Αυτόχειρες όλου του κόσμου ενωθείτε

Αυτόχειρες όλου του κόσμου ενωθείτε Facebook Twitter
Σ’ έναν κόσμο που έχει απολέσει το νόημα, ο (κατά προτίμηση σκηνοθετημένος) θάνατος είναι ο μόνος που μπορεί να το ξαναπροσφέρει. Φωτ.: ©Ximena y Sergio Sepukku
0

«Το 2010, άρχισα να ετοιμάζω την αυτοκτονία μου», μας ενημερώνει off-stage η φωνή της Ανχέλικα Λίντελ. Επέλεξε, λέει, το κατάλληλο σκαμπό, το τοποθέτησε μπροστά στην ντουλάπα με τα ρούχα, στο υπνοδωμάτιό της, και κρεμάστηκε από το ταβάνι, μ’ ένα σχοινί, γυμνή, με το εσώρουχό της κατεβασμένο στη μέση των γοφών της: ακριβώς όπως το μαρτυρούν τα δύο φωτογραφικά ενσταντανέ που προβάλλονται στο χρυσαφί ταμπλό ενώπιόν μας, εν μέσω μιας σκηνής διαμορφωμένης ώστε να θυμίζει θέατρο Νο.

Ο Μισίμα, άλλωστε, λάτρευε αυτό το είδος παραδοσιακού ιαπωνικού θεάτρου, στο οποίο τον είχε μυήσει η τυραννική γιαγιά του, όταν εκείνος ήταν δεκατριών ετών. Και η Λίντελ αισθάνθηκε από πολύ μικρή ακαταμάχητη έλξη για την περίπτωση του αυτόχειρα Ιάπωνα συγγραφέα που έμελλε να καθορίσει, μεταξύ άλλων, την πεισιθάνατη πορεία της. «Έβρισκα πάντοτε πολύ ενδιαφέρουσα σύμπτωση το γεγονός ότι, ενώ εγώ βρισκόμουν στην κοιλιά της μητέρας μου, εκείνος ξεκοιλιαζόταν», επισημαίνει αναφερόμενη στο διαβόητο seppuku ή αλλιώς χαρακίρι, που επιτέλεσε με τον πλέον θεατρικό τρόπο ο Μισίμα το 1970, στο αρχηγείο της Ανατολικής Στρατιάς των Ιαπωνικών Δυνάμεων στο Τόκιο, αφού απευθύνθηκε με την εμπρηστική ομιλία του σε χίλιους περίπου στρατιώτες που είχαν συγκεντρωθεί κάτω από το μπαλκόνι του διοικητή.

Το ένα επεισόδιο διαδέχεται το άλλο, ψύχραιμα, αποστασιοποιημένα, ενίοτε με χιούμορ, και μονάχα το περιεχόμενο του συγκινητικού μονολόγου της αποκαλύπτει την αναβράζουσα μανία ετούτης της ιέρειας της αυτοχειρίας.

Για όσους παρακολουθούν τη δουλειά της, η εμμονή της Ισπανίδας καλλιτέχνιδας με τον θάνατο –και ιδιαίτερα με τον αυτοπροκαλούμενο– δεν είναι μυστική.

Αδάμαστα αφιερωμένη στην εξερεύνηση των σκοτεινών πεδίων της ύπαρξης, εκεί όπου η ηδονή της μαζοχιστικής βίας συναντά την έκσταση των πρακτικών του μυστικισμού, η «υψηλή ιέρεια της ακραίας performance art» –έτσι την αποκαλούν οι «New York Times» σε πρόσφατο δημοσίευμα– αντλεί συστηματικά το αίμα της –πότε χαράσσοντας το σώμα της με αιχμηρά αντικείμενα και πότε μέσω live αιμοληψίας από τις φλέβες της– για να το αναμείξει με τον άρτο των μεγάλων πολιτισμικών μύθων του παρελθόντος και του παρόντος, συντάσσοντας ένα ιδιάζον, εντελώς προσωπικό τελετουργικό συνάντησης με τα νεκρά είδωλά της, τους δαίμονες και τις αγωνίες της, την ίδια την κατάρα της φθοράς και της θνητότητας, όπως η τελευταία δύναται να εξορκιστεί και να εξαγνιστεί μέσα από το ακάνθινο μεγαλείο της διαστροφής, του πάθους και της ποίησης.

