ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΗΝ πολιτική που μοιάζουν παράξενα οικείες. Σαν να έχεις ξαναδεί την ίδια σκηνή, με τους ίδιους πρωταγωνιστές, παρόμοια συνθήματα και γνώριμες υποσχέσεις. Ίσως το μόνο που αλλάζει κάθε φορά είναι μερικοί από τους κομπάρσους. Το τελευταίο διάστημα, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί μια προσεκτική επανατοποθέτηση στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό. Μακριά από τις εντάσεις και τη ρητορική της παλαιότερης περιόδου του, επιλέγει χαμηλότερους τόνους, στοχευμένες παρεμβάσεις και μια εικόνα πολιτικής ωρίμανσης. Αναντίρρητα, έχει δώσει σημάδια ότι χτίζει μεθοδικά το δικό του αφήγημα επιστροφής.
Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η δημοσιοποίηση, με φόντο την Πρωτομαγιά, του μανιφέστου για τη «συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας» από το ινστιτούτο του, μιας παρέμβασης με σαφές πολιτικό αποτύπωμα, που δεν κυριάρχησε τυχαία στην επικαιρότητα του Σαββατοκύριακου. Γι’ αυτό το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενο της πρωτοβουλίας αλλά κυρίως στο timing.
Παρότι το κείμενο δεν συνιστά επίσημη ιδρυτική διακήρυξη, διαβάστηκε από πολλούς ως κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή προγραμματική παρέμβαση· σχεδόν ως προαναγγελία ή ως ένα είδος πρόβας πριν από την ανακοίνωση του νέου πολιτικού φορέα από τον Αλέξη Τσίπρα. Διατρέχοντας τις περίπου 8.000 λέξεις του κειμένου, δεν είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς τα σημεία όπου συμπυκνώνεται η ιδεολογική του κατεύθυνση. Όροι όπως «νέος πατριωτισμός», «κυβερνώσα αριστερά», «εθνική αλλαγή πορείας» και «προοδευτική συμπαράταξη στα αριστερά του κέντρου» επιχειρούν να χαρτογραφήσουν έναν πολιτικό χώρο που θέλει να διεκδικήσει κομμάτι στην επερχόμενη εκλογική πίτα. Ταυτόχρονα, έννοιες όπως το «συνεργατικό κράτος» και η «νέα πορεία σύγκλισης» λειτουργούν ως γέφυρες ή, ανάλογα με την ανάγνωση, ασφαλείς γενικεύσεις.
Πρώην συνεργάτες του Αλέξη Τσίπρα περιγράφουν την κατεύθυνση του εγχειρήματος με έναν όρο που συμπυκνώνει επιφυλάξεις: ένα «αριστερό Ποτάμι». Αφήνουν αρκετούς υπαινιγμούς για μια προσπάθεια ανασύνθεσης με αβέβαιη κοινωνική επαφή, προσθέτοντας ότι διακρίνεται για τα θολά ιδεολογικά του όρια.
Επίσης, δεν λείπουν και οι αναφορές που φιλοδοξούν να προσδώσουν θεωρητικό βάθος, όπως οι ρήσεις του Ζαν Ζακ Ρουσό («Κανένας δεν θα πρέπει να είναι τόσο πλούσιος ώστε να μπορεί να εξαγοράσει κάποιον άλλο, και κανένας τόσο φτωχός ώστε να αναγκάζεται να πουλήσει τον εαυτό του») ή του Μπέρνι Σάντερς («Μπορούμε να τα καταφέρουμε και εμείς σήμερα – και θα το κάνουμε»), δίνοντας το στίγμα του πολιτικού μπλοκ στο οποίο θέλει να ενταχθεί το αφήγημα.
