου το καλοκαίρι... Πάνω απ' όλα, όμως, το Κολωνάκι είναι ο κόσμος, οι άνθρωποι που ζουν εκεί, οι οποίοι ορίζουν την εικόνα του: άνθρωποι κάθε ηλικίας, προσωπικότητες με διαφορετικά στυλ και χαρακτηριστικούς τύπους που συνηθίζεις να βλέπεις και αποτελούν σημείο αναφοράς».

 

Τι αγαπάμε στο Κολωνάκι τώρα: 8 γνώστες της περιοχής αποκαλύπτουν τις αδυναμίες τους
Η Δεξαμενή, που φιλοξενούσε στα τραπεζάκια της συγγραφείς, ποιητές και ζωγράφους, παραμένει το αγαπημένο μου κομμάτι – είναι ο κινηματογράφος, οι οικογένειες που πλημμυρίζουν τον χώρο, ακόμα και η δεδομένη μουσική υπόκρουση των πάρτι του παράπλευρου ξενοδοχείου το καλοκαίρι...

 

Χάρης Βλαβιανός

Συγγραφέας και διευθυντής του περιοδικού «Ποιητική»

«Ανέκαθεν μου άρεσε να ζω στο κέντρο της Αθήνας. Το κέντρο δεν είναι απλώς μια συγκεκριμένη περιοχή που σου προσφέρει εύκολη πρόσβαση σε πολλά σημεία της πόλης αλλά κυρίως ένας τρόπος ζωής. Το Κολωνάκι είναι φυσικά τα κτίρια, τα μουσεία, τα βιβλιοπωλεία, τα καφέ, τα εστιατόρια, τα μπαρ, τα μαγαζιά, οι κήποι, οι πλατείες, οι δρόμοι του, είναι όμως, πάνω απ' όλα, ένας τόπος συνάντησης ανάμεσα σε φίλους, σε αγαπημένους ανθρώπους που δίνουν άλλο χρώμα και τόνο στη ζωή σου, διαστέλλοντας τον χρόνο και μαζί του τη δυνατότητα μιας ουσιαστικής και ευφρόσυνης επαφής. Μπενάκη, Κυκλαδικό, Φίλιον, Ράτκα, Φιλίππου, Booktalks, Libro, Γεννάδειος, Δεξαμενή, Αθήναιον, Έμπασσυ κ.λπ., είναι μέρη όπου για μένα η ζωή αποκτά πάλι τον φυσικό της ρυθμό και οι έντονες συζητήσεις, τα δυνατά γέλια και τα υψωμένα ποτήρια σβήνουν έστω για λίγο το πένθιμο μουρμουρητό της καθημερινότητας και δίνουν νόημα στο περίφημο εκείνο μπεκετικό "δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω"».

 

Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος

Τέως καθηγητής πανεπιστημίου

«Το Κολωνάκι είναι η γειτονιά μου από τότε που γεννήθηκα. Όπως είναι φυσικό, σήμερα αγαπώ πιο πολύ τα μέρη που έχουν μείνει ίδια παρά το πέρασμα του χρόνου. Ας πούμε, το ζαχαροπλαστείο Désiré στη Δημοκρίτου ή το εστιατόριο Φιλίππου στην Ξενοκράτους είναι όπως ήσαν και πριν από μερικές δεκαετίες, χωρίς να έχουν χάσει σε ζωντάνια, λάμψη και ποιότητα. Αντίθετα, μάλιστα. Το ίδιο ισχύει με το καφεκοπτείο Μισεγιάννη στη Λεβέντη. Όσο για το φαρμακείο Βυζά στην Καψάλη, παραμένει το κατεξοχήν "φαρμακείο της γειτονιάς", που φροντίζει στοργικά τους κατοίκους της».

 

Γιώργος Τζάνερης

Ιδιοκτήτης και καλλιτεχνικός διευθυντής της γκαλερί genesis

«Καθισμένος στα τραπεζάκια της πλατείας Δεξαμενής, απολαμβάνοντας κάτω από τον ζεστό ήλιο του μεσημεριού ένα δροσερό ποτήρι ούζο, σκέφτομαι πόσο όμορφα σημεία έχει το Κολωνάκι. Λίγο να γείρεις το κεφάλι σου και η Ακρόπολη αποκαλύπτεται μπροστά σου –εκεί, στην ευθεία της Ηρακλείτου, όπου αρχίζουν τα σκαλάκια– σε όλο της το μεγαλείο. Αγαπώ την αρχιτεκτονική του Μεσοπολέμου και οι δρόμοι του Κολωνακίου κρύβουν υπέροχα δείγματα! Φτάνει να σταματήσεις για λίγο και να γυρίσεις το κεφάλι σου προς τα πάνω και τότε θα ανακαλύψεις υπέροχες πολυκατοικίες της δεκαετίας του '30 που στέκουν προκλητικά αγέρωχες! Μου αρέσει να περπατώ στη Φωκυλίδου, εκεί όπου οι ανθισμένες νεραντζιές κάθε χρόνο σε τρελαίνουν με το άρωμά τους. Μου αρέσει που με μια δρασκελιά μπορώ να πεταχτώ από το Μουσείο Μπενάκη στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης και από κει στο Βυζαντινό Μουσείο και στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Μου αρέσει να περπατώ στην Χάρητος, στον δικό μου δρόμο, να χαιρετώ τη Μαριάννα, τη Νίκη, τη Ράτκα, τη Δάφνη, τον Δημήτρη, τη Χριστίνα, τον Αντώνη, τη Μαριλένα, τον Γιώργο. Τελικά, με αφορμή αυτό το μικρό κείμενο σκέφτομαι ότι αυτό που αγαπώ περισσότερο στο Κολωνάκι είναι οι άνθρωποι. Αυτοί είναι το Κολωνάκι!».