Αυτόχειρες όλου του κόσμου ενωθείτε Facebook Twitter
Το ένα επεισόδιο διαδέχεται κανονικά το άλλο, ψύχραιμα, αποστασιοποιημένα, ενίοτε με χιούμορ. Φωτ.: ©Ximena y Sergio Sepukku

Πατώντας γερά στα ίχνη των καθολικών μυστικιστών και των Ισπανών σουρεαλιστών, εμπνεόμενη από την περίπτωση εμβληματικών ταυρομάχων όπως ο Χουάν Μπελμόντε, που μετέτρεψε το αιματηρό αγώνισμα από θέαμα σε υψηλή πνευματική άσκηση, η Λίντελ αγκαλιάζει με αβυσσαλέα προσήλωση κάθε μορφή που ενσαρκώνει στα μάτια της τις αρχές του βαγκνερικού Liebestod και του Θεάτρου της Σκληρότητας του Αρτό, του μόνου είδους θεάτρου που την αφορά και τη στυλώνει. Στο «Seppuku» ήρθε η σειρά του Μισίμα. Συνθέτοντας το τελευταίο μέρος της «Τριλογίας των Κηδειών» (2023-25), στη διάρκεια της οποίας η Λίντελ αποτίει φόρο τιμής σε αγαπημένους της δημιουργούς (όπως η Κάρεν Μπλίξεν και ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν), σκηνοθετώντας εντέχνως όχι μόνο τις δικές τους κηδείες αλλά και τη δική της, το «Seppuku» συνιστά μία ακόμη προσπάθεια της περφόρμερ να μεταλαμπαδεύσει στους θεατές το όραμά της για τον θάνατο ως ύψιστο θρίαμβο επί του πεζού, συμβατικού και ασπόνδυλου βίου που όλοι διάγουμε βυθισμένοι στη νωθρότητά μας. Σ’ έναν κόσμο αποχαυνωμένο, ο θάνατος συνιστά τη μοναδική αφύπνιση, τη μοναδική πράξη γνήσιας ανυπακοής, την υπέρτατη χειρονομία ποίησης, ελευθερίας και υπέρβασης. Η Λίντελ μοιράζεται με τον Μισίμα την πεποίθηση ότι μια στιγμή εκστατικής έκρηξης και άμετρης σπατάλης μπορεί να νοηματοδοτήσει αναδρομικά μια ζωή εφησυχασμού και πλαδαρής συμβατικότητας. Σ’ έναν κόσμο που έχει απολέσει το νόημα, ο (κατά προτίμηση σκηνοθετημένος) θάνατος είναι ο μόνος που μπορεί να το ξαναπροσφέρει.

Η παράσταση ακολουθεί τη γνωστή λογική της σπονδυλωτής ανάπτυξης, με μια σειρά διαφορετικών, ημιαυτόνομων επεισοδίων να συνασπίζονται γύρω από έναν κοινό θεματικό και συναισθηματικό άξονα. Ένα ζευγάρι Ιαπώνων εραστών επιδίδεται σε στυλιζαρισμένες ερωτικές κινήσεις, ενώ ο άνδρας διαβάζει την περιγραφή του seppuku, όπως αυτή παρατίθεται στο διήγημα του Μισίμα «Πατριωτισμός». Στη συνέχεια, η Λίντελ μνημονεύει μια σειρά απλών ανθρώπων, που είτε πέθαναν είτε αυτοκτόνησαν, αναφέροντας λίγα λόγια για τον καθένα: ο Σταύρος που έσβησε από καρδιακή προσβολή σ’ ένα νοσοκομείο της Αθήνας· ο Ροζέρ που έκοψε τον λαιμό του με ηλεκτρικό μαχαίρι· ο Τρέβορ που κάλεσε τον φίλο του για φαγητό, ώστε να βρει το πτώμα του· η Βικτορίνα που πήρε χάπια στα σαράντα εννιά ώστε να μη γίνει πενήντα κ.ο.κ. «Εγώ πότε θα πεθάνω;», αναρωτιέται μελαγχολικά και επανειλημμένα η περφόρμερ, μυρίζοντας ένα είδος προσωπικού ρουχισμού που ανήκε στον εκάστοτε αποθανόντα.