Δεν άργησαν να έρθουν οι πρώτες αντιδράσεις για τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία. «Τα περισσότερα που γράφει το κείμενο του ινστιτούτου περιέχονται στις θέσεις και στην απόφαση του συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ», έγραψε σε ανάρτησή του ο βουλευτής του κόμματος Παύλος Πολάκης. Από την πλευρά του ο γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ, Στέργιος Καλπάκης, δήλωσε: «Θέλουμε έναν χώρο μεγάλο, ένα ενιαίο ψηφοδέλτιο. Το “μπαλάκι” βρίσκεται στο γήπεδο του Σωκράτη Φάμελλου και ο ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία, όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα, με τις αποφάσεις του, έχει μιλήσει για την αναγκαία σύγκλιση πάνω σε αυτό το πλαίσιο».
Έντονη κριτική άσκησε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης: «Ο Τσίπρας είναι ο αυθεντικός εκφραστής των ανθρώπων που παίζουν πολιτικά σε αυτό το γήπεδο, δηλαδή των εύκολων αλλά ανέφικτων λύσεων, του λαϊκίστικου και τοξικού λόγου. Εκεί επέλεξε να παίξει ο κ. Ανδρουλάκης». Το δικό του σχόλιο για το μανιφέστο του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα έκανε και ο Δημήτρης Μάντζος από το ΠΑΣΟΚ, ο οποίος υποστήριξε ότι είναι ένα κείμενο το οποίο εντάσσεται σε μια εσωτερική περιδίνηση στον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ. Τέλος, το μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Χριστίνα Παναγιωτακοπούλου, σημείωσε: «Καταθέτει τα διαπιστευτήριά του στο σύστημα προκειμένου να τον εμπιστευτεί ξανά».
Στο παρασκήνιο, πρώην συνεργάτες του Αλέξη Τσίπρα περιγράφουν την κατεύθυνση του εγχειρήματος με έναν όρο που συμπυκνώνει επιφυλάξεις: ένα «αριστερό Ποτάμι». Αφήνουν αρκετούς υπαινιγμούς για μια προσπάθεια ανασύνθεσης με αβέβαιη κοινωνική επαφή, προσθέτοντας ότι διακρίνεται για τα θολά ιδεολογικά του όρια. Την ίδια στιγμή, από τον ευρύτερο χώρο της αριστεράς διατυπώνονται συγκεκριμένες ενστάσεις. Στο κείμενο επισημαίνεται η απουσία αναφορών σε κρίσιμα ζητήματα της επικαιρότητας, από το ουκρανικό μέχρι το δημογραφικό, ενώ δεν πέρασε απαρατήρητη και η αποφυγή οποιασδήποτε ονομαστικής μνείας στο Ισραήλ. Στην Κουμουνδούρου, πάντως, το μανιφέστο και οι δημόσιες παρεμβάσεις του πρώην πρωθυπουργού δεν προκάλεσαν ενθουσιασμό. Αντιθέτως, ενίσχυσαν μια ήδη υπαρκτή αμηχανία για την επόμενη μέρα. Γιατί, πέρα από τις διακηρύξεις περί σύγκλισης, πληθαίνουν οι εκτιμήσεις ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κινείται σε μια τροχιά σταδιακής διάλυσης. Μάλιστα, μέσα στο Σαββατοκύριακο στελέχη του όπως ο Διονύσης Τεμπονέρας εξέφρασαν τη στήριξή τους στον πρώην πρωθυπουργό με τηλεοπτικές δηλώσεις.
