Γεννήθηκα στην ευρύτερη περιοχή των Αθηνών, είμαι γέννημα θρέμμα του Νέου Ψυχικού. Τότε πηγαίναμε εκδρομές στο Μαρούσι – εκεί που είναι σήμερα το Ολυμπιακό Στάδιο είχε χωράφια. Αυτό, λοιπόν, το προάστιο ήταν ένα μαγικό χωριό που δεν είχε καμία σχέση με το Παλαιό Ψυχικό, απέναντι· ήταν ανέκαθεν μια προσφυγική περιοχή. Οι συνθήκες ζωής ήταν υπερικανοποιητικές, είχαμε την πλατεία Ελευθερίας όπου βγαίναμε όλοι. Ήταν σημείο αναφοράς με τα μαγαζάκια της και νομίζω πως το Νέο Ψυχικό παραμένει και σήμερα μια συνοικία αυτόνομη, πλήρης, με τα σχολεία της, με τα όλα της. Ήμασταν μεταξύ λεωφόρου Κηφισίας και Μεσογείων, είχαμε πρόσβαση στο κέντρο της Αθήνας απ’ όπου θέλαμε, κατεβαίναμε και με τα πόδια. Ήταν ένα ορμητήριο και ησυχαστήριο μαζί, εκεί πέρασα μεγάλα κομμάτια της ζωής μου.
• Η οικογένειά μου βρέθηκε στο Νέο Ψυχικό το 1957. Ο παππούς μου, που καταγόταν από την Αρτοτίνα Φωκίδας, είχε κλείσει να πάρει ένα οικόπεδο στην Αργυρούπολη. Στον δρόμο συνάντησε έναν φίλο του, συγχωριανό του, που είχε πάρει ένα οικόπεδο στο Νέο Ψυχικό και του είπε «έλα να δεις τι ωραία που είναι». Του άρεσε και πήρε το δίπλα οικόπεδο – τότε οι άνθρωποι πήγαιναν να ζήσουν εκεί που ήταν οι γνωστοί τους, οι συντοπίτες τους. Έτσι δημιουργήθηκε εκεί μια μικρή κοινότητα Αρτοτινών, ανάμεσα στις άλλες μικρές κοινότητες που υπήρχαν. Έφτιαξαν ένα σπιτάκι που αναπτύχθηκε μέσα στα χρόνια, όπως συνέβαινε τότε.
• Ο πατέρας μου ήταν συμβολαιογράφος, είχε το γραφείο του στην Εμμανουήλ Μπενάκη και στη συνέχεια στην Ακαδημίας. Καταγόταν από την Καστάνιανη Πωγωνίου – με αυτή την καταγωγή μου, ιδιαίτερα με τα ηπειρώτικα τραγούδια και τη μουσική, είμαι πολύ συνδεδεμένος. Κάθε Κυριακή παίρναμε το λεωφορείο και κατεβαίναμε στην πλατεία Κάνιγγος στο γραφείο του μπαμπά για να κάνουμε υπεραστικό τηλεφώνημα στη γιαγιά στα Γιάννενα. Αυτή ήταν μια άλλη Ελλάδα. Σκέψου ότι πηγαίναμε εκδρομές στον Διόνυσο και ήταν σαν να είχαμε περάσει τα σύνορα. Μετά την Κηφισιά ήταν ένας άλλος πολιτισμός, άκουγα που έλεγαν ότι στη Νέα Ερυθραία πήγαιναν διακοπές γιατί είχε ιδανικό κλίμα. Αργότερα, στην εφηβεία, ένα πολύ must σημείο ήταν ο Λέντζος στο Παγκράτι, όπου μαζευόμασταν από παντού να πιούμε φραπέ, ένα πράγμα σαν αυγό χτυπητό, ένα έτοιμο μείγμα πηχτό. Απορώ σήμερα, που έχω κόψει και το τσιγάρο, πώς πίναμε και τον καφέ.
«Βλέπω άπειρες σχολές που βγάζουν ά-πειρους ηθοποιούς και ανθρώπους με τίτλους που έχουν απονείμει στον εαυτό τους και γαλουχούν γενιές με δηλώσεις που τους κάνουν απλώς διάττοντες».
