Οι καπουτσίνοι και το μοναστήρι τους στην Πλάκα

Οι καπουτσίνοι και το μοναστήρι τους στην Πλάκα Facebook Twitter
Οι μοναχοί ανέπτυξαν σπουδαίο έργο περιθάλποντας τους αρρώστους, γι' αυτό και ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί στην τότε αθηναϊκή κοινωνία, σε αντίθεση με τους βενέδικτους του Δαφνιού και τους ιησουΐτες της οδού Μητροπόλεως.
0

«Πάσχα στο χωριό και Χριστούγεννα στην πόλη» λέει το λαϊκό ρητό που φαίνεται πως το ακολουθούν οι νεότεροι Αθηναίοι. Την περίοδο που αδειάζει, λοιπόν, μαζικά η πρωτεύουσα είναι χρήσιμο να θυμόμαστε ότι ένα μέρος της ιστορίας της έχει διαμορφωθεί και από άλλες θρησκείες, ήθη και έθιμα, με κυρίαρχο στοιχείο το μουσουλμανικό λόγω της Τουρκοκρατίας, αλλά και από χριστιανικά τάγματα που έδρασαν στην πόλη.


Ένα εξ αυτών ήταν οι Γάλλοι καπουτσίνοι με τα χαρακτηριστικά καφέ ολόσωμα ράσα με τις κουκούλες. Οι καπουτσίνοι ίδρυσαν το 1658 μονή στην Αθήνα, αντικαθιστώντας στην πόλη τους ιησουΐτες που είχαν αποσυρθεί στη Χαλκίδα, στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται η πλατεία Λυσικράτους στην Πλάκα, στη συμβολή των οδών Λυσικράτους, Βύρωνος και Σέλλεϋ. Το σπίτι που αγόρασαν το 1669 περιλάμβανε στην αυλή του το αρχαίο μνημείο του Λυσικράτη, γι' αυτό και η αγοραπωλησία ήταν περιπετειώδης. Ο Έλληνας ιδιοκτήτης του μετάνιωσε και προσέφυγε στους δημογέροντες της Αθήνας, οι οποίοι ακύρωσαν την πώληση, όμως οι καπουτσίνοι με τη σειρά τους προσέφυγαν στον Οθωμανό δικαστή, ο οποίος τους δικαίωσε, καθώς, σύμφωνα με τον οθωμανικό νόμο, όλα τα αρχαία μνημεία ανήκαν στον Σουλτάνο.

Το μνημείο, το οποίο σώζεται στο ίδιο σημείο ως σήμερα, αποτελείται από ένα πέτρινο κτίσμα κυλινδρικού σχήματος, ύψους 4 μέτρων και πλάτους 3, πάνω στο οποίο βρίσκεται ένα μαρμάρινο κυκλοτερές οικοδόμημα, σε σχήμα κυκλικού ναΐσκου, που περιβάλλεται από έξι ημικίονες αττικο-κορινθιακού ρυθμού. Το έχτισε ο Λυσικράτης το 335-334 π.Χ. προκειμένου να τοποθετηθεί στην κορυφή του ο χάλκινος τρίποδας που κέρδισε ως χορηγός στους δραματικούς αγώνες που είχαν γίνει εκείνη την περίοδο. Ήταν, σαν να λέμε, το Όσκαρ του.

Στη μονή υπήρχε και ξενώνας που φιλοξένησε πολλούς Ευρωπαίους περιηγητές, μεταξύ των οποίων και οι πρώτοι φιλέλληνες, όπως ο λόρδος Μπάιρον.


Οι μοναχοί έχτισαν τη μονή τους γύρω από το μνημείο, το οποίο, μετακινώντας έναν ορθοστάτη για να ανοίξουν είσοδο, μετέτρεψαν αρχικά σε παρεκκλήσι και στη συνέχεια σε βιβλιοθήκη και αναγνωστήριο. Ο Δημήτρης Καμπούρογλου περιγράφει στο βιβλίο του Αττικοί Έρωτες την υπόλοιπη μονή: «Το μοναστήρι είχε μορφή οχυρού πύργου με σειρά ψηλών και μικρών παραθύρων στην πλευρά που κορυφώνεται με τον ωραίον σκεπαστόν εξώστην, τη λότζα, ρυθμού μοναστικού. [...] Το τοίχωμα της εισόδου είναι ψηλό, όπως και όλος ο αυλότοιχος, και πέφτει απάνω στο Μνημείο του Λυσικράτους, που το συμπληρώνει, ενώ η άλλη πλευρά ακουμπά εις το καθαυτό οικοδόμημα. [...] Το Μοναστήρι μέσα έχει μια θύρα που συγκοινωνεί με το Ηγουμενείον και αυτό πάλι με το άνοιγμα του Φαναριού (σ.σ. η μεσαιωνική ονομασία του μνημείου ήταν Φανάρι του Διογένη), που το εσωτερικόν του χρησιμεύει για βιβλιοθήκη και δωμάτιο μελέτης. Το άνοιγμα του Φαναριού χωρίζεται από το δωμάτιο μ' ένα πράσινο παραβάν».


