Ο «Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη: μια θρυλική ταινία από το 1966 με αληθινή διεθνή καριέρα

Ο «Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη: μια θρυλική ταινία από το 1966 με αληθινή διεθνή καριέρα Facebook Twitter
Η ταινία εντυπωσίασε στην εποχή της, καθώς ακόμη και οι πιο δύσκολοι κριτικοί, που θέλουν, συχνά, να βγαίνουν πάνω από τα αριστουργήματα που κρίνουν, είπαν καλά λόγια.
4

Όποτε βλέπω το Φόβο του Κώστα Μανουσάκη είναι πάντα σαν την πρώτη φορά. Έτσι συμβαίνει με τις μεγάλες ταινίες, τραγούδια, βιβλία κ.λπ. Κάθε φορά ανακαλύπτεις και κάτι καινούριο, κάτι που δεν το είχες προσέξει παλιότερα, και που από μόνο του (αυτό το «κάτι») έχει τη δύναμη να σε μεταφέρει, ξανά, στην προσωπική σου Σάνγκρι Λα.

Νοιώθω, πάντα, κάτι σαν δέος με το που πέφτουν οι τίτλοι αρχής τού Φόβου στην οθόνη (σε όποια οθόνη), ενώ «χάνομαι» στην τελευταία σκηνή τής ταινίας – ένα αληθινά ψυχοτρόπο 8λεπτο ταξίδι, που ορίζεται από μια κάμερα και μια μουσική (ένα εκπληκτικό μοτίβο του Γιάννη Μαρκόπουλου).

Ο Φόβος δεν είναι από τα φιλμ που έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης στο χώρο της κουλτούρας, για χρόνια, να το πούμε αυτό, και οι λόγοι ήταν πολλοί. Ο Κώστας Μανουσάκης έκανε ταινίες για παραγωγούς (Κλέαρχος Κονιτσιώτης, Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης), χρησιμοποιούσε ηθοποιούς τού λεγόμενου εμπορικού κινηματογράφου (Βουγιουκλάκη, Μπάρκουλης, Φυσσούν, Ναθαναήλ, Φωκάς), ενώ δεν είχε κι εκείνο το σαφές πολιτικό στίγμα που θα... έπρεπε να διαθέτεις ως δημιουργός, ώστε να διαφοροποιείσαι από το παλιό. Παραμύθια...

Ο Μανουσάκης κινηματογραφεί σε άσπρο-μαύρο, εκμεταλλευόμενος την ιδανική φωτογραφία του Νίκου Γαρδέλη, την έξοχη μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου και φυσικά το υποκριτικό ταλέντο όλων των ηθοποιών του, με κορυφαίο ανάμεσά τους τον Ανέστη Βλάχο.

Ο Μανουσάκης υπήρξε σκηνοθέτης με αυστηρή προσωπική ματιά, παρ' ότι ο ίδιος δρούσε μέσα στην κοινή διανομή και το εμπορικό κύκλωμα. Και οι τρεις ταινίες που πρόλαβε να γυρίσει (Έρωτας Στους Αμμόλοφους το 1958, Προδοσία το '64, Ο Φόβος το '66) αποδεικνύουν σπάνια (για τα εγχώρια δεδομένα) σκηνοθετική βιρτουοζιτέ, με αποκορύφωμα το Φόβο, φυσικά, εκεί όπου καταθέτει όλη τη μαεστρία του.

Η ταινία γυρισμένη στους βάλτους της Κωπαΐδας, λογικά το καλοκαίρι-φθινόπωρο του '65 (προβλήθηκε στις αίθουσες στις αρχές του '66), πραγματεύεται ένα κοινωνικό πρόβλημα, ή μάλλον πολλά, ταυτοχρόνως, που σχετίζονταν με τα καταπιεσμένα ήθη μιας ξεκομμένης μεγαλοαγροτικής οικογένειας.

