Ένα πολυκατάστημα ρούχων που θυμίζει τις γνώριμες αλυσίδες της εποχής μας. Εκεί, ένας χορός ανθρώπων δοκιμάζει ρούχα, ψωνίζει, περιμένει στην ουρά, συνομιλεί σε σύντομους διαλόγους, ξεκουράζεται, συγκρούεται, ξεγυμνώνεται, ξαναρχίζει. Τραγουδά και μονολογεί. Ονειρεύεται το μέλλον. Ξεκινώντας από αυτήν τη ρεαλιστική συνθήκη, τα επεισόδια, τα τραγούδια και οι μονόλογοι των ηρώων διαρρηγνύουν τη γραμμικότητα του ρεαλισμού και αφηγούνται ένα μωσαϊκό πεπρωμένων – μια σύγχρονη χορικότητα από ζωές παγιδευμένες στην αδυναμία των επιθυμιών τους. Ένας κόσμος που επαναλαμβάνεται, που ανακυκλώνει χειρονομίες και συμπεριφορές, σε έναν κλιματιζόμενο χωρόχρονο που οι διέξοδοί του σταδιακά εξαφανίζονται.
Οι ήρωες βρίσκονται αντιμέτωποι με την αμετακίνητη κενότητα των ημερών: μικρά πρακτικά αδιέξοδα, μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα, τη δυσκολία τού να ζεις στον 21ο αιώνα. Τα όνειρά τους συνδέονται με τα προϊόντα που κρατούν στα χέρια τους, τη χαμένη ποιητικότητα μιας ζωής που είναι πια συνδεδεμένη με την κατανάλωση, ενώ κάθε ρούχο γίνεται μια πιθανή εκδοχή του ατόμου – μια υπόσχεση μεταμόρφωσης, μια δυνητική ευκτική που άλλοτε εκπληρώνεται και άλλοτε ματαιώνεται.
«Ζούμε σε μια εποχή που ο Θεός απουσιάζει αλλά η λατρεία του εξακολουθεί να υπάρχει προς μια άλλη κατεύθυνση. Λατρεύουμε να ψωνίζουμε».
Συναντώ τον σκηνοθέτη Γιώργο Βαλαή στο σκηνικό του πολυκαταστήματος της παράστασής του που ανεβαίνει από το Φεστιβάλ Αθηνών στις 14 και 15 Ιουνίου στην Πειραιώς 260, για να μιλήσουμε για την ιδέα του και για το πόσο ο σαρδόνιος καταναλωτισμός κλέβει από τις στιγμές της ζωής μας.
— Ποιο σχόλιο θέλεις να κάνεις έχοντας ως σκηνικό της παράστασής σου ένα πολυκατάστημα;
Ένα πολυκατάστημα ρούχων είναι μια κατάσταση που τη γνωρίζουμε όλοι μας, μέσα σε αυτήν την κατάσταση ήθελα να συμβαίνει το έργο. Ένα πολυκατάστημα είναι μια αγορά, ένας «μη τόπος», ένα σημείο συγκέντρωσης των επιθυμιών μας. Περισσότερο με ενδιέφερε να δημιουργήσω ένα χορικό ανθρώπων που ονειρεύονται, και ο χώρος μέσα στον οποίο βρίσκονται να μην ικανοποιεί τις επιθυμίες τους. Δεν ήθελα όμως ως παράσταση να κάνουμε απλώς ένα σχόλιο πάνω στην κατανάλωση – αυτό είναι εύκολο. Το θέμα για μένα είναι τι είναι παγιδευμένο κάτω από το σήμερα και πώς ο εαυτός μας, ενώ έχει επιθυμίες, καταλήγει να μην μπορεί να τις ικανοποιήσει παρά μόνο αγοράζοντας.
— Έχοντας τις παγιδευμένες επιθυμίες κατά νου, ψωνίζουμε σε ένα σύστημα που λέει «μπορείς να αποκτήσεις κάτι πιο φθηνά» – είναι ο θρίαμβος του καπιταλισμού. Τι ιστορίες σκέφτονται ή αφηγούνται οι «παγιδευμένοι» εκεί ήρωες;
Οι ιστορίες αφορούν τις επιθυμίες τους, οι ήρωες έχουν «κοινές» επιθυμίες με μας, επιθυμίες που δεν καλύπτει η αγορά, όνειρα που δεν αγοράζονται με ένα swipe up. Δοκιμάζουν ρούχα, τραγουδούν, περιμένουν στην ουρά, ξεκουράζονται, συγκρούονται, ξαναδοκιμάζουν ρούχα, μονολογούν. Ονειρεύονται το μέλλον. Ζούνε μέσα σε μια κατάσταση που απομακρύνεται σιγά σιγά από τον ρεαλισμό του καταστήματος.
