Είναι η πέμπτη φορά που η Ηρώ Μπέζου, μια ηθοποιός από τις πιο ταλαντούχες της γενιάς της, θα παίξει στην Επίδαυρο. Αυτήν τη φορά υποδύεται μια αινιγματική ηρωίδα με ισχυρή σκηνική παρουσία, που πεθαίνει με τη θέλησή της, για να σώσει από τον θάνατο τον άνδρα της, Άδμητο, βασιλέα των Φερών. Τη σώζει ο Ηρακλής, αλλά παραμένει βυθισμένη σε μια μυστηριώδη σιωπή.
«Δεν θα τον έλεγα πρωταγωνιστικό τον ρόλο της Άλκηστης. Αν και είναι το κεντρικό πρόσωπο δραματουργικά, και πρόκειται για κάτι εξαιρετικά απαιτητικό και δύσκολο, δεν είναι αυτή που κουβαλάει το έργο. Ο συγγραφέας δίνει το όνομά της στον τίτλο του έργου ως επισήμανση, σαν να θέλει να υποδείξει πού πρέπει να εστιάσει ο θεατής», λέει η Ηρώ Μπέζου, εξηγώντας τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τον συγκεκριμένο ρόλο, μέσα από τη διφυή υπόσταση του έργου, που ισορροπεί μεταξύ τραγωδίας και σατυρικού δράματος. «Το πώς προσεγγίζω τον ρόλο νομίζω ότι είναι καθαρό. Θα έλεγα ότι στο πρόσωπο της ηρωίδας και κάποιων άλλων προσώπων έχει ανατεθεί το τραγικό κομμάτι – αν το έργο τέλειωνε με τον θάνατο της Άλκηστης, θα μπορούσε να είναι τραγωδία, οπότε εγώ έτσι κι αλλιώς συνομιλώ πιο πολύ με αυτό το κομμάτι. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού πρόκειται για μια ηρωίδα που βγαίνει στη σκηνή για να πεθάνει. Αυτή είναι μια καινοτομία που δεν συναντάμε πουθενά αλλού στις σωζόμενες τραγωδίες. Βέβαια, εκ των πραγμάτων εμείς συνομιλούμε με την παράσταση, όχι με το έργο, δηλαδή ο σκηνοθέτης και οι δραματουργοί αποφασίζουν πώς θα το διαχειριστούν και εμείς συνεννοούμαστε με αυτούς».
«Είναι καθαρό ότι θυσιάζουμε μια γυναίκα και φαντάζομαι ότι μια γυναίκα που θα δει την παράσταση ή θα θυμώσει ή θα συγκινηθεί· οπωσδήποτε θα αναρωτηθεί.
Μιλώντας για την Άλκηστη, δεν μπορεί παρά να σημειώσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Ευριπίδης παρουσιάζει την ηρωίδα. Έχοντας υπόψη μας ως αναφορά το πώς παρουσιάζει σε άλλα έργα του τις γυναίκες, με τρόπο που δεν είναι πάντα τιμητικός, εδώ έχουμε από γραφής μια γυναίκα-ιδανικό πρόσωπο, πρότυπο συζύγου και μητέρας, που βγαίνει από το πλαίσιο της σιωπής και μιλά δημόσια. Η ίδια γυναίκα, όταν επιστρέφει πια από τον Άδη, δεν ξαναμιλά, μένει σιωπηλή, κρατά μια στάση που κρύβει ένα μυστήριο για καλλιτέχνες και μελετητές, ένα σχόλιο για το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί μια γυναίκα στην εποχή της και το πώς εκφράζεται.
«Αυτή η σιωπή είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Δεν ξέρω αν ήταν στις προθέσεις του Ευριπίδη, αλλά το κάνει ούτως ή άλλως. Ωστόσο, το έργο σίγουρα δεν μπορεί να καταλήξει στην εξιδανίκευση της Άλκηστης, γιατί αυτό που συμβαίνει είναι μια υπέρβαση σε ένα πλαίσιο αντιηρωικό, που αφορά όλα τα πρόσωπα. Αυτή η διάσταση κάνει το έργο και κωμικό».