«Δεν θα είναι αίμα, αλλά λέξεις αυτές που θα αναβλύσουν από το κομμένο κεφάλι μου», μάς ενημερώνει η Λίντελ, ανάβοντας τελετουργικά τα μικρά καντήλια μνήμης που περιέχουν μέρος από τις στάχτες των γονιών της. Ανακαλεί το πρώτο θεατρικό της έργο, που το έγραψε το 1992, ούσα ερωτευμένη με τον Μισίμα: η ηρωίδα της αφαιρεί τη ζωή της ενδεδυμένη με κιμονό.

Αυτόχειρες όλου του κόσμου ενωθείτε Facebook Twitter
Σ’ έναν κόσμο αποχαυνωμένο, ο θάνατος συνιστά τη μοναδική αφύπνιση, τη μοναδική πράξη γνήσιας ανυπακοής, την υπέρτατη χειρονομία ποίησης, ελευθερίας και υπέρβασης. Φωτ.: ©Ximena y Sergio Sepukku
Αυτόχειρες όλου του κόσμου ενωθείτε Facebook Twitter
Φωτ.: ©Ximena y Sergio Sepukku

Στη συνέχεια, αντλεί αίμα από το χέρι της, και από αυτό του Ιάπωνα ηθοποιού, αδειάζοντας τα φιαλίδια σε ένα μπολ και ρίχνοντας το περιεχόμενο σε έναν τετράγωνο καμβά καλυμμένο με λευκό σεντόνι: ο αιμάτινος αυτός «πίνακας» συνοψίζει τη διαδικασία μετουσίωσης των προσωπικών υγρών του δημιουργού σε έργο τέχνης. Το σύντομο, ελαφρώς ανιαρό, σκετς με τίτλο «Ο θρύλος του φτερωτού μανδύα» ολοκληρώνεται και η Λίντελ ξεκινά τον χειμαρρώδη μονόλογό της χορεύοντας μια δική της, αφαιρετική εκδοχή του φλαμένκο. «Ζητάω το τέλος της ζωής, το εκτυφλωτικό τέλος... ζητάω μια πανκ έκλειψη, ζητώ να πεθάνω μπροστά σε όλους, θέλω να παίζουν ποδόσφαιρο με το κεφάλι μου... Το να πεθαίνεις είναι κι αυτό ζωή, ζητάω το παραλήρημα να γίνει μια πράξη ποιητικής βίας, ζητώ το δικαίωμα να σπείρω τον τρόμο, δεν με κουράζει ποτέ ο θάνατος, ποτέ, ερωτεύομαι μόνο τους νεκρούς. Ζητάω το τέλος της ζωής από δυσαρέσκεια και αηδία, ζητώ ο θάνατος να γίνει ο αληθινός στόχος της τέχνης, ζητάω το εξαιρετικό, το υπερβολικό, να καώ από τον ήλιο, να τρέχω μέχρι να σπάσει η καρδιά μου, ζητάω το τέλος της ζωής για να ξέρω ότι λέω την αλήθεια...»