• Είχα καλλιτεχνικές ανησυχίες από πολύ μικρός. Είχα ξεκινήσει ακορντεόν στο ωδείο, η μαμά ως δασκάλα έπαιζε μαντολίνο – το δασκαλίκι ήταν πολύ έντονο στο σπίτι. Στο σχολείο είχαμε μια μπάντα της τότε εποχής και το ρεπερτόριο ήταν αντάρτικα, Λοΐζος, Θεοδωράκης, Μαρκόπουλος. Στο σπίτι ακούγαμε ηπειρώτικα και τα τραγουδούσαμε, αλλά θυμάμαι και ένα σαρανταπεντάρι δισκάκι που από τη μια πλευρά είχε τη «Συννεφούλα» και από την άλλη το «Ντιρλαντά» του Σαββόπουλου. Κατά τα άλλα, κάναμε διακοπές στην Αιδηψό με τη γιαγιά για τα λουτρά, αλλά περνάγαμε τέλεια. Είχε σινεμά και εκεί βλέπαμε καταπληκτικές ταινίες, «Κατσαριδάκι αγάπη μου», τα «Σαγόνια του Καρχαρία» –έκανα να κοιμηθώ μέρες όταν το είδα–, Μπαντ Σπένσερ, Tέρενς Χιλ, αυτό ήταν το καλοκαιρινό ρεπερτόριο. Το άλλο που θυμάμαι ήταν τα μπάνια στο Πόρτο-Ράφτη, στον Άγιο Ανδρέα, που πηγαίναμε με πούλμαν, όλη η γειτονιά, και μια κασέτα που έπαιζε μόνιμα το «Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε», Κοινούση και άλλα παρεμφερή.
• Στο σπίτι διάβαζαν, εγώ όχι, ήμουν πολύ μέτριος μαθητής, ενώ η αδερφή μου ήταν πολύ μελετηρή – εκείνη σημαιοφόρος, εγώ πάτος. Κατάλαβα μετά ότι ήμουν ένα ευτυχισμένο παιδί που τα ρουφούσε όλα. Βέβαια, είχα περιπέτειες γιατί έμενα μετεξεταστέος και τα καλοκαίρια ήταν κόλαση, διάβαζα για να περάσω τις τάξεις. Τελικά έδωσα, για λίγο δεν πέρασα στη Νομική, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, και πήγα αμέσως στρατό για να ξεμπερδέψω. Έκανα τη θητεία μου στο Ναυτικό, που τότε ήταν 25 μήνες, στο αντιτορπιλικό «Πάνθηρ», με το οποίο οργώσαμε όλο το Αιγαίο. Πέρασα υπέροχα γιατί ήμουν πολύ νέος και είχα αντοχές και άγνοια κινδύνου. Το πιστεύω ότι αν πας φαντάρος πολύ μικρός είναι πολύ διαφορετική η εμπειρία, γιατί μπορείς και να υπομείνεις τον κάθε περίεργο, και να τσαμπουκαλευτείς, και να πληρώσεις το τίμημα, και να καταπιείς κάτι χωρίς κανένα κόστος. Όσο μεγαλώνεις, γίνονται πιο βαριά τα «ένσημα», μετράει αλλιώς.
• Αφού τελείωσαν τα χρόνια του στρατού, έπρεπε να κάνω κάτι για να ζήσω. Ξεκίνησα διάφορες δουλειές, ήμουν σε μια εταιρεία πετρελαίων και είχα και ένα έξτρα εισόδημα γιατί βγάζαμε τα κοινόχρηστα των πολυκατοικιών, αργότερα δούλεψα σε μια ασφαλιστική εταιρεία. Κάπως έτσι εξασφάλισα κάποια οικονομική ανεξαρτησία.
