Σκηνές από έναν γάμο

Σκηνές από έναν γάμο Facebook Twitter
Ουδέποτε αντιλαμβανόμαστε τι θέλει να μας πει ετούτη η «Άλκηστις». Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος
0

Θνητοί και θεοί συμφωνούν: δεν υπάρχει καλύτερη σύζυγος από την Άλκηστη. «Ποια θα μπορούσε να την ξεπεράσει;», ρωτά η Υπηρέτρια βγαίνοντας από το παλάτι, βουτηγμένη στα δάκρυα. «Ποια άλλη θα τιμούσε τον άνδρα της περισσότερο απ’ αυτή;».

Ο Χορός, στο κείμενο του Ευριπίδη, δείχνει κι εκείνος βαθιά συγκινημένος από την πράξη της Άλκηστης, της πιο ξεχωριστής, της άριστης: «Ύμνους πολλούς θα πλέξουνε για σένα οι ποιητές πάνω σε λύρα εφτάχορδη και σε αυλούς», τραγουδούν στη νεκρή βασίλισσά τους οι πολίτες των Φερών. «Εκείνη μόνο δέχτηκε να πεθάνει για μένα», υπενθυμίζει εμφατικά ο σύζυγός της, ο Άδμητος, καλώντας τον λαό της Θεσσαλίας να κόψει τα μαλλιά του και να σιωπήσει τις μουσικές προς τιμήν της γυναίκας του.

Και η ίδια; Τι έχει να πει η ίδια η Άλκηστη για την απόφασή της; Βγαίνοντας από το παλάτι, ανασαίνοντας με δυσκολία, χλωμή κι εξασθενημένη, με τον σύζυγό της να τη στηρίζει στα τελευταία της βήματα, η ετοιμοθάνατη βασίλισσα τού απευθύνει ψύχραιμα τον λόγο: «Σε τιμώ, Άδμητε, και δέχτηκα να θυσιάσω τη ζωή μου για να μπορείς εσύ το φως του ήλιου ν’ αντικρίζεις... Θα μπορούσα ν’ αποφύγω τον θάνατο κι ευτυχής να ζούσα, με άλλον άντρα Θεσσαλό, σε μεγαλοπρεπή παλάτια, όμως δε θέλησα να συνεχίσω χωρίς εσένα, με τα παιδιά μας ορφανά... Έτσι, δε λυπήθηκα τη νιότη μου, ούτε τις χαρές της ν’ αφήσω».

Αβάσταχτος ο πόνος, αλλά τουλάχιστον υπάρχουν ευγενή κίνητρα. Ο Πλάτων εγκωμιάζει την Άλκηστη στο «Συμπόσιο», αναφέροντας το λαμπερό παράδειγμά της ως αδιάσειστη απόδειξη της δύναμης του έρωτα να διαλύει τον φόβο και να εμπνέει τις πιο γενναίες πράξεις.

Ναι, υπάρχει θεατρικότητα, υπάρχουν ευρήματα, υπάρχουν καλές στιγμές: στο άθροισμά τους, όμως, αναδύεται ένα κενό νοήματος, μια απουσία συνεκτικής ανάγνωσης. Και όλα τα ακροβατικά του κόσμου αδυνατούν να την αναπληρώσουν. 

Οι φεμινίστριες διαφωνούν σθεναρά. Η Άλκηστη πεθαίνει για να εκπληρώσει αυτό που αντιλαμβάνεται ως συζυγική υποχρέωσή της, λέει η Ραμπίνοβιτς. Η θυσία της ικανοποιεί την ανδρική ανάγκη για έλεγχο και κατευνάζει τους αρσενικούς φόβους. Η Άλκηστη, καίτοι ωριμότερη από την Ιφιγένεια, πέφτει θύμα της ίδιας πλάνης με τη θυγατέρα του Αγαμέμνονα: πιστεύει ότι πεθαίνει από επιλογή. Ότι έχει agency. Ότι το αποφασίζει η ίδια, αυτοβούλως, να θυσιάσει τη ζωή της. Στην πραγματικότητα, δέχεται να το κάνει, επειδή ακριβώς έχει διδαχθεί πως η δική της ζωή, ως γυναίκας, είναι λιγότερο σημαντική από εκείνη ενός άνδρα. Ούτε λόγος, εκ μέρους της, για μεγάλους «έρωτες» και παραμύθια.