Ξανά και ξανά, εμμονικά, η Λίντελ στροβιλίζεται σφυροκοπώντας τον αέρα και τις συνειδήσεις με το αδιάκοπο, ανυποχώρητο αίτημά της. «Αχ, αλήτη του Τόκιο», ακούγεται ένα ποπ ιαπωνικό τραγούδι, ενώ σκηνές αλμοδοβαρικού κάλλους εκτυλίσσονται σε αυτό το επεισόδιο με τίτλο «Ο καθαγιασμός των σκουπιδιών», όπου η περφόρμερ ως «χρυσοθήρας της τουαλέτας» επιμένει πως το μόνο που μπορούμε να εκθειάζουμε είναι τα περιττώματα. Με τα πόδια ανοιχτά ανάβει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και το τοποθετεί στα χείλη του αιδοίου της. Ένα συκώτι ζώου, κρεμασμένο από μια αλυσίδα, γίνεται το κολιέ της αλλά και το αντικείμενο του αυνανισμού της.

Στο τελευταίο μέρος, στήνεται ένας αυτοσχέδιος βωμός με συμβολικά αντικείμενα –δύο παγώνια, έναν κύκνο, έναν λαγό, μερικά πορτοκάλια– μπροστά από το ασπρόμαυρο πορτρέτο του Μισίμα. Στο background εμφανίζεται μια γιγάντια εικόνα: η «Αφροδίτη του Ουρμπίνο» του Τιτσιάνο, ξαπλωμένη στο ανάκλιντρό της, γυμνή, με χέρι της ακουμπισμένο στα γεννητικά όργανά της, μας κοιτάζει ατάραχη. Ο μονόλογος συνεχίζεται, αυτήν τη φορά ως εξύμνηση της νεότητας: «Μπορείς να πεις ψέματα για τα πάντα, εκτός από τα γερατειά... Μυρίστε τους νέους και θα καταλάβετε πως έχουν τελειώσει όλα για μας. Οι νέοι νικάνε πάντα...».

Το να πεθάνεις νέος και με βίαιο τρόπο, για έναν ευγενή σκοπό, συνιστούσε την υπέρτατη πράξη αισθητικής αγνότητας κατά τον Μισίμα. Η ομορφιά δεν είναι γραφτό να διαρκέσει: αγγίζει την τελειότητά της τη στιγμή ακριβώς της καταστροφής της – έτσι προφυλάσσεται το πνεύμα από την απωθητική παρακμή του γήρατος. Η Λίντελ τον ακολουθεί πιστά.

Αυτόχειρες όλου του κόσμου ενωθείτε Facebook Twitter
Ένα ζευγάρι Ιαπώνων εραστών επιδίδεται σε στυλιζαρισμένες ερωτικές κινήσεις, ενώ ο άνδρας διαβάζει την περιγραφή του seppuku, όπως αυτή παρατίθεται στο διήγημα του Μισίμα «Πατριωτισμός». Φωτ.: ©Ximena y Sergio Sepukku

Συμβαίνει, όμως, κάτι παράξενο εδώ: ενώ εγκωμιάζει και διακηρύσσει τη βία, τον θάνατο και την ακρότητα των αισθήσεων, η παράσταση κινείται σε κλίμα σχετικής «ησυχίας». Δεν υπάρχει καμία στιγμή υπερβολικής έντασης ή έκρηξης. Το ένα επεισόδιο διαδέχεται κανονικά το άλλο, ψύχραιμα, αποστασιοποιημένα, ενίοτε με χιούμορ, και μονάχα το περιεχόμενο του συγκινητικού μονολόγου της αποκαλύπτει την αναβράζουσα μανία ετούτης της ιέρειας της αυτοχειρίας. Είναι σαν να λέει: «Αυτό για το οποίο σας μιλώ, αυτό το οποίο υπερασπίζομαι με τόσο πάθος, δεν μπορώ, δυστυχώς, να σας το δείξω». Και αυτή η άρρητη παραδοχή αποτυχίας οδηγεί σε πολλαπλά πένθη, από τη μία, και σε α-νόητες, οριακά κωμικές ή γελοίες, προκλητικές δράσεις, από την άλλη: εφόσον αδυνατώ να πεθάνω, θα κάνω ό,τι μου κατεβαίνει στο κεφάλι.