• Θέατρο μέχρι τότε έβλεπα στοιχειωδώς. Μου άρεσε, έβγαζα εισιτήρια στην πρώτη σειρά, γιατί ήθελα να βλέπω από κοντά, αλλά δεν είχε περάσει από το μυαλό μου να ασχοληθώ με το θέατρο. Μάλιστα, μια φορά, για να κάτσω στην πρώτη σειρά είχα κάπως μεταμφιεστεί. Πήρα τα γυαλιά του παππού μου, έσπασα το ένα τζάμι για να με δει η ταμίας –στην οποία έδωσα και ένα γερό χαρτζιλίκι– ότι είχα πρόβλημα με τα μάτια μου, ώστε να έχω προνομιακή μεταχείριση. Από αυτές τις παραστάσεις τα θυμάμαι όλα, έμενα μαρμαρωμένος, ούτε στο διάλειμμα δεν σηκωνόμουν, σεβόμουν πολύ τους ηθοποιούς που έπαιζαν. Ανέκαθεν παρατηρούσα τις λεπτομέρειες, μου άρεσε να μπαίνω και να βγαίνω στα πράγματα και να παρακολουθώ τις συμπεριφορές, κάτι που έκανα από μικρός.
• Είχα έναν φίλο που μου έλεγε «πήγαινε, ρε συ, να δώσεις εξετάσεις σε μια δραματική» κι εγώ έλεγα «δεν θέλω». Βρέθηκα να συναναστρέφομαι τον Άκη Δαβή που έγινε ο δάσκαλός μου και εγώ επί της ουσίας ο πρώτος μαθητής του. Τον είχα δει μια φορά όταν πήγα στο θέατρο της Νόνικας Γαληνέα να δω την «Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» και θέλησα μετά να πάω να πω «συγχαρητήρια» στους καλλιτέχνες. Πηγαίνοντας προς τα καμαρίνια, στο υπόγειο, άνοιξα, θυμάμαι, κατά λάθος μια πόρτα και είδα τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, την Αμαλία Μουτούση και τον Άκη Δαβή που έκαναν πρόβες για τη «Μήδεια» στο Ιλίσια Studiο. Ξεκίνησα, λοιπόν, μαθήματα με τον Άκη που τον ένιωθα σαν πνευματικό πατέρα, μάθαινα τα πάντα, δεν είχα ανάγκη να πάω σε σχολή. Στη συνέχεια κάναμε απίστευτα πράγματα στο Ιλίσια Studiο. Ήμασταν δυο τρεις μαθητές, ο Μαρμαρινός μάς έκανε βιοενέργεια, αλλά δεν είχα άδεια για να δουλεύω και αποφάσισα να δώσω εξετάσεις.
• Έδωσα και στο Εθνικό και στο Τέχνης και σε όλες τις σχολές το ίδιο πράγμα, τον μονόλογο του Ιάσονα. Δεν τον είχα διαβάσει, τον άκουγα στις πρόβες του Μιχαήλ και τον έκανα ακριβώς. Mάλιστα εκεί άκουσα κάποιον που έδωσε τον ίδιο μονόλογο πριν από εμένα και έλεγε άλλα λόγια και μου έκανε εντύπωση, μέχρι τότε δεν είχα φανταστεί ότι υπάρχουν άλλες μεταφράσεις, νόμιζα ότι ήταν μία και μοναδική αυτή που έκαναν στο Ιλίσια Studiο. Δηλαδή, ήμουν εντελώς απροετοίμαστος, ίσως γιατί δεν με πολυένοιαζε, δεν είχα σκοπό να γίνω ηθοποιός. Πέρασα τις πρώτες εξετάσεις στο Εθνικό και έπρεπε να περάσω και τις επόμενες, αλλά δεν γινόταν να κάνω τα ίδια. Ο Άκης μού έδινε κάτι φωτοτυπίες με κείμενα που δεν ήξερα ούτε ποιου συγγραφέα ήταν, ούτε ποιος μιλούσε, απλώς τα μάθαινα. Πήγα και τους είπα ότι θα δώσω τον Γκόλντμπεργκ από το «Τράβεστις» του Στρίντμπεργκ, κάτι ανύπαρκτο και όλο λάθος. Και μου λένε «σας