Ποιος κυριαρχεί εκεί; Ένας τσιφλικάς πατέρας-αφέντης, ένας αποτυχημένος βασικά οικογενειάρχης με βαθύ αυταρχικό προφίλ (Αλέξης Δαμιανός), καθώς γύρω του κινούνται μόνο δυστυχισμένα πρόσωπα. Ένας καταπιεσμένος και σεξουαλικά ανώριμος γιος από τον πρώτο γάμο του (ο απίστευτος Ανέστης Βλάχος), η μουγκή θρησκόληπτη ψυχοκόρη, το θύμα τού Ανέστη, που αφού βιαστεί στη συνέχεια θα φονευτεί (Έλλη Φωτίου) και ακόμη η δεύτερη σύζυγος τού τσιφλικά, μια επίσης καταπιεσμένη και αλλοτριωμένη από τη μίζερη ζωή της γυναίκα (Μαίρη Χρονοπούλου), που είναι εντελώς αδύναμη, και αυτή, για να επηρεάσει την εξέλιξη των πραγμάτων.

 

 Ο Φόβος Trailer

Μέσα σ' αυτή την ερμητικά κλειστή ομάδα, που κινείται μαθηματικά προς τη διάλυσή της, υπάρχει ένα ακόμη πρόσωπο, που έρχεται απ' έξω φέρνοντας μιαν αχτίδα φωτός – ανίκανο όμως και αυτό να διαλύσει το πηχτό σκοτάδι. Είναι η κόρη τού Δαμιανού από το δεύτερο γάμο του (με τη Χρονοπούλου), η Έλενα Ναθαναήλ και είναι βασικά η ελεύθερη σχέση της με το μηχανικό (Σπύρος Φωκάς), που παρεμβάλλεται σαν ένα μικρό φωτεινό ιντερμέντζο πλάι στη γενικότερη φρίκη.

portrait
Κώστας Μανουσάκης

Το σχόλιο τού Μανουσάκη είναι σαφές και προβάλλεται με απόλυτο έλεγχο όλων των εκφραστικών μέσων του. Η υπόσταση (ηθική ή όποια άλλη) της μεγαλοαγροτικής ελληνικής οικογένειας που κυριαρχεί στην ύπαιθρο (οι αναλογίες με τη μεγαλοαστική οικογένεια, που κυριαρχεί στο άστυ, δεν είναι μακρινές) βάλλεται εκ των έσω – από τα ίδια της τα μέλη. Ως κύτταρα της κοινωνίας αυτές οι οικογένειες παραμένουν κλειστές, ανίκανες να επικοινωνήσουν με ό,τι κινείται εκτός τους, με μέλη που δρουν πίσω απ' τις κουρτίνες, πνιγμένα μέσα στις υποδόριες απειλές και τη βία.

Αυτές οι οικογένειες προστατεύονται απ' όλους. Από τα ίδια τους τα μέλη κατ' αρχάς, τουλάχιστον μέχρι να «σπάσει» κάποιο (αν «σπάσει»), από τη γειτονιά και τις τοπικές κοινωνίες, που τα 'χουν κάνει «πλακάκια» για τα μικροσυμφέροντά τους, και βεβαίως από την επίσημη εξουσία, που διατηρεί απέναντί τους μια δουλοπρεπή συμπεριφορά. Πώς, λοιπόν, θα αποδοθεί η δικαιοσύνη, όταν τα πάντα είναι διεφθαρμένα μέχρι το κόκκαλο;

Εδώ επεμβαίνει ο σκηνοθέτης και μ' ένα εντυπωσιακό εύρημα, ακριβώς στο τέλος της ταινίας του, δίνει λύση στο πρόβλημα. Είναι η Φύση εκείνη που θα φέρει τα πράγματα στα ίσια και όχι οι λεγόμενοι θεσμοί, που έχουν σταματήσει προ πολλού να λειτουργούν, όντας βυθισμένοι στη διαφθορά και υπονομευμένοι από την εγγενή αναξιοπιστία τους.

Ο Μανουσάκης κινηματογραφεί σε άσπρο-μαύρο, εκμεταλλευόμενος την ιδανική φωτογραφία του Νίκου Γαρδέλη, την έξοχη μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου και φυσικά το υποκριτικό ταλέντο όλων των ηθοποιών του, με κορυφαίο ανάμεσά τους τον Ανέστη Βλάχο.