— Σε μια συνθήκη άκρατου καταναλωτισμού με μότο την παλιά φράση «η φτήνια τρώει τον παρά», τι θέλουν να αποκτήσουν στην ουσία και πόσο αυτά τα υλικά που αγοράζουν είναι απότοκα των επιθυμιών τους και όχι μια συνήθεια;
Η αγορά καλύπτει τις επιθυμίες μας και ταυτόχρονα είναι μια συνήθεια. Όλοι βγαίνουμε για ψώνια, όλοι νιώθουμε ηδονή αγοράζοντας, μας το έμαθαν οι γονείς μας όταν ήμασταν μικροί, απλώς από μια ηλικία και μετά σε ενδιαφέρει μόνο αυτή η «κατοχή των πραγμάτων». Ξαφνικά κατέχεις περισσότερα απ’ όσα μπορείς να καταναλώσεις. Ταυτόχρονα είσαι ευάλωτος οικονομικά. Οι άνθρωποι σε έχουν απογοητεύσει, αρχίζεις να καλύπτεις αυτήν τη ρωγμή με τον κόσμο γεμίζοντάς τη με προϊόντα. Έτσι παίρνουμε παρηγοριά. Αυτή είναι η θρησκεία μέσα στην οποία ζούμε. Είναι ηδονή και οδύνη ταυτόχρονα. Οι απαισιόδοξοι άνθρωποι ψωνίζουν πολύ περισσότερο από τους αισιόδοξους – είναι λογικό, ο πόνος είναι περισσότερος.
— Ποια είναι η σκηνοθετική ιδέα αυτής της παράστασης και γιατί επέλεξες ένα κατάστημα ρούχων ως μικρογραφία της κοινωνίας;
Ήθελα η παράσταση να είναι ένα χορικό. Χορικό που να αγγίζει την έννοια του αρχαίου χορού αλλά μεταφερμένο στο σήμερα. Μια ομάδα ανθρώπων, δηλαδή, που να αντιμετωπίζουν την ίδια κατάσταση, όμως χωρίς θεούς, χωρίς κοινή μοίρα αλλά με παράπλευρα όνειρα.
— Ποιες είναι οι αφηγήσεις που θα δούμε στην παράσταση;
Υπάρχουν αρκετά τραγούδια στην παράσταση, υπάρχει μια φούγκα διαλόγων, μια επίθεση αγάπης, μια άλλη φούγκα διαλόγων, ένα ζευγάρι που ξανασυναντιέται, υπάρχουν όνειρα και κατεστραμμένες επιθυμίες.
— Πόσο καθορίζει την ταυτότητά μας η κατανάλωση;
Τα όνειρά μας συνδέονται με τα προϊόντα που κρατάμε στα χέρια μας. Καταναλωτικά προϊόντα, τεχνολογικά προϊόντα, τυχαία και κληροδοτημένα.
— Μέσα σε αυτή την παγίδα της ανθρώπινης επιθυμίας οι άνθρωποι είναι θύματα ή συνδημιουργοί ενός συστήματος;
Πιστεύω ότι ως ανθρωπότητα, για μια ακόμη φορά, έχουμε δημιουργήσει κάτι που είναι ξεκάθαρα εναντίον μας. Η πολιτική οικονομία, η ελεύθερη αγορά, δεν έχει σχέση με ό,τι συνέβαινε τον προηγούμενο αιώνα. Η έννοια της ανάπτυξης της αγοράς και η συνακόλουθη ανάπτυξη της κοινωνίας, βασικές αρχές του φιλελευθερισμού, δεν ισχύουν πια. Έχουμε όλοι μας την εντύπωση ότι ζούμε σε μια δυστοπία. Ζούμε σε μια εποχή που ο Θεός απουσιάζει αλλά η λατρεία του εξακολουθεί να υπάρχει προς μια άλλη κατεύθυνση. Λατρεύουμε να ψωνίζουμε.