ακούμε». Με το που ακούω το «σας ακούμε», μου γύρισαν τα μάτια. Λέω «με δουλεύουν, κατάλαβαν την ανοησία που είπα και με δουλεύουν ψιλό γαζί», και φόρτωσα. Ό,τι λέξη μού ερχόταν την έλεγα, έκανα ένα κομμάτι αποφασισμένος ότι θα κοπώ, οπότε τα έδωσα όλα για όλα, ανέβηκα και σε μια καρέκλα. Και κάποια στιγμή ακούω «εντάξει, νεαρέ», αλλά δεν κατάλαβα ότι έπρεπε να σταματήσω. Ακούω ξανά «εντάξει, νεαρέ» και εξοργίστηκα από την επιτακτική φωνή. Θεωρώντας ότι με είχαν κόψει, γύρισα και είπα με ένα αδιανόητο θράσος «θα σταματήσω όταν τελειώσω εγώ» και σηκώθηκαν όλοι και με κοιτάζαν έκπληκτοι. Εν τω μεταξύ, να πω ότι ήμουν πολύ κουρασμένος από τη δουλειά στα πετρέλαια και με πήρε ο ύπνος σε έναν πάγκο στη σχολή όταν φώναζαν τα ονόματα. Ήρθε και με ξύπνησε ο γραμματέας της σχολής, ο κύριος Τάκης, και παρακάλεσε την επιτροπή να με ακούσει, μάζευαν εκείνη την ώρα τα πράγματά τους. Τελικά, αφού με άκουσαν έχοντας μείνει κάγκελο, είπα «θα σας πω τον Ιάσονα ξανά, αλλά διαφορετικά». Έμεινα κόκαλο που με άκουσαν. Δεν είχα ετοιμάσει ούτε ποίημα. Τους είπα ότι θα έλεγα την «Πέτρα» του Καβάφη, που επίσης δεν υπάρχει, δηλαδή έβλεπαν έναν τύπο να υποστηρίζει σοβαρά ένα ποίημα που δεν υπάρχει. Δεν με έδιωξαν αλλά μου ζήτησαν να χορέψω και να τραγουδήσω. Χόρεψα ένα τσάμικο τραγουδώντας τη «Βασιλαρχόντισσα», με τη Μαρία Χορς να χτυπάει ένα τυμπανάκι, και στο τέλος αυτών των ατέλειωτων, όπως μοιάζουν σήμερα, εξετάσεων και την «Ασημούλα», κάνοντας αυτοσχεδιασμό. Και βγαίνουν τα αποτελέσματα και είχα περάσει στο Εθνικό. Πέρασα και στο Τέχνης, μάλιστα έπαιρναν τηλέφωνο στο πατρικό μου, στη μαμά μου, που νόμιζε ότι είχαμε κερδίσει προσκλήσεις, να πάω να γραφτώ και να μην πληρώνω.
• Στο Εθνικό κάναμε την πρώτη συνάντηση, είχαμε υπεύθυνο έτους τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο και ήταν σαν να παρακολουθούσα το Θέατρο Τέχνης, που ήταν η καλλιτεχνική του καταγωγή, μέσα στο Εθνικό. Εγώ όμως, επειδή είχα κλείσει να παίξω στην «Ελευθερία στη Βρέμη» σε σκηνοθεσία του Στέλιου Παυλίδη, πήγα σε αυτόν τον γλυκό άνθρωπο, τον Τάσο Ρούσσο, και είπα «δεν μπορώ να μείνω στη σχολή γιατί είμαι σε μια παράσταση, είμαι ηθοποιός». Βέβαια, αυτό που παρουσίαζα δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα, δεν ήμουν ο υπερεπαγγελματίας που είχε κλείσει σεζόν να δουλέψει. Κι εκείνος μου λέει: «Δεν πειράζει, Γιάννη μου, να πας να κάνεις την παράστασή σου και του χρόνου η θέση σου θα είναι εδώ και θα σε περιμένει». Πήγα την επόμενη χρονιά και, θυμάμαι, ο Μιχαλακόπουλος ρωτούσε γιατί διαλέξαμε αυτήν τη σχολή. Εγώ απάντησα «γιατί είναι τζάμπα, κύριε Μιχαλακόπουλε» και ένα ολόκληρο έτος