Ναι, η φωτογραφία του Γαρδέλη είναι εντυπωσιακή, αφού ώρες-ώρες νομίζεις πως βλέπεις κάδρα βγαλμένα από το Ουγκέτσου Μονογκατάρι (του Κέντζι Μιζογκούτσι), ενώ ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου, αυτή η λαϊκή αβαντγκάρντια, που αγγίζει το εξώκοσμο στην τελευταία σκηνή, όντας κι αυτή (η μουσική) ζωντανό κομμάτι της σκηνοθεσίας.

Εκείνη την εποχή ο Γιάννης Μαρκόπουλος ήταν σφόδρα επηρεασμένος από το μυστικιστικό έργο τού Γιάννη Χρήστου (το έχει πει ο ίδιος παλιά) και όλη η μουσική του στο Φόβο διαθέτει τέτοια υπερβατικά στοιχεία. Η δε τελευταία σκηνή, που είναι για ανθολογία, έχει τη μουσική σε πρωταγωνιστικό ρόλο, κατά τον τρόπο του Χρήστου στους Πέρσες (Θέατρο Τέχνης), δημιουργώντας θεία έκσταση και άγχος. Ο συνδυασμός, δε, κίνησης και μουσικής, μόνο από τους Κουν και Χρήστου, σ' αυτόν το βαθμό, είχε επιτευχθεί. Ίσως και από τους Κούνδουρο-Χατζιδάκι, στο Δράκο, μια δεκαετία νωρίτερα...

Ο «Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη: μια θρυλική ταινία από το 1966 με αληθινή διεθνή καριέρα Facebook Twitter
Ο Αλέξης Δαμιανός στο ρόλο του τσιφλικά πατέρα-αφέντη

Η ταινία εντυπωσίασε στην εποχή της, καθώς ακόμη και οι πιο δύσκολοι κριτικοί, που θέλουν, συχνά, να βγαίνουν πάνω από τα αριστουργήματα που κρίνουν, είπαν καλά λόγια. Να δύο...

Ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος στην Ελευθερία (29/6/1966), στο κείμενό του «Μία ανατομία του Ελληνικού Κινηματογράφου, 1965-1966» :

«Η πιο τολμηρή απομάκρυνση από τα εσκαμμένα και η πιο αξιόλογη καλλιτεχνική επιτυχία (χωρίς να χαθεί πάντως η "επαφή": 300 χιλιάδες εισιτήρια σε Αθήνα-Πειραιά) ήταν ο Φόβος του Κώστα Μανουσάκη. Εδώ, ένα ουσιαστικό και αδρό περιεχόμενο βρήκε την άξια φιλμική έκφρασή του. Είναι σίγουρα ένα φιλμ εθνικό, γιατί κοιτάζει κατάματα τις αρρώστιες και τα προβλήματα της φυλής μας από μέσα και όχι απ' έξω, με γραφικότητα. Με το άλμα αυτό στο παρελθόν, στην ρεαλιστική ηθογραφία του Χατζόπουλου και του Θεοτόκη, αλλά εμπλουτισμένη με σύγχρονα στοιχεία, όπως η ψυχανάλυση, ο Μανουσάκης δένει γερά το θέμα με τη γη, με τις παραδοσιακές δυνάμεις από τη μια, και με την ιστορική στιγμή από την άλλη. Οι εικόνες του δεν παραφράζουν το μύθο, αλλά δημιουργούν μόνες τους τις συγκρούσεις, σημαίνουν το δράμα, εκφράζουν με όλα τα εικαστικά τους στοιχεία.
Τα ελαττώματα, η κονταρομαχία νατουραλισμού και συμβόλου, η κλίση προς το θρίλερ, η υπερβολική δραματική υπογράμμιση, η αισθητική υπερφόρτωση δεν ανατρέπουν το γεγονός πως ο Φόβος είναι ένας ζωντανός οργανισμός, που στέκει στα πόδια του».