Η Ηρώ Μπέζου είναι μια γυναίκα του 21ου αιώνα που ξεκίνησε να εργάζεται ως ηθοποιός στα 21 της χρόνια. Στην πορεία, η γενιά της συνάντησε μεγάλες αλλαγές, είδε να γίνεται ισχυρός ο λόγος των γυναικών, που σήμερα ακούγονται περισσότερο από ποτέ, τουλάχιστον σε κάποιες κοινωνίες. Θα μπορούσε ένα πρόσωπο σαν την Άλκηστη να συγκινήσει μια σύγχρονη γυναίκα;
«Σε ό,τι αφορά τις γυναίκες στην εποχή μας, γίνεται σίγουρα μια μετάβαση που εύχομαι να συνεχιστεί, ένα βήμα για κάτι καλύτερο. Υπάρχουν κάποια πράγματα που έχουν να κάνουν με την κοινωνία και κάποια που έχουν να κάνουν με την ίδια τη φύση μας. Λέγοντας “φύση” εννοώ τις διαφοροποιήσεις που υπάρχουν στα δύο φύλα, οι οποίες θεωρώ ότι λίγο πολύ παραμένουν σταθερές, και αυτό μας κάνει να βλέπουμε ακόμα με ενδιαφέρον αυτά τα έργα. Το ότι η ζωή μιας γυναίκας έχει μικρότερη αξία από τη ζωή ενός άντρα είναι κάτι που θεωρείται κάπως δεδομένο. Αλλά αυτό που εμένα με συγκινεί πολύ είναι ότι στη σκηνή βγαίνει μια μητέρα που συνεχώς επαναφέρει αυτήν της την ιδιότητα. Και είναι μια μητέρα η οποία επέλεξε να αφήσει τα παιδιά της, για να μη μείνουν χωρίς πατέρα. Εγώ θεωρώ ότι στην πορεία το μετανιώνει, αμφισβητεί αυτή την επιλογή της. Λέγεται και ξεκάθαρα, “φεύγω χωρίς να θέλω”. Από τη μια δεν είναι απαραίτητο να της ασκήθηκε πίεση για να πάρει αυτή την απόφαση, από την άλλη, κοινωνικά, έμμεσα, της ασκήθηκε. Νομίζω ότι, πέρα από τη φρίκη τού να αφήσεις αυτή τη ζωή για μια άλλη που κανένας μας δεν ξέρει και όλοι υποθέτουμε, συνειδητοποιεί στην πορεία ότι τον Άδμητο, τον σύζυγό της, τον έχει δει ως παιδί της περισσότερο και από τα ίδια της τα παιδιά. Πιστεύω ότι έγινε η μάνα του, και με αυτή την ιδιότητα, του γονιού, του δίνει τη ζωή της για να τον προστατεύσει, αφήνοντας εκτεθειμένα τα παιδιά της, κυρίως την κόρη της, όπως διευκρινίζει – αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, ότι η κόρη της είναι μόνη και ενδεχομένως απροστάτευτη πια χωρίς τη μητέρα. Είναι κάπως σαν να έχει προδώσει σε έναν μικρό βαθμό τα παιδιά της, θυσιάζοντας τον εαυτό της. Αυτό μου φαίνεται το πιο συγκινητικό από όλα. Αυτό την κάνει βέβαια να έχει και έναν πολύ πιο σύνθετο και αντιφατικό χαρακτήρα, που πάει πολύ πέρα από ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης.
Άλλωστε, είναι η μόνη που κάνει μια υπέρβαση στο έργο, αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Σε ένα κείμενο που όλοι λένε “θέλω να ζήσω”, “θέλω να πλουτίσω”, “θέλω να είμαι ασφαλής”, “θέλω να είμαι καλά”, κάνει ένα τόσο μεγάλο άλμα. Σήμερα, σε μια εποχή κυνισμού που όλοι νιώθουμε ότι απειλούμαστε, είμαστε καχύποπτοι, που προηγείται ο εαυτός μας, που αν κάνει κάποιος μια υπέρβαση, τείνουμε να την υποτιμήσουμε, η Άλκηστη είναι το πρότυπο της ανιδιοτέλειας που μας λείπει. Λέει “δεν θα άντεχα να ζω χωρίς να το έχω κάνει”, ακόμα κι αν αυτό γίνεται με τεράστιο φόβο και πόνο. Kι αυτό είναι κάτι που μας αφήνει άναυδους».
Στο ανέβασμα του Δημήτρη Καραντζά, η δραματουργία φωτίζει το κομμάτι της γυναικείας παρουσίας και με μικρά εμβόλιμα κείμενα. Υπάρχουν γυναίκες στον Χορό, που αποτελείται και από άντρες, και μάλιστα μεγαλύτερης ηλικίας, ενώ γυναίκα είναι και αυτή που ερμηνεύει τον ρόλο του Θανάτου, κάτι που έχει επίσης μεγάλη σημασία.