γύρισε και με κοίταξε, αλλά εκείνος κατάλαβε, γιατί κι εκείνος ήταν σαν τη μύγα μες στο γάλα. Αυτά τα χρόνια στη σχολή τα θυμάμαι γιατί είχαμε μια ενέργεια γήινη και αυθεντική, καθόλου ακαδημαϊκή, ήταν κάτι που γούσταρα παράφορα. Κατά τα άλλα, εγώ δεν έκανα φοιτητική ζωή γιατί δούλευα, και στη συνέχεια, μετά τη σχολή, πήγα στην Πάτρα, στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών, και στο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα πήγα στο τμήμα Ρωσικής Φιλολογίας, Ρωσικής Γλώσσας και Σλαβικών Σπουδών. Όλα αυτά τα έκανα επειδή μου άρεσαν, δεν είχα στόχο, δεν είχα καμία φιλοδοξία, πήγαινα με το ρεύμα και έκανα καριέρα τυχαία. Δούλευα παράλληλα, και δουλεύω μέχρι και σήμερα, έτσι μέσα μου τα είχα διαχωρίσει εξαρχής, δεν ένιωθα ότι θα βγω στην αγορά και θα ζήσω από αυτό. Οι άνθρωποι με τους οποίους έκανα εγώ θέατρο ήταν στην καλύτερη περίπτωση με χαρτζιλίκια κι εγώ δούλευα από καύλα. Ήταν και είναι μια περίοδος διαρκούς μαθητείας το θέατρο, μέχρι σήμερα, εδώ και 35 χρόνια, είναι μια ανάγκη μου να συμμετέχω, ένας διακαής πόθος να παίζω, να είμαι εμπλεκόμενος, δεν είναι ότι θέλω να παίξω αυτόν ή τον άλλο ρόλο. Όταν ερχόταν κάτι και πληρωνόμουν, έκανα πάρτι, σαν να είχα κερδίσει τζόκερ και λόττο μαζί.
• Από εκείνη την πρώτη παράσταση, την «Ελευθερία στη Βρέμη», δεν σταμάτησα να εργάζομαι στο θέατρο και να παίζω, δεν υπάρχει υπόγειο και εξώστης που δεν έχω «χτίσει». Βιοποριζόμουν από αλλού, οπότε δεν είχα αγωνία να αποδείξω κάτι, ένιωθα πλήρης και με τον όγδοο ρόλο, που για μένα ήταν πρωταγωνιστικός, αρκεί να γούσταρα. Ήμουν στο θέατρο Πολύτεχνο, μετά ήρθαν τα χρόνια του Αμόρε, το «Έγκλημα και Τιμωρία», η«Ζάλη των ζώων πριν τη σφαγή», που ήταν μεγάλες εμπειρίες. Αγάπησα εκεί τους ανθρώπους, όλα τα πράγματα εκείνη την εποχή ήταν πολύ προσωπικά, όπως μια αλησμόνητη περφόρμανς στο φουαγέ, δική μου, το «Δον ή Απαγορεύεται η είσοδος σε γυναίκες», πράγματα που φαντάζουν σήμερα απίθανο να συμβούν. Μέχρι σήμερα κάνω και τα δικά μου πράγματα με την εταιρεία μου, «Η Ρόζμαρι στην Κορφή των Λόφων», με την οποία έχουμε κάνει Μπέκετ, Ροΐδη, Σολωμό, πράγματα σημαντικά.
• Αυτό είναι ένα συνεχές ταξίδι που έκανα, αδιάλειπτο, από χώρο σε χώρο, με σημαντικές εμπειρίες, χωρίς να έχω πάρει ποτέ επιχορήγηση αλλά και χωρίς να με απασχολήσει αν θα είμαι πρωταγωνιστής ή διάσημος. Δεν έγινα πρωταγωνιστής μόλις βγήκα από τη σχολή, δεν συνέβησαν έτσι τα πράγματα. Ο σοφός λαός λέει «κάθε πράγμα στον καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο». Την ώρα που έπρεπε ασχολήθηκαν μαζί μου και δεν ένιωσα ποτέ ζήλια ή ανταγωνισμό, παρά μόνο απεριόριστο θαυμασμό.