Οι μοναχοί ανέπτυξαν σπουδαίο έργο περιθάλποντας τους αρρώστους, γι' αυτό και ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί στην τότε αθηναϊκή κοινωνία, σε αντίθεση με τους βενέδικτους του Δαφνιού και τους ιησουΐτες της οδού Μητροπόλεως. Ασχολήθηκαν επίσης με τοπογραφικές μελέτες και αξίζει να σημειωθεί ότι ο χάρτης και το σχεδιάγραμμα των Αθηνών που εκπόνησαν είναι τα αρχαιότερα που σώζονται. Αξιόλογη ήταν και η εκπαιδευτική τους δραστηριότητα, λειτουργώντας σχολείο για τα παιδιά των καθολικών της Αθήνας. Από την αυλή της μονής λέγεται ότι ξεκίνησε και η καλλιέργεια ντομάτας στην Ελλάδα το 1818. Τέλος, στη μονή υπήρχε και ξενώνας που φιλοξένησε πολλούς Ευρωπαίους περιηγητές, μεταξύ των οποίων και οι πρώτοι φιλέλληνες, όπως ο λόρδος Μπάιρον στο δεύτερο ταξίδι του στην Ελλάδα, ο οποίος έγραψε σχετικά τον Ιανουάριο του 1811 σε έναν φίλο του: «Μένω στο Μοναστήρι των Καπουτσίνων, μπροστά μου έχω τον Υμηττό, πίσω μου την Ακρόπολη, δεξιά μου τον ναό του Δία, μπροστά το Στάδιο, αριστερά μου την πόλη, ε, κύριε, αυτό θα πει τοπίο, αυτό θα πει γραφικότητα! Δεν υπάρχει, κύριε, τίποτα παρόμοιο στη Λόντρα, όχι, ούτε καν η κατοικία του λόρδου Δημάρχου».


Η Μονή των Καπουτσίνων κάηκε το 1824 κατά την προσπάθεια του πασά της Καρύστου, Ομέρ, να καταλάβει την Αθήνα, γεγονός που ανάγκασε τους μοναχούς να εγκαταλείψουν την πόλη.

Το Μνημείο Λυσικράτους
Γνωστό και ως «Φανάρι του Διογένη», είναι το καλύτερα σωζόμενο χορηγικό μνημείο της αρχαιότητας. Οι χορηγοί ήταν ευκατάστατοι πολίτες που αναλάμβαναν με έξοδά τους τη συγκρότηση του χορού, δηλαδή της ομάδας ανθρώπων που συμμετείχε σε θεατρικά έργα και επίσημες τελετές. Ο χάλκινος τρίποδας ήταν το πρώτο βραβείο των θεατρικών αγώνων και απονεμόταν στον χορηγό του δραματικού έργου.

Η άνω του επιστυλίου ζωφόρος φέρει ανάγλυφη παράσταση από τον μύθο της αιχμαλωσίας του Διονύσου από Τυρρηνούς πειρατές.

Διάσημες βρετανικές εκδοχές του μνημείου περιλαμβάνουν το Μνημείο Ντάγκαλντ Στιούαρτ και το Μνημείο Μπερνς, και τα δύο στο Κάλτον Χιλ του Εδιμβούργου, το καμπαναριό της εκκλησίας του Αγίου Τζιλ στο Έλγιν και τους κήπους του Σάγκμπορο του Σταφορντσάιρ. Ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή στο Τσάισεστερ, έχει στην κορυφή του μια «παράλογη μικρογραφία» του μνημείου. Ο ελληνορθόδοξος καθεδρικός ναός των Αγίων Πάντων στο Λονδίνο έχει επίσης αντίγραφο του μνημείου στο άνω μέρος της εισόδου του.

Αθήνα
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