Σκηνές από έναν γάμο Facebook Twitter
Η Ηρώ Μπέζου στέκεται με περισσή αξιοπρέπεια στο ύψος των περιστάσεων. Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος

Κι εκείνος; Την αγαπάει εκείνος;

«Ο απελπισμένος Άδμητος ικετεύει την Άλκηστη να τον περιμένει στον τάφο της, όμως ποτέ δεν τού περνά από το μυαλό η ιδέα να την περιμένει εκείνος στον δικό του», γράφει ο Γιαν Κοτ, σαρκάζοντας τον Άδμητο. Πράγματι κάτι δεν πάει καλά με τον βασιλιά των Φερών. Φέρεται σαν να τον εγκαταλείπει άκαρδα η γυναίκα του, σαν να τον προδίδει, σαν να τον επιβουλεύεται: «Τι κάνεις; Μ’ αφήνεις;» τη ρωτάει σαστισμένος, γεμάτος αγανάκτηση, λες και δεν γνωρίζει πού οφείλεται η «αναχώρησή» της και για πού το ’βαλε η γυναίκα του. Θα φτιάξει, λέει, ένα άγαλμα με τη μορφή της για να του κρατάει συντροφιά τα βράδια στο κρεβάτι (φετιχιστή τον αποκαλεί η Ραμπίνοβιτς). Της υπόσχεται πως θα πενθεί για πάντα την απώλειά της και την επομένη της κηδείας φιλοξενεί στο παλάτι τον μεθύστακα αλογοκλέφτη Ηρακλή, που επιδίδεται σε άπρεπα γλέντια τσακίζοντας τα νεύρα των υπηρετών. Κι ενώ ορκίστηκε στην Άλκηστη να μην πάρει ποτέ άλλη γυναίκα, δέχεται, με μεγάλο δισταγμό ομολογουμένως, την ξένη που του φέρνει ο Ηρακλής, η οποία –ω, τι θαύμα!– μοιάζει εκπληκτικά με τη νεκρή.

Χλευαστική ανάσταση ή θανατηφόρος γάμος; Μια νέα αρχή ή μια νέα προδοσία; Είναι τελικά θύμα της πατριαρχίας η Άλκηστη ή μια γνήσια ηρωίδα που κερδίζει θαρρετά την υστεροφημία της; Μια «ανόητη», όπως την αποκαλεί ο πεθερός της (γιατί μόνο μια ανόητη θα πέθαινε για έναν γελοίο), ή μια «αγία», που θυσιάζεται για το καλό της οικογένειας και του οίκου του ανδρός της; Είναι δειλός ο Άδμητος ή ένα τραγικό πρόσωπο που συντρίβεται συνειδητοποιώντας τη συμφορά που προκάλεσε; Με τι έχουμε να κάνουμε; Με μια αυτοκτονία ή με μια γυναικοκτονία; Και τι συμβαίνει στο τέλος; Είναι ή δεν είναι η Άλκηστη αυτή η μυστηριώδης, πεπλοφορεμένη γυναίκα; Και γιατί στέκεται σιωπηλή μπροστά στους δύο άντρες που χαριεντίζονται;

Ένας τραγικός κόσμος αναποδογυρίζει και φανερώνει το γκροτέσκο πρόσωπό του. Ίσως δεν υπάρχει πιο αινιγματικό έργο από την «Άλκηστη» στο αρχαίο δραματολόγιο. Όλα ακροβατούν. Όλα είναι διττά. Όλα αυτοαναιρούνται.