Η παράσταση φωτίζει το γεγονός ότι μια γυναίκα φτάνει στο μάξιμουμ της γενναιοδωρίας και της αυτοθυσίας και είναι το πρότυπο της καλής γυναίκας. «Είναι καθαρό ότι θυσιάζουμε μια γυναίκα και φαντάζομαι ότι μια γυναίκα που θα δει την παράσταση ή θα θυμώσει ή θα συγκινηθεί· οπωσδήποτε θα αναρωτηθεί. Γιατί από τη στιγμή και μόνο που γίνεται η ερώτηση από τον σύζυγό της (“θες να δώσεις τη ζωή σου για μένα;”), η ρήξη έχει συμβεί ήδη μεταξύ αυτού του ζευγαριού. Άρα και η ιδιότητά της ως γυναίκας, ως βασίλισσας, ως συζύγου έχει ήδη καταστραφεί. Οπότε, είναι και σαν μια λύτρωση η αποχώρηση από τη ζωή, με εξαίρεση την ιδιότητά της μητέρας, που την τονίζει συνέχεια, γι’ αυτό και την επαναφέρω. Και το ότι την ξαναφέρνουν από τον κάτω κόσμο, σίγουρα δεν μπορεί από το κοινό να ιδωθεί ως ένα ευτυχές τέλος, ούτε από τους άντρες ούτε από τις γυναίκες. Γιατί αυτό καταργεί την πράξη της», λέει.
Όπως ήδη αναφέραμε, η ηρωίδα, επιστρέφοντας από τον κάτω κόσμο, και έχοντας την εμπειρία του πια, σιωπά. «Για μένα αυτό είναι ένα γοητευτικό κομμάτι του έργου, η επιστροφή της είναι κάτι σχετικό. Ο Άδμητος την αποκαλεί «μορφή και σώμα της γυναίκας μου», δηλαδή εικόνα της – σαν να επιστρέφει ένα φάντασμα. Για μένα έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον το τι σημαίνει επιστρέφω σε κάτι και με ποια μάτια μπορείς να ξαναδείς τον κόσμο που άφησες. Όλα συμβαίνουν σε ένα 24ωρο: αυτή η γυναίκα φεύγει από τη ζωή και ενώ μιλάει για το κρεβάτι της που θα αποχωριστεί, αναρωτιέται ποια γυναίκα θα κοιμηθεί στο εξής σε αυτό, επιστρέφει σε αυτό τελικά στο τέλος της ημέρας, αλλαγμένη όμως. Είναι μια άλλη γυναίκα, αλλά με τη δική της μορφή. Είναι με έναν τρόπο μια μικρογραφία όλων των τραυματικών γεγονότων που μπορεί να μας συμβούν. Δεν θέλω, φυσικά, να κάνω συγκρίσεις με την κάθοδο στον Κάτω Κόσμο, αλλά όλοι μας έχουμε ξαναγεννηθεί μέσα από πράγματα που μας σημαδεύουν, βλέποντας τον κόσμο με άλλα μάτια».
Μιλώντας για το κεντρικό δίλημμα του έργου, η Ηρώ Μπέζου αναφέρει την αξία της ζωής και πώς μετριέται. «Ένα ερώτημα που τίθεται συχνά είναι πόσο βαραίνει ο θάνατος του γέρου και πόσο του νέου. Όσα χρόνια κι αν έχεις να ζήσεις ποσοτικά, ποιοτικά η ζωή είναι μία. Σίγουρα υπάρχει ένα δίλημμα που σχετίζεται με την ηλικία. Επίσης, το αν υπάρχει κάτι για το οποίο αξίζει να πεθάνει κανείς. Ιδιαίτερα το αν όλες οι ζωές έχουν την ίδια αξία το έχουμε ζήσει και με την πανδημία. Όπως συμβαίνει με όλα τα μεγάλα ερωτήματα, έτσι και σε αυτό το έργο μένουν πολλά αναπάντητα, γι’ αυτό πιστεύω ότι έχει μεγάλο ενδιαφέρον: ο καθένας θα το προσεγγίσει από τη δική του μεριά, ακόμα κι αν δεν βρει καμιά δικαίωση».
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.