καθηγητής Πολιτικής Συμπεριφοράς
Στο ίδιο κλίμα προβληματισμού για το περιεχόμενο και τη στόχευση του μανιφέστου κινούνται και οι εκτιμήσεις πολιτικών αναλυτών, οι οποίοι επιχειρούν να ερμηνεύσουν τόσο τη συγκυρία της δημοσιοποίησής του όσο και τον ρόλο που καλείται να παίξει στο ευρύτερο εγχείρημα του πρώην πρωθυπουργού. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Συμπεριφοράς στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Γιάννη Κωνσταντινίδη, ο οποίος σημειώνει στη LiFO: «Ένα οποιοδήποτε πολιτικό κείμενο πρέπει να αξιολογείται στη βάση του σκοπού για τον οποίο συντάχθηκε και δημοσιοποιήθηκε. Το μανιφέστο του Ιδρύματος του Αλέξη Τσίπρα συντάχθηκε προκειμένου να καλύψει την ανάγκη μιας κάποιας ιδεολογικής τεκμηρίωσης του προσωπικού εγχειρήματος επιστροφής του Αλέξη Τσίπρα στην πρώτη γραμμή της πολιτικής. Και δημοσιοποιήθηκε, στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, προκειμένου να καλύψει τον χρόνο αναμονής μέχρι την ίδρυση και κυρίως τη στελέχωση του νέου κόμματος, ο οποίος παρατείνεται διαρκώς. Κατά συνέπεια, ήταν αναμενόμενο να είναι πρωτίστως ένα κείμενο διαπιστωτικό και όχι παραγωγικό. Ένα κείμενο στρογγυλό, και όχι αιχμηρό. Ένα κείμενο θολό, και όχι διακριτό. Όμως όλα αυτά δεν έχουν ιδιαίτερη εκλογική αξία, καθώς η στήριξη ή η απόρριψη του εγχειρήματος Τσίπρα θα κριθεί στη βάση του βαθμού συμπάθειας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπό του, ή και στη βάση της εντύπωσης για το αν είναι ικανότερος από άλλους ηγέτες της αντιπολίτευσης να κερδίσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη, στόχος που φαίνεται να καθίσταται το ζητούμενο για τη μεγάλη πλειονότητα του εκλογικού σώματος».
ιστορικός
Από την πλευρά του, ο γνωστός ιστορικός Αντώνης Λιάκος, σχολιάζοντας στη LiFO τη δημοσιοποίηση του μανιφέστου, μετατοπίζει τη συζήτηση σε ένα διαφορετικό επίπεδο: «Η μεγάλη συζήτηση που δημιούργησε το μανιφέστο είναι ένα θετικό σημάδι ώστε η πολιτική μας ζωή να ξεφύγει δημιουργικά από την καταθλιπτικότητα των υπαρκτών σκανδάλων και να αναμετρηθεί με το μείζον πρόβλημα της ανασύνθεσης της δημοκρατικής παράταξης, που στην Ελλάδα έχει μια μεγάλη και με πολλές στροφές ιστορία. Ωστόσο, ένα μανιφέστο για ένα νέο ξεκίνημα, σε αρχική φάση, πρέπει να διαρρήξει τα όρια του επιτελεστικού πολιτικού λόγου. Όχι συνθήματα, αλλά περιγραφή διλημμάτων, δυσκολιών, αποτυχιών, ηττών. Πρέπει να καταλάβεις πού συντρίφτηκε το προηγούμενο καράβι, σε ποιες ξέρες έχουν κολλήσει τα ρεύματα που θες να συνθέσεις. Και να δείξεις πώς σκέπτεσαι να το κάνεις», δηλώνει.
Και συνεχίζει: «Για παράδειγμα, στην Ελλάδα δεν μπορείς να σχεδιάσεις αν δεν πάρεις υπόψη σου τη γήρανση και δημογραφική συρρίκνωση του πληθυσμού και τις συνέπειές της· τι μπορεί να σημαίνει ανασύνταξη του παραγωγικού μοντέλου (γιατί η χώρα δεν παράγει) στον σημερινό διεθνή καταμερισμό εργασίας· το πρόβλημα ένταξης των μεταναστών που έχουν αρχίσει να έρχονται εδώ και τριάντα πέντε χρόνια και υπερβαίνουν το 12% του πληθυσμού· τους ευρωπαϊκούς περιορισμούς (πολιτική σύνθεση και συντηρητικοποίηση της ευρωπαϊκής ηγεσίας), τους διεθνείς προσανατολισμούς (αντιτουρκική συμμαχία με Ισραήλ, προσανατολισμός στη Μέση Ανατολή και απομάκρυνση από Ευρώπη;). Μια κυβερνώσα δύναμη θα χρησιμοποιήσει μεταφορική (διπλωματική) γλώσσα που θα καλύψει τις διαφορές. Το μανιφέστο όμως μιας δύναμης που συγκροτείται οφείλει να είναι κυριολεκτική».