«Υπάρχουν δύο πιθανότητες», γράφει ο Κοτ. «Nα δούμε την Άλκηστη είτε σαν αποτυχημένη τραγωδία και σαν μια μεγάλη παρανόηση, είτε σαν έργο που χαρακτηρίζεται από έναν άγνωστο στο αρχαίο δράμα βαθμό δηλητηρίου και πονηριάς».

Σκηνές από έναν γάμο Facebook Twitter
Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος
Σκηνές από έναν γάμο Facebook Twitter
Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος
Σκηνές από έναν γάμο Facebook Twitter
«Ποια είναι αυτή η κοινωνία που, με σιωπηλή συναίνεση, διαπράττει δολοφονίες;» αναρωτιέται ο σκηνοθέτης στο σημείωμά του. «Ποιοι είναι εκείνοι που χορεύουν πάνω από ένα πτώμα;». Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος

Η ολισθηρότητα αυτή του κειμένου προσέλαβε στην παράσταση της Επιδαύρου μια απρόσμενα κυριολεκτική διάσταση: οι ηθοποιοί, αναγκασμένοι να κινούνται πάνω σε μια επικλινή τριγωνική πλατφόρμα, διέτρεχαν ανά πάσα στιγμή τον κίνδυνο να γλιστρήσουν και να βρεθούν στην αγκαλιά του Θανάτου, δηλαδή της Θεοδώρας Τζήμου, που, αγέλαστη μέσα στο πυργοειδές κρινολίνο της, στεκόταν στο «στόμιο» ετούτης της υπερμεγέθους μαύρης χοάνης, δεσποτικά στημένης από τον σκηνογράφο επάνω στην ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου (η οποία, σημειωτέον, δεν συμφιλιώθηκε ποτέ μαζί του, αλλά το υπέμενε στωικά καθ’ όλη τη διάρκεια ως ξένο σώμα, αταίριαστο, που της επιβλήθηκε «άνωθεν»).

«Ποια είναι αυτή η κοινωνία που, με σιωπηλή συναίνεση, διαπράττει δολοφονίες;» αναρωτιέται ο σκηνοθέτης στο σημείωμά του, στο πρόγραμμα της παράστασης. «Ποιοι είναι εκείνοι που χορεύουν πάνω από ένα πτώμα;» Πράγματι, η πρώτη ενδιαφέρουσα στιγμή της παράστασης σημειώνεται όταν ο Άδμητος (Γιάννης Νιάρρος) αφήνει ξαφνικά την ετοιμοθάνατη Άλκηστη (Ηρώ Μπέζου) να πέσει από τα χέρια του και να κυλήσει –σε μια διαδικασία που θα διαρκέσει ώρα, φυσικά– προς το χείλος του «γκρεμού». Η χειρονομία αυτή, ένδειξη αναισθησίας, σολιψισμού ή εγκληματικής αμέλειας, εγείρει μια υπόσχεση, ότι η σκηνοθεσία δηλαδή θα σταθεί κριτικά απέναντι σε τούτο τον ήρωα, θα μιλήσει για τα εγκλήματα των ανδρών εις βάρος των γυναικών (τους). Και η σκηνή που ακολουθεί, η διονυσιακή ευφορία του Χορού, χέι, χέι, χέι, «μες στην ψυχή μου φωλιάζει ελπίδα», δίπλα στο άψυχο παρατημένο σώμα, καλλιεργεί περαιτέρω τις προσδοκίες μας.

Όμως, φευ, οι τελευταίες διαψεύδονται στη διάρκεια του κομμού (του θρήνου που μοιράζεται ο υποκριτής με τον Χορό), μετά την κηδεία της Άλκηστης, όταν ο Άδμητος-Νιάρρος παραδίδεται σε έναν σπαραγμό για την απώλειά του, αναλογίζεται την ερημιά της ζωής του και καταλαμβάνεται από επιθυμία θανάτου. «Τώρα καταλαβαίνω, τώρα νιώθω... Πώς θ’ αντέξω μέσα στο σπίτι να μπω; Πού να σταθώ;» μοιρολογεί ενώ σέρνεται προς το χείλος του σκηνικού και ο Χορός, γαντζωμένος πάνω του σαν σμάρι από μέλισσες, καταβάλλει τεράστια προσπάθεια για να τον συγκρατήσει. Πώς να ψέξουμε αυτόν τον ευαίσθητο άνδρα που λιώνει από θλίψη ενώπιόν μας; Ο υπαίτιος έχει ξεπλυθεί από την «αμαρτία» του, έχει ρομαντικοποιηθεί ως μετανοημένος, έχει κερδίσει τη συμπάθειά μας: ετούτος ο Άδμητος είναι, απλά, αξιαγάπητος.