Η Λίντελ έχει κατ’ επανάληψη υποστηρίξει ότι η τέχνη της είναι ο μόνος τρόπος που διαθέτει για να αναβάλει την αυτοκτονία. Δεν μπορεί να πεθάνει, αλλά θα μιλάει για τον θάνατο μέχρις ότου πεθάνει: θα τον περιγράφει, θα τον φαντασιώνεται, θα τον αναζητεί, θα τον οσμίζεται, θα σέρνεται στα τέσσερα, θα γλείφει συκώτια και πέη, θα δοξάζει, ως άλλη ηρωίδα του Τζον Γουότερς, τα σκουπίδια και τα περιττώματα· μέχρι τελικής πτώσεως θα χρησιμοποιεί ανερυθρίαστα τη σκηνή ως γραμμή φυγής, ως εργαλείο αναμόχλευσης των πιο ακοίμητων παρορμήσεών της. Κι ας έχει χάσει την παλιότερη σφοδρότητά της: «Ζητάω το τέλος της ζωής για να υπερβώ τα ερείπια της κούρασής μου, θέλω να πεθάνω εν πολέμω και όχι εν ειρήνη, να πεθάνω για την ηδονή του να πεθαίνεις, ιερός κι ανάλαφρος στο χείλος του γκρεμού...»

Καταπονημένη αλλά αενάως διψασμένη, η Λίντελ δεν εγκαταλείπει ποτέ, κι ας διατείνεται το αντίθετο. Και κάπως έτσι, επιβεβαιώνεται το μέγιστο, φροϊδικό παράδοξο: έχοντας περάσει δύο ώρες συντροφιά με τον θάνατο, αποχωρούμε από την αίθουσα αποφασισμένοι να βουτήξουμε στη ζωή.

Αυτόχειρες όλου του κόσμου ενωθείτε Facebook Twitter
Για όσους παρακολουθούν τη δουλειά της, η εμμονή της Ισπανίδας καλλιτέχνιδας με τον θάνατο –και ιδιαίτερα με τον αυτοπροκαλούμενο– δεν είναι μυστική. Φωτ.: ©Ximena y Sergio Sepukku

Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.

Θέατρο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Αδελφοποιώντας τη χώρα: Από τα ολιγάριθμα pride στις μεγάλες queer παραστάσεις

20 χρόνια LiFO / Αδελφοποιώντας τη χώρα: Από τα ολιγάριθμα pride στις μεγάλες queer παραστάσεις

Μέσα σε είκοσι χρόνια, η Ελλάδα άλλαξε τους νόμους της και τον τρόπο που φαντάζεται το φύλο και την επιθυμία. Η κουίρ τέχνη υπήρξε πρωταγωνίστρια αυτού του μετασχηματισμού.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΜΠΑΤΑΚΑΚΗΣ
Βάγκνερ Μόουρα: «Όταν παίζω θέατρο, θυμάμαι γιατί έγινα ηθοποιός»/ «Στην ψυχή μου, είμαι ηθοποιός του θεάτρου»

Θέατρο / Βάγκνερ Μόουρα: «Τα φασιστικά καθεστώτα επιτίθενται πρώτα στην τέχνη»

Ο Βραζιλιάνος σταρ του κινηματογράφου και της τηλεόρασης μιλάει για τη σχέση του με την τέχνη του θεάτρου, την κρίσιμη πολιτική κατάσταση στην πατρίδα του αλλά και την εξαφάνιση των γεγονότων από το αντιληπτικό μας πεδίο.
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Λυδία Φωτοπούλου: «Με την Εκάβη μπορώ να αποχαιρετήσω την Επίδαυρο για τα καλά»

Θέατρο / Λυδία Φωτοπούλου: «Με την Εκάβη μπορώ να αποχαιρετήσω την Επίδαυρο»

Βλέποντας αυτό τον ρόλο σαν δώρο ζωής, επιστρέφει στην Επίδαυρο, σαράντα χρόνια μετά τις «Τρωάδες» του Ανδρέα Βουτσινά, για να ολοκληρώσει έναν κύκλο με ένα αγαπημένο της έργο, που το θεωρεί τόσο σύγχρονο, σαν να γράφτηκε χθες.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