Παράλληλα, ο διακεκριμένος ιστορικός υπογραμμίζει: «Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι “σοσιαλδημοκρατία”, “ριζοσπαστική αριστερά” και “πολιτική οικολογία” δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αφηρημένοι ιδεότυποι και εκτός ιστορίας. Τι προτάσεις να κάνεις αν δεν έχεις καταλάβει γιατί τα ρεύματα που θέλεις να γεφυρώσεις απέτυχαν και συρρικνώθηκαν; Πού πήγαν οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις της σοσιαλδημοκρατίας, όταν τη δεκαετία του ’90 κυριαρχούσε σε όλη την Ευρώπη; Τα τρία ρεύματα δεν είναι μενού, από το οποίο διαλέγουμε για να κάνουμε κάτι τρίτο ή συνθετικό. Είναι επώδυνες διαδοχικές προσαρμογές μιας ευρωπαϊκής συνείδησης που αντλεί από την παράδοση του ριζοσπαστικού Διαφωτισμού. Εν κατακλείδι; Οι λέξεις χρησιμοποιούνται για να κάνεις και να πεις πράγματα, δηλαδή έχουν δύο διαφορετικές λειτουργίες: η δεύτερη είναι χρησιμότερη για την κατανόηση, η πρώτη για την επιτέλεση. Τώρα θέλαμε τη δεύτερη για να καταλάβουμε, η πρώτη θα ακολουθούσε με το πρόγραμμα του κόμματος. Εντάξει, ο Μαρξ είπε πως το ζήτημα δεν είναι πώς θα ερμηνεύσουμε τον κόσμο αλλά πώς θα τον αλλάξουμε. Αλλά κολλήσαμε. Δεν τον αλλάξαμε τον κόσμο, αυτός μας αλλάζει. Ας δοκιμάσουμε επομένως να τον καταλάβουμε προτού επιχειρήσουμε για άλλη μια φορά να τον αλλάξουμε».
Ο Αλέξης Τσίπρας υπήρξε, για πολλούς, το σύμβολο μιας πολιτικής ανατροπής. Για άλλους, η προσωποποίηση μιας χαμένης ευκαιρίας. Και για αρκετούς, κάτι ενδιάμεσο: μια υπενθύμιση ότι η πολιτική δεν είναι ποτέ τόσο απλή όσο φαίνεται στις πλατείες και στα συνθήματα. Όμως, όποια κι αν είναι η ανάγνωση, η παρουσία του εξακολουθεί να πυροδοτεί αντιδράσεις, κάτι που από μόνο του λέει πολλά. Το βέβαιο είναι ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν εμφανίζεται σήμερα ως μια «έκπληξη» του πολιτικού συστήματος. Άλλοτε στενοί του συνεργάτες σε διάφορα πηγαδάκια υπογραμμίζουν ότι όσα λέει δεν γεννούν πλέον καμία προσδοκία αλλαγής ή ανατροπής. Και αναμφίβολα, μετά το rebranding έρχεται να παρουσιαστεί ως ένα πολιτικό πρότυπο που δεν αγαπά τις ρήξεις. Πράγματι, από τις δημόσιες τοποθετήσεις του είναι ξεκάθαρο ότι εκεί που κάποτε προβαλλόταν ως το ριζικά νέο, σήμερα διακρίνεται μια εξοικείωσή του με τα όρια και τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού.
Ένας παλιός εκλογικός αναλυτής έλεγε πριν από λίγες μέρες ότι το ουσιαστικό ερώτημα για το εγχείρημα Τσίπρα μπορεί να μην αφορά τον ίδιο τον πρωταγωνιστή αλλά εκείνους που θα τον ακολουθήσουν. Αν δηλαδή αυτοί έχουν αλλάξει αρκετά ώστε να ζητούν κάτι διαφορετικό ή αν εξακολουθούν να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα από παλιές και οικείες αφηγήσεις. Ως εκ τούτου, εκεί είναι που θα κριθεί το αν το νέο εγχείρημα του πρώην πρωθυπουργού θα είναι επιτυχές ή όχι.