Σκηνές από έναν γάμο Facebook Twitter
H Θεοδώρα Τζήμου, αγέλαστη μέσα στο πυργοειδές κρινολίνο της, στεκόταν στο «στόμιο» της υπερμεγέθους μαύρης χοάνης. Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος
Σκηνές από έναν γάμο Facebook Twitter
«Πώς θ’ αντέξω μέσα στο σπίτι να μπω; Πού να σταθώ;» μοιρολογεί ενώ σέρνεται προς το χείλος του σκηνικού o Άδμητος και ο Χορός, γαντζωμένος πάνω του, καταβάλλει τεράστια προσπάθεια για να τον συγκρατήσει. Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος

Πέραν τούτου, τίθεται ένα σφοδρό ζήτημα ύφους. Αν αρχικά, στην έξοδο της Άλκηστης, επιδιώκεται η τραγικότητα, τότε αυτή δίνει διαδοχικά τη θέση της στη «χαμηλή» κωμωδία και την κλοουνερί στις σκηνές του Ηρακλή, στην «υψηλή» κωμωδία και την πόζα στη σκηνή του Φέρη, στην τραγωδία την ώρα του κομμού, και, τέλος, σε ένα αμήχανο κλείσιμο. Η ποικιλομορφία δεν είναι το πρόβλημα: το πρόβλημα είναι ότι τα πράγματα δεν αναμειγνύονται ποτέ (εκτός, ίσως, από δυο-τρεις στιγμές, αλλά κι εκεί αβέβαια). Αντιθέτως, παραμένουν διαχωρισμένα, και, ως εκ τούτου, αποδυναμωμένα και αποπροσανατολισμένα.

Η αμφισημία, θεμελιακή αρχή του έργου, δεν υπηρετείται κόβοντας το σε κομματάκια, χοροπηδώντας ανάμεσα στα ύφη και τα είδη. Τα δοχεία είναι συγκοινωνούντα. Το δηλητήριο και η πονηριά για τα οποία μιλά ο Κοτ πρέπει να κυλούν και να διαποτίζουν ανά πάσα στιγμή το όλον. Χρειάζεται μια συνολική απόφαση, ένα ευρύτερο όραμα, που να πυροδοτεί τις κυκλοφορίες των υγρών και να σηματοδοτεί το τελικό στίγμα, όπως το περιγράφει τόσο εύγλωττα ο Υπηρέτης (εξαιρετικός Αινείας Τσαμάτης): «Κι έτσι, δυο μελωδίες άκουγες μέσα στο σπίτι· τραγουδούσε αυτός [ο Ηρακλής] με πάθος, μεθυσμένος, παρά τη συμφορά, κι εμείς οι υπηρέτες κλαίγαμε τη Δέσποινά μας και, μες στη λύπη, έπρεπε τα δακρυσμένα μάτια μας να κρύβουμε». Είναι κρίσιμο να επιτευχθεί αυτό το διπλό, αυτή η συγχρονία συναισθημάτων και καταστάσεων: αν αναιρεθεί, όπως εδώ, τότε έχουμε απλώς μια παράθεση επεισοδίων, το καθένα από «άλλο έργο», πληθώρα «μικρών» εικόνων που συρράπτονται αδυνατώντας να συνθέσουν μια «μεγάλη». (Αλλά για να αναφανεί η τελευταία, πρέπει κανείς πρώτα να την έχει οραματιστεί).