Και ο Αντώνης Μοσχοβάκης από την Αυγή (1/3/1966):

«Ο σκηνοθέτης αναδείχνεται κυρίαρχος των μέσων του, εναλλάσσει μαεστρικά, βίαια, ρωμαλέα τα πλάνα, τις σκηνές, οικοδομεί την ατμόσφαιρα, συνυφαίνει την ψυχολογία με τη δράση. Το ντεκουπάζ είναι επιδέξιο, το μοντάζ εύστοχο, ευλύγιστο, η σκηνοθεσία ευρηματική, εμπνευσμένη. Ίσως θα διαφωνήσει κανείς με τον ωμό νατουραλισμό της (ιδιαίτερα στη σκηνή των ψαριών), αλλά δεν μπορεί να αρνηθεί τη δημιουργικότητά της. Ο Μανουσάκης κάνει κινηματογράφο. Με την τρίτη αυτή ταινία του, κατατάσσεται δικαιωματικά ανάμεσα στους μετρημένος στα δάχτυλα του ενός χεριού σκηνοθέτες-δημιουργούς του κινηματογράφου μας».

Ο «Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη: μια θρυλική ταινία από το 1966 με αληθινή διεθνή καριέρα Facebook Twitter
Αφίσα της ιταλικής έκδοσης

Ο Φόβος επιλέχθηκε να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στο 16ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Βερολίνου (24 Ιουνίου – 5 Ιουλίου 1966) αφήνοντας άριστες εντυπώσεις (Χρυσή Άρκτος στο Cul-de-sac του Πολάνσκι), ενώ δεν προβλήθηκε σε κανένα από τα Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, καθώς η ταινία δεν πρόλαβε την διοργάνωση του '65, ενώ ήταν αργά πια για 'κείνη του '66. Παρά ταύτα η εμπορική πορεία της, τόσο εδώ όσο και στο εξωτερικό υπήρξε εντυπωσιακή.

Η ταινία παίχτηκε σε Ανατολή και Δύση, σε όλη την Ευρώπη (Δυτική Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία, Γιουγκοσλαβία...) και ακόμη σε Καναδά, Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού, φέρνοντας χρήματα στους παραγωγούς της. Παρά ταύτα ήταν η τελευταία ταινία που θα γυρνούσε ο Κώστας Μανουσάκης!

Μετά από μια τέτοια εμπορική επιτυχία, ένας σκηνοθέτης, μόλις στα 37 χρόνια του, περνάει στην αφάνεια και για σχεδόν 40 χρόνια, μέχρι το θάνατό του, τον Αύγουστο του 2005, ελάχιστοι θα κατορθώσουν να μεταφέρουν νέα του σ' ένα ευρύτερο περιβάλλον. Τι είχε συμβεί;

Σ' ένα Παρασκήνιο αφιερωμένο στη μνήμη του, που είχε μεταδοθεί την 28/12/2005 από την ET1 –βασικά λέμε για την ταινία 'Κώστας Μανουσάκης, Ο Εξόριστος Κινηματογραφιστής' του Ηλία Γιαννακάκη– έμαθα πως ο Μανουσάκης υπήρξε ένας πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος, σίγουρα μοναχικός, τον οποίο, οι περί τα κινηματογραφικά ασχολούμενοι, τον απομόνωσαν στην πορεία ακόμη περισσότερο.

Ο «Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη: μια θρυλική ταινία από το 1966 με αληθινή διεθνή καριέρα Facebook Twitter
Ο Φόβος δεν είναι από τα φιλμ που έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης στο χώρο της κουλτούρας, για χρόνια, και οι λόγοι ήταν πολλοί.

Και τις τρεις ταινίες που πρόλαβε να γυρίσει τις γύρισε με πολλά προβλήματα, δημιουργώντας την αίσθηση πως ήταν δύστροπος, βασανιστικός με τους ηθοποιούς, απρόσιτος και άλλα τέτοια, που τον έφεραν, σταδιακά, σε ακόμη μεγαλύτερη κόντρα με τους (υποψήφιους) χρηματοδότες του.