— Υπάρχει διαφορά μεταξύ επιθυμίας και έλλειψης; Τι προσπαθούν πραγματικά να καλύψουν οι χαρακτήρες;
Την επιθυμία την καταλαβαίνω ως ένα προσωπικό όνειρο να συναντηθείς με κάτι. Την έλλειψη την καταλαβαίνω ως ένα εσωτερικό κενό που πρέπει να το καλύψεις. Η αγορά μέσα στην οποία ζούμε προσφέρει προϊόντα και για τις επιθυμίες μας και για τις ελλείψεις μας.
— Υπάρχει μια υπόσχεση ευτυχίας μέσα στην κατανάλωση; Και πώς συνδέεται με τα «θέλω» της ζωής μας;
Το οικονομικό σύστημα μέσα στο οποίο ζούμε στηρίζεται στην κατανάλωση και η κυρίαρχη αφήγηση υπόσχεται την ευτυχία μέσα από την κατανάλωση. Δεν είμαστε πολίτες, είμαστε καταναλωτές. Δεν έχουμε το όραμα να δημιουργήσουμε έναν καλύτερο κόσμο.
— Η κατανάλωση είναι οικονομικό ή υπαρξιακό ζήτημα;
Υπαρξιακό. Έχω γνωρίσει ανθρώπους που ξόδευαν το χρήμα «επ’ αγαθώ», χωρίς να παίρνουν πίσω τίποτα. Ήταν ελάχιστοι. Τους θαύμαζα. Δεν είχα ποτέ καλή σχέση με την κατανάλωση, αγόραζα όσα χρειαζόμουν και δεν ήθελα κάτι παραπάνω. Η αλήθεια είναι ότι σιχαίνομαι το χρήμα, ίσως γι’ αυτό δεν κατάφερα να το συναντήσω ποτέ.
— Οι ήρωες ονειρεύονται το μέλλον. Υπάρχει πραγματική ελπίδα στα όνειρά τους ή μόνο ανακύκλωση των ίδιων επιθυμιών; Και ποιες είναι αυτές; Είναι υλικές;
Πάντα θα έχουν μια υλική υπόσταση οι επιθυμίες μας, αλλά το να ονειρευόμαστε το μέλλον ψηλαφώντας τη συσκευασία των προϊόντων που αγοράσαμε μου φαίνεται μεγάλη παρακμή. Οι πραγματικές μας επιθυμίες αφορούν πάντα μια κατάσταση πραγμάτων και όχι ένα συγκεκριμένο προϊόν. Οι πραγματικές επιθυμίες των ηρώων είναι το τι θα μπορούσε να συμβεί με τους άλλους ανθρώπους.
— Γίνεται σήμερα μια μεγάλη συζήτηση γύρω από τον περιορισμό της κατανάλωσης. Αν σταματούσαμε να καταναλώνουμε με τέτοιο ρυθμό, θα μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε τι είναι αυτό που μας ευχαριστεί ή τι αναζητάμε μέσα από αυτό;
Είναι αδύνατον να σταματήσουμε να καταναλώνουμε, η εγκράτεια δεν είναι σικ. Ζούμε μέσα σε μια καθημερινή επίθεση προϊόντων που προσπαθούν να γεμίσουν το κενό της ζωής μας. Είναι σαν να μην έχουμε κάποιο άλλο σύστημα ιδεών για να ερμηνεύσουμε τη ζωή μας, σαν να ξεχάσαμε ότι τα πιο ωραία πράγματα είναι δωρεάν.
— Η κατανάλωση δεν αφορά μόνο υλικά προϊόντα, καταναλώνουμε με ταχύτητα εικόνες, ιδέες. Αυτή η ταχύτητα μας δίνει ελευθερία ή είναι μια μορφή νέου περιορισμού;
Θεωρώ τραγικό το γεγονός ότι μπορούμε να συνδεθούμε ταχύτατα με την αγορά οπουδήποτε κι αν βρισκόμαστε, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με άλλα ανθρώπινα επιτεύγματα, όπως η περίθαλψη, η υγεία, η εκπαίδευση και η επιστήμη. Όντως η ταχύτητα κατανάλωσης έχει αυξηθεί, το τώρα που ζούμε γεμίζει διαρκώς με νέο περιεχόμενο αλλά εμείς παραμένουμε ίδιοι. Όλη αυτή η πληθώρα, όλη αυτή η ταχύτητα παράγει μόνο έλλειψη.
Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση «Stores» εδώ.