• Μια μέρα, μετά την πανδημία, χτυπάει το τηλέφωνό μου από άγνωστο νούμερο και ήταν μια από τις ελάχιστες φορές που το έχω σηκώσει. Ήταν ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης, με τον οποίο δεν γνωριζόμασταν, που ήθελε να συναντηθούμε. Είχα αφήσει τότε μια μακριά γενειάδα, λέω «θα πάω να ευπρεπιστώ πριν από το ραντεβού», αλλά δεν πρόλαβα. Όταν συναντηθήκαμε του λέω «θα ξυριστώ» και μου λέει «όχι, σε παρακαλώ», γιατί έπρεπε να δείχνω μεγάλος. Πήρα την ιστορία, τη διάβασα, ήταν κάτι ωμό και σκληρό και φοβήθηκα το αντίκρισμα που θα είχε. Είπα τους φόβους μου, αλλά θέλω να πω ότι αυτό που είδαμε στη συνέχεια είχε απόλυτη συνέπεια με το κείμενο και ο Χριστόφορος δεν έκανε καμία έκπτωση.
• Φτάνω στους Παξούς, δεν είχα ιδέα πού θα μείνω και τι θα κάνω και μπαίνω σε ένα καφενείο να φάω κάτι, γιατί είχα λυσσάξει της πείνας. Ήμουνα με τη γενειάδα σαν κλοσάρ και με ρωτάει αυτός ο τύπος που είχε το μαγαζί «εσύ τι θες εδώ;». Λέω «τίποτα, έτσι έχω έρθει, κάτι φίλοι κάνουν γυρίσματα». «Α», μου απαντάει, «κάνει ο Παπακαλιάτης γυρίσματα, είναι από εδώ. Άκου, δεν ξέρω τι ιστορία θα είναι, αλλά ό,τι κι αν είναι, είτε στην τηλεόραση είτε στο σινεμά, ένα ξέρω: άμα γαμάει ο κακός της, θα πετύχει». Τα έλεγε αυτά σε μένα, μη έχοντας ιδέα τι θα παίξω. Κάναμε τα γυρίσματα και μετά πήρε τον δρόμο του το πράγμα.
• Μιλώντας για την εμπειρία, εκεί, στους Παξούς, ήμουν απομονωμένος, και ξέρεις ότι είμαι άνθρωπος κοινωνικός, ανοιχτός και χαρούμενος. Δεν ξέρω πώς έτυχε. Δεν συνέβαινε κάτι, το αντίθετο, ήταν καταπληκτικά και τα γυρίσματα και οι άνθρωποι και ο Χριστόφορος είναι ένα κομμάτι μάλαμα, έξυπνος και ευφυής και με καλή ενέργεια – αλλιώς, αν δεν περνάς καλά και δεν είσαι καλά και ισορροπημένος, δεν μπορεί να προκύψει κανένα αποτέλεσμα. Και νομίζω ότι κι εγώ που δεν ήμουν φίλος του Χριστόφορου μπήκα σε όλη αυτή την ιστορία και πίστεψα με τον ίδιο τρόπο που νομίζω ότι πίστεψε ο καθένας μας. Απλώς το δικό μου ήταν ένα πολύ στριφνό και δύσκολο μονοπάτι, του κακού.
