ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΟΦΕΣ ΜΟΥ, θα έλεγα μάλλον ότι οι γονείς έχουν μεγαλύτερο άγχος για τις Πανελλήνιες, από τα παιδιά. Ακόμα κι αν φροντίζουν να μην τους το μεταδίδουν, όσο γίνεται. Ακόμα κι εκείνοι οι γονείς που δεν πιστεύουν ότι η είσοδος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μπορεί να διασφαλίσει (ούτε καν να υποσχεθεί) κάποια σοβαρή επαγγελματική προοπτική για το παιδί τους. Συχνά όμως, η «επιτυχία» στις Πανελλήνιες – ακόμα κι αν πρόκειται για εισαγωγή σε σχολή χαμηλής βάσης και υπόληψης – αποτελεί ένα σημαντικό, έστω και τεχνητό, ορόσημο ζωής, όχι τόσο για τα παιδιά ίσως, αλλά για τους γονείς. Είναι ένα ευτυχές τέλος σε μια μακρά, παράξενη και γεμάτη απρόοπτα διαδρομή. Είναι σα να βρίσκουν τα παιδιά έναν δρόμο να πορευτούν, έστω και προσωρινά, μακριά από το σπίτι, την ώρα που οι γονείς αισθάνονται ότι κουτσά-στραβά έφεραν σε πέρας το πιο δύσκολο κομμάτι της αποστολής τους. Και μπορούν να χαλαρώσουν και οι ίδιοι πλέον, μεταβαίνοντας κι αυτοί σε ένα είδος «φοιτητικής ζωής» για μεσήλικες.
Η αίσθησή μου είναι ότι η όλη συζήτηση, με τον τρόπο και με τους όρους που διεξάγεται, βαρύνει δυσανάλογα έναν θεσμό ο οποίος παρά τις εγγενείς και πασιφανείς παθογένειές του και παρά την απαξίωση και την υπονόμευση του δημόσιου πανεπιστημίου, έχει βοηθήσει μέσα στις δεκαετίες κόσμο και κοσμάκη να εξελιχθεί, να ανελιχθεί, να «ανοιχτεί» κοινωνικά, διαφεύγοντας από την ταξική του μοίρα.
Και τώρα, στον εκκωφαντικό απόηχο της τραγωδίας με τα κορίτσια της Ηλιούπολης, έχουν βγει οι πάντες (πολιτειακοί θεσμοί, οργανώσεις, σωματεία, ψυχολόγοι και πάσης φύσεως ειδικοί, ηθοποιοί, influencers, τηλεπερσόνες, επώνυμοι κι ανώνυμοι πάσης ιδιότητας) και νουθετούν τους γονείς, επικρίνοντάς τους για την «πίεση» που ενδεχομένως ασκούν στα παιδιά για τις Πανελλήνιες, ανάγοντάς τες σε ζήτημα «ζωής η θανάτου». Η αίσθησή μου είναι ότι η όλη συζήτηση, με τον τρόπο και με τους όρους που διεξάγεται, βαρύνει δυσανάλογα έναν θεσμό ο οποίος παρά τις εγγενείς και πασιφανείς παθογένειές του και παρά την απαξίωση και την υπονόμευση του δημόσιου πανεπιστημίου (και της δημόσιας παιδείας εν γένει), έχει βοηθήσει μέσα στις δεκαετίες κόσμο και κοσμάκη να εξελιχθεί, να ανελιχθεί, να «ανοιχτεί» κοινωνικά, διαφεύγοντας από την ταξική του μοίρα.
Κάτι τέτοιο βέβαια φαίνεται να ισχύει όλο και λιγότερο, γεγονός που προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη ανασφάλεια στους γονείς, οι οποίοι αφού προσώρας ανακουφιστούν και συγχαρούν τον εαυτό τους, βρίσκονται αντιμέτωποι με την πραγματικότητα της επόμενης μέρας: αναζήτηση στέγης για τον/την πρωτοετή, τρελά ενοίκια, τρελό κόστος ζωής, σπουδές χωρίς ορίζοντα, πτυχία χωρίς αντίκρισμα στην αγορά εργασίας. Τίποτα από όλα αυτά, ούτε φυσικά και τα χαμηλά ποσοστά προσέλευσης των φοιτητών στις κάλπες, δεν εμπόδισε προχθές την τελετουργική γραφικότητα που συνοδεύει κάθε χρόνο τις φοιτητικές εκλογές: ξύλο πριν και μετά, πληθώρα τελικών αποτελεσμάτων και νικητών, καταγγελίες για βία και νοθεία, θριαμβευτικοί πανηγυρισμοί. Το γεγονός ότι, για πολλοστή φορά, δεν υπήρξε κοινώς αναγνωρισμένος νικητής, δεν εμπόδισε τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας να εκφράσει με ανακοίνωσή του τα «συγχαρητήρια στη ΔΑΠ-ΝΔΦΚ για τη νέα της νίκη στις φοιτητικές εκλογές, για 39η συνεχόμενη χρονιά!» (only in Greece, που λένε).