Σβήνονται οι αντίλαλοι, εξανεμίζεται η ειρωνεία. Όλα παρουσιάζονται «κανονικά», δίχως πέπλο. Το μυστήριο έχει αφαιρεθεί. Δεν ζούμε το «μεταξύ» (ζωής και θανάτου, κωμωδίας και τραγωδίας, εφιάλτη και πραγματικότητας), την αιώρηση του αναποδογυρισμένου, το πείραγμα της φόρμας, τη ζάλη του ανοίκειου, που γεννάται καθώς εισέρχεται κανείς στο μεταίχμιο, αγνοώντας εκ των προτέρων τι θα συναντήσει, αλλά την ασφαλή παρουσίαση του οικείου, του οριοθετημένου, του «καθαρού»: εδώ «κλαίμε», εδώ «γελάμε» (κυρίως το δεύτερο).

Σκηνές από έναν γάμο Facebook Twitter
Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος

Ναι, υπάρχει θεατρικότητα, υπάρχουν ευρήματα, υπάρχουν καλές στιγμές: στο άθροισμά τους, όμως, αναδύεται ένα κενό νοήματος, μια απουσία συνεκτικής ανάγνωσης. Και όλα τα ακροβατικά του κόσμου αδυνατούν να την αναπληρώσουν. 

Ουδέποτε αντιλαμβανόμαστε τι θέλει να μας πει ετούτη η «Άλκηστις».

«Γιατί επαναφέρουν με τη βία το σώμα μιας γυναίκας, σκοτωμένης και απαξιωμένης, που θυσιάστηκε για να σωθεί μια κοινωνία, και το περιφέρουν σαν τρόπαιο ανάμεσα στους άντρες;» συνεχίζει ο σκηνοθέτης στο σημείωμά του. Αυτή η σκληρότητα, αυτή η ταραχή δεν εισπράττονται από τον θεατή. Αν κάτι μάς μένει, αυτό είναι, δυστυχώς, ένα άγονο μούδιασμα.

Η Ηρώ Μπέζου στέκεται με περισσή αξιοπρέπεια στο ύψος των περιστάσεων, ενώ ιδιαίτερη προσπάθεια καταβάλλει ο Γιάννης Νιάρρος να ξεπεράσει την παιχνιδιάρικη φύση της φωνής και της αύρας του. Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης θυμίζει περισσότερο έναν βικτοριανό σνομπ δανδή που ηδονίζεται με την αργόσυρτη και αυτάρεσκη εκφορά του λόγου του, για να καταλήξει, ως άλλη grande dame, σ’ ένα θεατράλε τράβηγμα του κολιέ του. Ευθύβολη και γλυκιά η αφοσιωμένη Υπηρέτρια της Δήμητρας Βλαγκοπούλου, ενώ πλήρης κωμικού δαιμονίου ο Ηρακλής του Γιώργου Ζυγούρη, κυριαρχεί στη σκηνή με σαρωτική άνεση.

Θέατρο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ηρώ Μπέζου: «H Άλκηστη είναι το πρότυπο της ανιδιοτέλειας που μας λείπει»

Θέατρο / Ηρώ Μπέζου: «H Άλκηστη είναι το πρότυπο της ανιδιοτέλειας που μας λείπει»

Ένα από τα πλέον αμφίσημα έργα του Ευριπίδη ανεβαίνει στην Επίδαυρο σε λίγες μέρες, με την ταλαντούχα ηθοποιό στον ομώνυμο ρόλο. Με αυτή την αφορμή μιλήσαμε μαζί της για τα ζητήματα που εγείρει αυτό το έργο και τον τρόπο που τα προσέγγισε.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Πρώτες εντυπώσεις από την «Άλκηστη» του Καραντζά στην Επίδαυρο