Αν και ο Μανουσάκης προσπάθησε στη Μεταπολίτευση να περάσει κάποια σενάριά του στο Κέντρο Κινηματογράφου σκόνταψε στις τότε κομματικές εμπάθειες, με αποτέλεσμα να κλειστεί ακόμη περισσότερο στον εαυτό του, απομακρυσμένος από το σινάφι και κυρίως από την τέχνη του, στερώντας έτσι από την ελληνική κινηματογραφία το τάλαντο ενός κορυφαίου της auteur.

Ο Φόβος τού έφαγε το σωθικά; Σίγουρα ναι. Αν σκεφθούμε πως ο ίδιος είχε επενδύσει πολλά σ' εκείνη την παραγωγή, τη βράβευση/αναγνώριση της οποίας τη θεωρούσε εφαλτήριο για τις επόμενες ταινίες του που ποτέ δεν έκανε.

Ο «Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη: μια θρυλική ταινία από το 1966 με αληθινή διεθνή καριέρα Facebook Twitter
Η φωτογραφία του Γαρδέλη είναι εντυπωσιακή, αφού ώρες-ώρες νομίζεις πως βλέπεις κάδρα βγαλμένα από το Ουγκέτσου Μονογκατάρι... Στη φωτό η Έλενα Ναθαναήλ
Ο «Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη: μια θρυλική ταινία από το 1966 με αληθινή διεθνή καριέρα Facebook Twitter
Ο «Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη: μια θρυλική ταινία από το 1966 με αληθινή διεθνή καριέρα Facebook Twitter
Ο «Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη: μια θρυλική ταινία από το 1966 με αληθινή διεθνή καριέρα Facebook Twitter
Ο «Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη: μια θρυλική ταινία από το 1966 με αληθινή διεθνή καριέρα Facebook Twitter
Ο «Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη: μια θρυλική ταινία από το 1966 με αληθινή διεθνή καριέρα Facebook Twitter
Ο «Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη: μια θρυλική ταινία από το 1966 με αληθινή διεθνή καριέρα Facebook Twitter
Ο «Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη: μια θρυλική ταινία από το 1966 με αληθινή διεθνή καριέρα Facebook Twitter
Οθόνες
4

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τιτανικός Ωκεανός: Ένα πολυεπίπεδο στοίχημα pop φαντασίας και ευάλωτου ψυχισμού

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Τιτανικός Ωκεανός: Ένα πολυεπίπεδο στοίχημα pop φαντασίας και ευάλωτου ψυχισμού

Στο ντεμπούτο της στη μεγάλου μήκους μυθοπλασία η Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη μας προσκαλεί  στο σαγηνευτκό σύμπαν της, δραπετεύει με χάρη και δύναμη, οργανώνει τα σύμβολα, οργώνει τις θάλασσες και βουτά στην υπέρβαση, απνευστί. 
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ένας «Μινώταυρος» για Χρυσό Φοίνικα

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Ένας «Μινώταυρος» για Χρυσό Φοίνικα

Ο σπουδαίος Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ επιστρέφει με ένα υπαινικτικό αριστούργημα για τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, ενσωματώνοντας σε αυτό ιδιοφυώς την «Άπιστη Σύζυγο» του Κλοντ Σαμπρόλ.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Πικρές Γιορτές»: Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ αμφισβητεί τις προθέσεις του

Ανταπόκριση από τις Κάννες / «Πικρές Γιορτές»: Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ αμφισβητεί τις προθέσεις του

Ο σπουδαίος Ισπανός σκηνοθέτης επιστρέφει για 7η φορά στο Φεστιβάλ Καννών με έναν αυτοαναφορικό στοχασμό πάνω στα λανθασμένα κίνητρα και στη δεύτερη ευκαιρία μέσα από την καλλιτεχνική δημιουργία.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Paper Tiger»: Μυστικά και ψέματα στις γειτονιές της Νέας Υόρκης

Ανταπόκριση από τις Κάννες / «Paper Tiger»: Μυστικά και ψέματα στις γειτονιές της Νέας Υόρκης