• Το φοβερό ήταν ότι το «Μαέστρο» γυρίστηκε και δεν προβλήθηκε την πρώτη χρονιά αλλά τη δεύτερη, κι εγώ, επειδή έκανα έναν μικρό ρόλο, δευτερεύοντα, υπέγραψα, μου έδωσαν τα χρήματα και αυτό ήταν. Θεωρούσα ότι αυτό έκαναν όλοι, αλλά όχι. Ήμουν ο μόνος που είχε υπογράψει στα «τυφλά». Οι άλλοι πήγαν με τους δικηγόρους τους και τους συνεργάτες τους, διαπραγματεύτηκαν την αμοιβή τους και φυσικά έβαλαν ρήτρες. Όταν, λοιπόν, τελειώσαμε τα γυρίσματα, μου ήρθε μια άλλη πρόταση, να κάνω έναν ρόλο στο «Αυτή η νύχτα μένει» – δεν είχα καμία δέσμευση. Και ξαφνικά παιζόταν η μία σειρά στον Alpha Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη και το «Μαέστρο» στο Mega Πέμπτη – νομίζω αυτό δεν έχει συμβεί σε άλλον ηθοποιό, να είναι παράλληλα σε δύο ιδιωτικά κανάλια. Ήμουν ο τελευταίος τροχός της αμάξης και κανένας δεν σκέφτηκε να μου βάλει ρήτρα, για να καταλάβεις την εκτίμηση που είχαν οι άλλοι σε μένα, που το ήξερα κιόλας. Πώς το λένε, ήμουνα για τους καφέδες, άλλοι ήταν οι πρωταγωνιστές, και κυριολεκτώ με αυτό που λέω, ανεξάρτητα από το πώς ήταν ο ρόλος. Ο κόσμος έβλεπε τέσσερις μέρες την εβδομάδα συνέχεια το ίδιο πρόσωπο, σε εντελώς διαφορετικά πράγματα, έναν αχαρακτήριστο τύπο από τη μια, που σάπιζε τον γιο του τον ομοφυλόφιλο στο ξύλο, έναν εμετό της κοινωνίας, και μια ψυχούλα από την άλλη, που έλιωνε για μια τραγουδιάρα. Εδώ να σου πω ότι αυτόν τον ρόλο, τον Χαράλαμπο, αισθανόμουν μια ντροπή όταν τον έπαιζα, και αυτός ήταν και ένας λόγος που απομονωνόμουν από τους ανθρώπους και από το περιβάλλον, και το επαγγελματικό και το προσωπικό.
• Βεβαίως και με βοήθησε η τηλεόραση, γιατί ακολουθεί τις αρχές του καπιταλισμού, ό,τι πουλάει το αγοράζουμε, κι εγώ ήμουν μέσα σε αυτή την ιστορία. Γιατί όταν έκανα τη «Μαύρη Γαλήνη» του Μαρωνίτη στον Εξώστη του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, ο Σταύρος Γασπαράτος που έκανε τη μουσική πήρε το βραβείο Κουν για πρωτότυπη μουσική σε θεατρική παράσταση κι εγώ για την ερμηνεία σε θεατρική παράσταση, αλλά αυτό είναι κάτι που ξέρουμε μεταξύ μας. Όπως και όταν έκανα ένα ταινιάκι στo 48 Hour Film Project με μια ομάδα που λεγόταν Blind Mice και πήρα το βραβείο καλύτερου ηθοποιού στο 48HFP Global Best Acting Award 2009 ανάμεσα σε 79 κράτη στο Λας Βέγκας. Αυτό το έμαθα εγώ, η μάνα μου και η αδελφή μου, που τις κέρασα σουβλάκια για να το γιορτάσουμε. Θέλω να πω ότι για μένα δεν άλλαξε τίποτα με μια μεγάλη επιτυχία όπως το «Μαέστρο». Γιατί έχω μεγαλώσει κάπως αλλιώς, σε μια συνοικία συγκεκριμένη, με οικογένεια και γειτόνους και φίλους, και όλα τα άλλα είναι υποσημειώσεις στο επίπεδο του καπιταλισμού και, αν θες, και μια εξαργύρωση όλων αυτών των εισιτηρίων που έχω πληρώσει εδώ και τριάντα πέντε χρόνια. Σαν να έρχονται οι συναλλαγματικές του παρελθόντος, χωρίς να κάνω έκπτωση πουθενά.
• Λατρεύω το σινεμά, δεν ξέρω πόσες ταινίες μικρού μήκους έχω κάνει και λέω πάντα «ναι» σε νέους δημιουργούς. Αν δεν πω στον μαθητή, που παίρνει το κουράγιο να με πάρει τηλέφωνο, ότι δέχομαι, τι κάνουμε; Οι ταινίες μικρού μήκους με θρέφουν ψυχικά και δεν με νοιάζει καθόλου για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, δεν με ενδιαφέρει άλλο από το να είμαι εκεί και να δώσω και όποια βοήθεια χρειαστεί. Από τη δική μας εμπειρία θα μάθουν, δημιουργώντας με όσα λεφτά μπορούν να μαζέψουν με κόπο.