Eπίδαυρος 2026 / Πρώτες εντυπώσεις από την «Άλκηστη» του Καραντζά στην Επίδαυρο

Ε, λοιπόν, ο διαολεμένος Καραντζάς χωρίς να βιάζεται, χωρίς να καπελώνει, χωρίς  να  υπογραμμίζει,  ακολουθώντας πάντα το κείμενο του Ευριπίδη, έφερε τα πάνω κάτω με δυο-τρείς ιδιοφυείς σκηνοθετικές κινήσεις.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Θωμάς Ζάμπρας: «Η ζωή είναι πολύ μικρή για να κάνεις κάτι που δεν θέλεις»

Οι Αθηναίοι / Θωμάς Ζάμπρας: «Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας είναι η αδιαφορία»

Από τα παιδικά χρόνια στα Τρίκαλα και τη μετακόμιση στην Αθήνα στα 18 του, μέχρι την ανακάλυψη του stand-up, τις πρώτες παραστάσεις και τη διαδρομή του στην κωμωδία, o Θωμάς Ζάμπρας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO και μιλά για τις επιλογές που τον διαμόρφωσαν, την Αθήνα, τις σχέσεις, την ψυχοθεραπεία και όλα όσα έμαθε μεγαλώνοντας.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Κάρλος Κουέβας: «Η ταυτότητά μας χάνεται. Ίδια παπούτσια, κινητά και μουσικές»

Θέατρο / Κάρλος Κουέβας: «Η ταυτότητά μας χάνεται. Ίδια παπούτσια, κινητά και μουσικές»

Ο διάσημος Καταλανός ηθοποιός, γνωστός από πετυχημένες σειρές του Netflix, μιλάει στη LiFO με αφορμή την παράσταση «Ζωή στα δάση» που ανέβηκε στο Τελεστήριο της Ελευσίνας.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Το κύκνειο άσμα του Λευτέρη Βογιατζή

20 χρόνια LiFO / Λευτέρης Βογιατζής για τελευταία φορά

Την εικοσαετία που μας πέρασε βιώσαμε και την απώλεια ενός από τους σημαντικότερους ανθρώπους του ελληνικού θεάτρου. Ο Λευτέρης Βογιατζής έφυγε από τη ζωή το 2013. Ο «Αμφιτρύωνας» του Μολιέρου έμελλε να είναι η τελευταία του παράσταση. Η Ελένη Ευθυμίου που υπήρξε βοηθός του μιλά για πρώτη φορά και αφηγείται όσα έζησε δίπλα του.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Τα άλλαξε όλα με το «καλημέρα»

20 χρόνια LiFO / Ο Γιώργος Λούκος τα άλλαξε όλα με το «καλημέρα»

Το 2006 είναι η πρώτη χρονιά του στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών. Το πρόγραμμα εκείνης της χρονιάς ήταν η αρχή μιας σπουδαίας περιόδου για τους Αθηναίους. Τι καινούργιο έφερε;
ΜΑΤΟΥΛΑ ΚΟΥΣΤΕΝΗ
«Λυσιστράτη»: Κι αν είμαι γυναίκα, μη με φθονείς

Αρχαίο Δράμα Explained / «Λυσιστράτη»: Πόθος και πειθώ στον Ιερό Βράχο

Ποια είναι η σχέση του έρωτα με τον πόλεμο; Ποιος ο πολιτικός ρόλος των γυναικών σε μια κοινωνία σαν την αρχαία Αθήνα; Η κριτικός θεάτρου Λουίζα Αρκουμανέα μάς μυεί στο σπουδαίο έργο του Αριστοφάνη.
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Η άνοιξη της ΕΛΣ

20 χρόνια LiFO / Η άνοιξη της Εθνικής Λυρικής Σκηνής

Η μεταφορά της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ σηματοδότησε μια νέα εποχή καλλιτεχνικής εξωστρέφειας και δημιουργικής ανανέωσης. Ανάμεσα στις σημαντικές παραγωγές που παρουσιάστηκαν στη νέα της στέγη, ξεχωρίζουμε δύο παραστάσεις-σταθμούς: τη «Φόνισσα» και τον «Βότσεκ».
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