Μια σειρά από τραύματα κρύβει η ήσυχη καθημερινότητα μιας οικογένειας Αμερικανών εβραϊκής καταγωγής που μέχρι να μετακομίσει από το Κουίνς θα υποχρεωθεί να υποστεί σκληρή δοκιμασία.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
PARALLEL TALES

Ανταπόκριση από τις Κάννες / «Παράλληλες Ιστορίες»: Η Ιζαμπέλ Ιπέρ σε ένα σοφιστικέ ψυχολογικό δράμα

Ο Ασγκάρ Φαραντί εμπνέεται από τον Κισλόφσκι φτιάχνοντας μια διεισδυτική, αν και αργοκίνητη ταινία παράλληλων ιστοριών πάνω στο αγαπημένο του θέμα της δυαδικότητας.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
TEENAGE SEX AND DEATH IN CAMP MIASMA ΟΡΓΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΙΝΕΦΙΛ HORROR ΜΕ ΤΗΝ ΤΖΙΛΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΟΝ

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Οργασμός και σινεφίλ horror με την Τζίλιαν Άντερσον

Μετά το «I saw the TV Glow», το Τζέιν Σέμπρουν έρχεται στις Κάννες με το «Teenage sex and death at Camp Miasma», ένα δοκίμιο πάνω στο slasher από τη σκοπιά του fan του είδους και με την προοπτική της queer ανατροπής.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Πίτερ Τζάκσον, Το “Κακό Γούστο” δικαιώνεται στις Κάννες

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Πίτερ Τζάκσον: Το «Κακό Γούστο» δικαιώνεται στις Κάννες

O Aμερικανός κινηματογραφιστής έλαβε τον τιμητικό Χρυσό Φοίνικα για το σύνολο της καριέρας του, μια διάκριση που, όπως είπε ο ίδιος χαριτολογώντας, δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα έπαιρνε.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Τζένη Τζένη»: Σαν να μην πέρασε μια μέρα

The Review / «Τζένη Τζένη»: Σαν να μην πέρασε μια μέρα

Αναμενόμενη και δικαιολογημένη η μεγάλη επιτυχία της παράστασης που ανεβάζει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ο Νίκος Καραθάνος. Η Βένα Γεωργακοπούλου κουβεντιάζει με τον Χρήστο Παρίδη για το δύσκολο σκηνικό εγχείρημα, θυμούνται το παλιό ελληνικό σινεμά αλλά και το θρυλικό συγγραφικό δίδυμο Γιαλαμά-Πρετεντέρη.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Σουέλ»: Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη γίνεται ταινία

Οθόνες / «Σουέλ»: Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη γίνεται ταινία

Είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το βραβευμένο λογοτεχνικό έργο γίνεται ταινία από τον Αλέξανδρο Βούλγαρη. Η LiFO βρέθηκε στα γυρίσματα και στην κοινή τους συνέντευξη, μητέρα και γιος, μιλούν για τη συνεργασία τους και τη μεταφορά του στον κινηματογράφο.
M. HULOT
«Μην πυροβολείτε τα ελληνικά blockbusters!»

The Review / «Μην πυροβολείτε τα ελληνικά blockbusters!»

«Βαλκανιζατέρ», «Ευτυχία», «Φόνισσα», «Υπάρχω», «Τελευταία Κλήση». Πίσω από τα μεγαλύτερα ελληνικά blockbusters βρίσκεται ο Διονύσης Σαμιώτης. Ποιο είναι το μυστικό του που φέρνει τον κόσμο στις αίθουσες; Υπάρχει μια «σχολή Σαμιώτη»; Τι πιστεύει για τον σημερινό ελληνικό κινηματογράφο;
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Ο πόλεμος στο επίκεντρο του 79ου Φεστιβάλ Καννών

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Τι θα δούμε στο 79ο Φεστιβάλ Καννών

Η φετινή διοργάνωση φιλοδοξεί να αποτυπώσει την τρέχουσα γεωπολιτική αστάθεια, φέρνοντας στο επίκεντρο ιστορικές συρράξεις, από τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο μέχρι τον Ψυχρό Πόλεμο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