• Την άνοιξη που πέρασε κάναμε με την Έλενα Μαυρίδου τη «Δεσποινίδα Τζούλια» του Στρίντμπεργκ, έναν κύκλο παραστάσεων που σκηνοθέτησα και θα επαναλάβουμε στο θέατρο Χώρος από τον Νοέμβριο κάθε Δευτέρα και Τρίτη, θα κάνουμε και μια μικρή περιοδεία. Παράλληλα, είμαι σε μια συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου με το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, τη «Γυναίκα της Ζάκυθος - Διάλογος στα ερείπια του Μεσολογγίου» σε σκηνοθεσία Μάνου Καρατζογιάννη, που θα παίξουμε και στο Σχολείον της Αθήνας «Ειρήνη Παπά».
• Έχουμε επίσης τη «Σαρμάντζα» του Κωνσταντίνου Δομηνίκ που έχει σκηνοθετήσει η Έλενα, παίχτηκε πέρσι στο Φεστιβάλ Αθηνών και θα την παρουσιάσουμε στην Κατερίνη. Ξεκινάω και γυρίσματα για μια σειρά που λέγεται «Κρίνο και Αγκάθι» στον ΑΝΤ1. Συχνά με ρωτούν αν η τηλεόραση ωφελεί έναν ηθοποιό. Δημιουργεί μια ασφάλεια οικονομική και μια ζήτηση που αυτή την εποχή στηρίζεται στις ιστορίες νέων ζευγαριών, αυτές θέλει ο κόσμος να δει. Δημιουργεί μια νέα γενιά πρωταγωνιστών που ξέρει ότι την αναζητά το σύστημα και είναι διαθέσιμη. Μόνο που αυτή η γενιά δεν συνειδητοποιεί ότι όλο αυτό είναι πρόσκαιρο. Γιατί βλέπουν τη διασημότητα, τη δημοφιλία και τα οφέλη που προκύπτουν, θα κάνουν διαφημίσεις, θα έχουν απολαβές και από αλλού. Πιστεύω πως αν η φήμη και η δόξα και όλος αυτός ο ντόρος έρθουν σε νεαρή ηλικία, είναι πάρα πολύ επικίνδυνο για οποιονδήποτε άνθρωπο. Δεν υπάρχει εγγύηση. Πώς θα αντιμετωπίσεις τη μεγάλη συντριβή όταν μετά τη μεγάλη κορύφωση βρεθείς στο ναδίρ; Στο θέατρο ζεις πιο αρμονικά, αυτό είναι το μόνο βέβαιο.
• Μιλώντας για την εποχή μας, θέλω να πω ότι υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της δικής μας γενιάς και της σημερινής. Εμείς, όπως και πάρα πολλοί άλλοι, μεγαλώσαμε με πρότυπα. Είχαμε την ανάγκη και την επιθυμία που γινόταν ανάγκη να μοιάσουμε σε κάποιον. Αυτό το πρότυπο ήταν ηθικό, δεν είχε αξία οικονομική, ανταλλακτική, αλλά εκπαιδευτική. Σήμερα, υπάρχουν πολλοί γύρω μας που, μη έχοντας και οι ίδιοι πρότυπο, αυτοπροτείνονται ως πρότυπο. Συμβαίνει σε όλες τις δουλειές, συμβαίνει στις δραματικές σχολές που με το που τις τελειώνουν διδάσκουν, ενώ για να γίνεις δάσκαλος πρέπει να παραμείνεις μαθητής για πάρα πολύ. Και καταλήγει η λέξη σκηνοθέτης να μην ανταποκρίνεται στο μυθικό της περιβάλλον, που προϋποθέτει την εμπειρία, τη γνώση, την παιδεία και την εμπειρία της γνώσης και της παιδείας. Βλέπω άπειρες σχολές που βγάζουν ά-πειρους ηθοποιούς και ανθρώπους με τίτλους που έχουν απονείμει στον εαυτό τους και γαλουχούν γενιές με δηλώσεις που τους κάνουν απλώς διάττοντες. Και εκεί τελειώνει το πράγμα.
Ο Γιάννης Τσορτέκης παίζει στη «Γυναίκα της Ζάκυθος - Διάλογος στα ερείπια του Μεσολογγίου», μια συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου με το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, που θα παρουσιαστεί και στο Σχολείον της Αθήνας «Ειρήνη Παπά» στις 29-30/8.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.