Ξένια Κουναλάκη

Αρχισυντάκτρια στα διεθνή της «Καθημερινής»

«Αγαπώ την Καρνεάδου τα πρωινά που φοράω ακουστικά κι ακούω μελαγχολικές μουσικές σε λούπα, Μισέλ Γκούρεβιτς ας πούμε, που πάει τέλεια με Κολωνάκι, γλυκιά "γκατσμπική" ντεκαντάνς μέσα σε μια ούτως ή άλλως καλιφορνέζικη εκτυφλωτική κάψα. Οι Αλβανοί θυρωροί, χαροκαμένοι γιατί έχουν χάσει δυο-τρία παιδιά από μαφιόζικες βεντέτες στην Αμερική, μοιράζουν βαριεστημένα λογαριασμούς σε υπέργηρες κυρίες που θέλουν επίσης ντελίβερι αχνιστό ψωμί και δυο-τρεις λιχουδιές από το Νora's, ενώ οι φρουροί στις πρεσβείες της Υψηλάντου πίνουν φραπέ και παίζουν συστήματα Λότο, χαζεύοντας τα σλαβόφωνα κορίτσια με τα χοντροκομμένα χέρια που ανηφορίζουν από το μετρό για να πιάσουν δουλειά στο Έβερεστ της Μαρασλή. Αγαπώ τη μαύρη γκαρσόνα του Κουίνς που γελάει ασταμάτητα και με ρωτάει για την υγεία ολόκληρου του σογιού μου, τη Βούλα με τον κότσο και τον τεράστιο σταυρό στον λαιμό, που έχει τον φούρνο στην Πλουτάρχου και τα περιστέρια κάνουν πάρτι απέξω καθημερινά, τις αέναες μυρωδιές φαγητίλας του Οικείου και τον Μιχάλη, τον διανοούμενο βιβλιοπώλη του Book Loft. Αγαπώ μερικές νεραντζιές που έχουν ξεμείνει και τις μουριές στο πάρκο του Αbreuvoir, κάμπιες και σατομπριάν, μια νησίδα γαλλικής εξοχής. Αγαπώ τα κορίτσια του Poco που ξέρουν όλους τους θαμώνες και τα προσωπικά τους δράματα και είναι και λίγο ψυχίατροι, απαλύνουν τον πόνο με συμβουλές και τζιν τόνικ πνιγμένα στον πάγο, τώρα αντί για shepherd's pie φέρνουν τσιπς, μάλλον κανείς δεν έχει πια όρεξη για φτηνή αγγλική κουζίνα. Το ίδιο και τα κορίτσια με ειδίκευση στο μανικιούρ-πεντικιούρ, καπνίζουν νευρικά στην Πατριάρχου Ιωακείμ πριν επιστρέψουν πάνω από χέρια και πόδια βυθισμένα στο νερό, κουρασμένα, αλλά κεφάτα, τόσο ηρωικά υπομονετικά στις παραξενιές της κακομαθημένης πελατείας, τους κλείνω το μάτι συνωμοτικά, ότι συμπάσχω τάχα, αλλά υποκριτική είναι αυτή η αλληλεγγύη, μετά εγώ θα πάω σπίτι μου και θα έχω κόκκινα νύχια. Αγαπώ τα περίπτερα του Κολωνακίου, γεμάτα θησαυρούς, TLS κι εξωτικά περιοδικά για κηπουρική, χρωματιστές τσίχλες κι αλλόκοτες κάρτες που συλλέγουν τα παιδιά σήμερα, σοκολάτες τακτοποιημένες ωραία σε ψυγεία, όχι όπως παλιά που έλιωναν και γίνονταν νουτέλα μέσα σε ιδρωμένα χέρια. Δεν αγαπώ την πλατεία καθαυτήν, ούτε την Τσακάλωφ, μου προκαλεί αγοραφοβία όλο αυτό το πλήθος, εκεί, στη μέση του δρόμου, όρθιο, πίνει, καπνίζει, φωνάζει, τρώει σουβλάκια και κρέπες μαζί, μια βουλιμική μάζα, κατάλοιπο λίγο της περασμένης δεκαετίας, ένας νοσταλγικός φόρος τιμής στην εποχή του νεοπλουτισμού και της χυδαίας αφθονίας. Δεν αγαπώ τα σπασμένα πεζοδρόμια, τα πασαλειμμένα κακά σκύλων στις μαρμάρινες εισόδους των πολυκατοικιών, τον αρουραίο που κόβει βόλτες συχνά έξω από το σπίτι μου, την πρώην όμορφη πρεζού που πέφτει καμιά φορά κάτω, μπροστά στο μανάβικο, και μου προκαλεί αμηχανία και θλίψη, γιατί δεν ξέρω αν πρέπει να της δώσω όντως κανένα ψιλό ή όχι, πάντα το ίδιο δίλημμα. Υπήρξε, άραγε, ποτέ ωραίο κι ανέμελο το Κολωνάκι; Δεν είμαι σίγουρη. Μπορεί και να ήταν, αλλά δεν θυμάμαι». 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO